Σαφές μήνυμα για την επιστροφή και την επανένωση πολιτιστικών θησαυρών που αποσπάστηκαν από τον τόπο δημιουργίας τους έστειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τη Θεσσαλονίκη, συνδέοντας την ελληνοβουλγαρική συμφωνία για την παράδοση κειμηλίων με τη διαχρονική ελληνική διεκδίκηση για τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Μιλώντας στην τελετή υπογραφής του πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής κειμηλίων Ελλάδας και Βουλγαρίας, παρουσία του Βούλγαρου πρωθυπουργού Ρούμεν Ράντεφ, ο πρωθυπουργός έθεσε στο επίκεντρο την αρχή της ακεραιότητας των μνημείων. Όπως είπε, «τα μνημεία, τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου, ούτε ως θύματα συγκυριών μεταγενέστερων της δημιουργίας τους και της αναπόσπαστης φύσης τους ως συνόλου».
Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος καθώς η Αθήνα έχει επαναφέρει δυναμικά το ζήτημα της επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα στο διεθνές πολιτιστικό και διπλωματικό προσκήνιο. Ο κ. Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η ίδια αρχή που διέπει τη συμφωνία με τη Βουλγαρία είναι αυτή που βρίσκεται στον πυρήνα της ελληνικής επιχειρηματολογίας για τον Παρθενώνα.
«Θεμελιώνουμε κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή πολιτιστική ανταλλαγή», τόνισε, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η συνεργασία Ελλάδας και Βουλγαρίας θα συνεχιστεί και για την επιστροφή άλλων κειμηλίων. Η θέση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Αθήνα επιμένει στην ουσία του αιτήματος για τον Παρθενώνα, την οποία έχει αναδείξει και σε πρόσφατες παρεμβάσεις της για το ζήτημα του Βρετανικού Μουσείου.
Από την ελληνοβουλγαρική συμφωνία στον Παρθενώνα
Ο πρωθυπουργός έκανε ευθέως τη σύνδεση ανάμεσα στη συμφωνία Ελλάδας και Βουλγαρίας και στην ελληνική διεκδίκηση για τα Γλυπτά.
«Είναι η ίδια ακριβώς αρχή, η αρχή της ακεραιότητας του μνημείου, που διαπερνά και τη συνεχή προσπάθειά μας για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα», σημείωσε.
Στην ίδια λογική εντάχθηκε και η αιχμηρή αναφορά του στο καθεστώς μιας πιθανής συμφωνίας για τα Γλυπτά. «Η πατρίδα μου δεν πρόκειται να δεχθεί διευθετήσεις που να δηλώνουν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας ή να δανειστεί τάχα τους δικούς της θησαυρούς», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής της δικαιοσύνης, αλλά και της ηθικής».
Η τοποθέτηση επαναφέρει στο προσκήνιο τη βασική διαφωνία Αθήνας και Βρετανικού Μουσείου: η ελληνική πλευρά επιδιώκει την επανένωση των Γλυπτών ως τμημάτων ενός ενιαίου μνημείου και δεν θέλει μια λύση που θα συνεπάγεται αναγνώριση βρετανικής κυριότητας.
Μισός αιώνας διαπραγματεύσεων
Η σημερινή συμφωνία με τη Βουλγαρία έχει πίσω της μια μακρά ιστορία. Όπως ανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, οι συζητήσεις για την επιστροφή των συγκεκριμένων κειμηλίων είχαν ξεκινήσει πριν από περίπου μισό αιώνα, επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή και ηγεσίας της Βουλγαρίας από τον Τεοντόρ Ζίβκοφ.
Η ολοκλήρωση της διαδικασίας χρειάστηκε δεκαετίες, καθώς, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, χρειάστηκε να ξεπεραστούν «αγκυλώσεις του παρελθόντος».
Η αναφορά αυτή προσδίδει στη συμφωνία χαρακτήρα περισσότερο πολιτικό και ιστορικό από μια απλή διευθέτηση μεταξύ δύο μουσείων ή δύο κρατικών υπηρεσιών. Η επιστροφή των κειμηλίων παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που απαιτεί χρόνο, πολιτική βούληση και αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται η πολιτιστική κληρονομιά.
«Δεν ωραιοποιούμε την ιστορία»
Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στις δύσκολες σελίδες των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων, επισημαίνοντας ότι η ιστορία δεν πρέπει ούτε να ωραιοποιείται ούτε να διαγράφεται.
«Οφείλουμε, ωστόσο, να διδασκόμαστε από τις σκοτεινές της σελίδες, προκρίνοντας όσα μας ενώνουν, την κοινή πολιτιστική και θρησκευτική μας ρίζα, την αμοιβαία αναγνώριση της ταυτότητας του άλλου, αλλά, κυρίως, το κοινό μας αύριο σε μία Ευρώπη ανάπτυξης και ευημερίας», είπε.
Στο ίδιο πλαίσιο χαρακτήρισε τη συνεργασία των δύο χωρών παράδειγμα που μπορεί να συνδέσει την ιστορική μνήμη με τις σημερινές ανάγκες για ασφάλεια, σταθερότητα και ανάπτυξη.
«Σε έναν κόσμο ταραγμένο ας κάνουμε, λοιπόν, τη συνεργασία μας παράδειγμα ασφάλειας, σταθερότητας και προόδου και τη σημερινή συμφωνία το πρώτο βήμα μιας σφραγίδας σε αυτήν την αισιόδοξη επιλογή», ανέφερε.
Ράντεφ: Αφήνουμε πίσω τις σκιές του παρελθόντος
Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας Ρούμεν Ράντεφ χαρακτήρισε την ολοκλήρωση της διαδικασίας σημαντικό βήμα στις σχέσεις των δύο χωρών.
«Οι κοινές προσπάθειές μας επέτρεψαν να αφήσουμε πίσω τις σκιές του παρελθόντος και να δημιουργήσουμε μία σχέση αμοιβαίου σεβασμού και φιλίας», ανέφερε.
Ο Ράντεφ υπογράμμισε ότι Ελλάδα και Βουλγαρία έχουν περάσει από περιόδους αντιπαράθεσης σε ένα υψηλό επίπεδο οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής συνεργασίας.
Εξέφρασε, παράλληλα, τις ευχαριστίες του προς την ελληνική κυβέρνηση και τον Κυριάκο Μητσοτάκη για τη συμβολή τους στην ολοκλήρωση της συμφωνίας, την οποία χαρακτήρισε «ιστορική».
Όπως σημείωσε, τις τελευταίες δεκαετίες έχει δημιουργηθεί ένας «πολύ γερός άξονας στρατηγικής συνεργασίας» μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, τον οποίο συνέδεσε με την ασφάλεια, τη σταθερότητα, την ευημερία και την ανάπτυξη.
Τα κειμήλια στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού
Το Πρωτόκολλο υπέγραψαν οι υπουργοί Πολιτισμού της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, Λίνα Μενδώνη και Εφτίμ Μιλόσεφ.
Πριν από την τελετή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεναγήθηκε στην έκθεση των κειμηλίων που επιστράφηκαν από τη Βουλγαρία στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού.
Η έκθεση θα παραμείνει ανοικτή για το κοινό έως τις 5 Νοεμβρίου, δίνοντας τη δυνατότητα στους επισκέπτες να δουν από κοντά τα αντικείμενα που επιστρέφουν στην Ελλάδα στο πλαίσιο της νέας συμφωνίας.
Η πολιτική σημασία της τελετής, πάντως, ξεπερνά την ίδια την παράδοση των κειμηλίων. Η Αθήνα επιχειρεί να αναδείξει την αρχή ότι η πολιτιστική κληρονομιά δεν αντιμετωπίζεται μόνο με όρους κατοχής ή κυριότητας, αλλά και σε σχέση με την ιστορική προέλευση, τη λειτουργία και την ακεραιότητα ενός μνημείου.
Και ακριβώς σε αυτό το σημείο ο Παρθενώνας επανέρχεται ως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της ελληνικής επιχειρηματολογίας: για την Αθήνα, τα Γλυπτά δεν είναι απλώς μεμονωμένα έργα τέχνης που βρίσκονται σε διαφορετικές συλλογές, αλλά τμήματα ενός ενιαίου μνημείου που δημιουργήθηκε ως σύνολο.
Η συμφωνία με τη Βουλγαρία λειτουργεί έτσι και ως ένα ακόμη επιχείρημα στη διεθνή συζήτηση για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών. Με διαφορετικές ιστορικές και νομικές αφετηρίες σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα επιχειρεί να καθιερώσει την αρχή ότι η αποκατάσταση της ακεραιότητας ενός μνημείου μπορεί να αποτελέσει βάση για τη διευθέτηση διαφορών που κληροδοτήθηκαν από πολέμους, αλλαγές συνόρων και ιστορικές συγκυρίες.






