Υπάρχει μια παράξενη συνήθεια στα social media τα τελευταία χρόνια: να παίρνουν μια κουβέντα που δεν ξεκίνησε ποτέ ως σοβαρή αντιπαράθεση, να της προσθέτουν στρατόπεδα, εχθρούς, αγανακτισμένους και «νικητές» και στο τέλος να μας πληροφορούν ότι παρακολουθήσαμε έναν μεγάλο δημόσιο καβγά. Έναν καβγά που, τις περισσότερες φορές, υπάρχει μόνο στις οθόνες τους.
Η τελευταία εκδοχή αυτού του φαινομένου ήταν η υποτιθέμενη σύγκρουση ανάμεσα στο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή και την Άννα Βίσση επειδή οι εκδηλώσεις του Φεστιβάλ συνέπεσαν χρονικά με τη μεγάλη συναυλία της τραγουδίστριας στο ΟΑΚΑ. Το 52ο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή πραγματοποιήθηκε στις 23-26 Σεπτεμβρίου στο Πάρκο Τρίτση, ενώ η συναυλία της Βίσση έγινε στις 26 Σεπτεμβρίου στο ΟΑΚΑ.
Η αρχική παρατήρηση ήταν απολύτως θεμιτή: γιατί μια μεγάλη μαζική διοργάνωση, με πολιτικό, πολιτιστικό και κοινωνικό περιεχόμενο, δεν τυγχάνει της ίδιας δημοσιότητας με ένα μεγάλο εμπορικό μουσικό γεγονός; Αυτό μπορεί να είναι κριτική προς τα media, προς τις επιλογές της ειδησεογραφίας, προς το τι θεωρούμε «είδηση» ή ακόμη και προς τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική δημοσιογραφία αντιμετωπίζει την πολιτική και τον πολιτισμό.
Κάπου εκεί, όμως, μπήκαν στη μέση τα πληκτρολόγια. Και ξαφνικά δεν συζητούσαμε πλέον για τη δημοσιογραφική προβολή δύο διαφορετικών γεγονότων. Είχαμε μπροστά μας έναν δήθεν «πολιτισμικό πόλεμο»: από τη μία η ΚΝΕ και το ΚΚΕ, από την άλλη η Βίσση και το κοινό της. Και φυσικά, όπως συμβαίνει σε κάθε τέτοιον πόλεμο του διαδικτύου, εμφανίστηκαν οι ειδικοί των στρατοπέδων, οι επαγγελματίες αγανακτισμένοι και οι άνθρωποι που φαίνεται να μετρούν την πολιτική τους επιρροή με το engagement της ανάρτησής τους.
Δεν είναι κάθε διαφωνία πολιτική
Αυτό είναι ίσως το πιο κουραστικό κομμάτι της ιστορίας. Η αδυναμία να συζητήσουμε κάτι χωρίς να το μετατρέψουμε αμέσως σε στρατόπεδο.
Αρέσει σε κάποιον η Άννα Βίσση; Δικαίωμά του. Δεν του αρέσει; Επίσης δικαίωμά του. Πηγαίνει στη συναυλία της; Κανένα πρόβλημα. Πηγαίνει στο Φεστιβάλ ΚΝΕ; Πάλι κανένα πρόβλημα. Θέλει να ακούσει Βίσση το βράδυ και την επόμενη ημέρα να πάει σε μια πολιτική εκδήλωση; Ακόμη καλύτερα. Ο άνθρωπος δεν είναι υποχρεωμένος να έχει ενιαία αισθητική, πολιτική και πολιτιστική ταυτότητα.
Και κυρίως δεν χρειάζεται να απολογείται σε κανέναν για το πώς διασκεδάζει.
Το να συγκρίνει κανείς τη δημοσιότητα που πήραν δύο μαζικές εκδηλώσεις δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίσει ποια είναι «ανώτερη». Ούτε ότι όποιος ακούει Βίσση είναι πολιτιστικά κατώτερος ούτε ότι όποιος πηγαίνει στο Φεστιβάλ ΚΝΕ είναι πολιτικά σοβαρότερος. Αυτές οι αντιστοιχίσεις είναι προϊόν μιας απίστευτης πνευματικής τεμπελιάς.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα με το λεγόμενο «αριστερό influencing». Όχι επειδή κάποιος είναι αριστερός ή επειδή χρησιμοποιεί τα social media για να εκφράσει πολιτικές απόψεις. Αλλά επειδή η πολιτική, όταν γίνεται κυνήγι αλληλεπιδράσεων, κινδυνεύει να μετατραπεί σε διαγωνισμό ατάκας.
Όταν το engagement γίνεται πολιτικό κεφάλαιο
Η πραγματική πολιτική είναι δύσκολη και συχνά βαρετή. Θέλει διάβασμα, οργάνωση, επιχειρήματα, παρουσία στην κοινωνία, δουλειά με ανθρώπους, επιμονή, συγκρούσεις που δεν χωράνε σε ένα post των 500 χαρακτήρων.
Το να γράψεις όμως κάτι που θα προκαλέσει εκατοντάδες σχόλια είναι πολύ ευκολότερο.
Έτσι δημιουργείται μια νέα κατηγορία πολιτικού σχολιαστή: ο άνθρωπος που δεν χρειάζεται απαραίτητα να έχει πολιτική πρόταση. Αρκεί να έχει αντίδραση. Να βρίσκει κάθε μέρα κάτι για να θυμώσει, κάποιον για να καταγγείλει, κάποιον άλλον για να ειρωνευτεί και ένα κοινό έτοιμο να του ανταποδώσει την αγανάκτηση.
Το engagement γίνεται τότε ένα είδος πολιτικού νομίσματος.
Και όσο περισσότερη αντίδραση παράγει μια ανάρτηση, τόσο μεγαλύτερη θεωρείται η πολιτική της σημασία. Έτσι όμως η πραγματική πολιτική υποχωρεί μπροστά στη διαχείριση της εικόνας της πολιτικής.
Είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους τα social media έχουν γίνει τόσο εύκολο πεδίο κατασκευής τεχνητών συγκρούσεων: ο αλγόριθμος δεν ενδιαφέρεται αν μια διαφωνία έχει πολιτικό βάθος. Ενδιαφέρεται αν προκαλεί αντίδραση.
Η Βίσση μπορεί να μη σου αρέσει. Και λοιπόν;
Ας πάμε τώρα και στη Βίσση, γιατί υπάρχει και εδώ μια ενδιαφέρουσα παρεξήγηση.
Δεν χρειάζεται να θεωρεί κάποιος την Άννα Βίσση σπουδαία τραγουδίστρια για να αναγνωρίσει ένα απλό γεγονός: στα εβδομήντα της μπορεί να οργανώνει ένα τεράστιο live, να γεμίζει το ΟΑΚΑ με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και να εξακολουθεί να αποτελεί μαζικό πολιτιστικό φαινόμενο. Η συναυλία της ήταν sold out και η προσέλευση επιβεβαίωσε τη μεγάλη απήχηση που εξακολουθεί να έχει.
Αυτό είναι από μόνο του αξιοσημείωτο.
Μπορεί κανείς να μη συμπαθεί τη φωνή της. Μπορεί να θεωρεί ότι το μεγαλύτερο μέρος του ρεπερτορίου της δεν αντέχει ιδιαίτερα στον χρόνο. Μπορεί να πιστεύει ότι η μακρά συνεργασία της με τον Νίκο Καρβέλα την οδήγησε σε μια υπερβολικά συγκεκριμένη αισθητική διαδρομή. Όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτές αισθητικές κρίσεις.
Αλλά από το «δεν μου αρέσει η Βίσση» μέχρι το «όποιος πάει στη συναυλία της είναι πολιτιστικά προβληματικός» υπάρχει μια τεράστια απόσταση.
Και ακόμη μεγαλύτερη απόσταση υπάρχει ανάμεσα στο «δεν μου αρέσει η Βίσση» και στο «η Βίσση είναι εχθρός της Αριστεράς».
Αυτό το τελευταίο δεν είναι πολιτική ανάλυση. Είναι απλώς ανοησία.
Ο Καρβέλας, η Βίσση και η παγίδα της νοσταλγίας
Μπορεί επίσης κάποιος να υποστηρίξει, όπως έχει υποστηριχθεί εδώ και χρόνια, ότι η συνεργασία με τον Καρβέλα περιόρισε το ρεπερτοριακό εύρος της Βίσση. Ο Καρβέλας έχει γράψει τραγούδια που είχαν επιτυχία, αλλά η μακρά κυριαρχία ενός συγκεκριμένου ύφους στη δισκογραφική πορεία της Βίσση είναι υπαρκτό καλλιτεχνικό δεδομένο.
Δεν χρειάζεται όμως να ξαναγράψουμε την ιστορία της ελληνικής ποπ για να καταλάβουμε το προφανές: ένα τραγούδι που θεωρούμε κακό δεν γίνεται καλό επειδή το ακούμε τριάντα χρόνια αργότερα. Και ένα τραγούδι που αγαπήθηκε από εκατομμύρια ανθρώπους δεν γίνεται αυτομάτως σπουδαίο επειδή αγαπήθηκε από εκατομμύρια ανθρώπους.
Η ιστορία του ελληνικού τραγουδιού είναι πολύ μεγαλύτερη από τα charts, τα sold out και τις τηλεοπτικές εμφανίσεις. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν χρειάζεται ούτε να αποθεώνουμε ούτε να χλευάζουμε έναν καλλιτέχνη για να συζητήσουμε τη θέση του μέσα σε αυτήν.
Η Βίσση δεν μου άρεσε ποτέ ιδιαίτερα. Έχω όμως τραγουδήσει τραγούδια της. Δεν την έχω δει ποτέ live. Και μπορώ ταυτόχρονα να πω ότι το γεγονός πως μια γυναίκα που βρίσκεται στη σκηνή εδώ και δεκαετίες μπορεί ακόμη να στήνει ένα τέτοιο θέαμα και να συγκεντρώνει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους είναι κάτι που αξίζει σεβασμό.
Αυτό δεν είναι θαυμασμός. Είναι στοιχειώδης αναγνώριση της πραγματικότητας.
Ας αφήσουμε τον κόσμο να διασκεδάσει όπως θέλει
Το πιο παράξενο, τελικά, είναι ότι άνθρωποι που υποτίθεται πως ενδιαφέρονται για την πολιτική και την κοινωνία καταλήγουν να ασχολούνται με το ποιος πήγε σε ποια συναυλία και τι μουσική ακούει.
Σαν να πρέπει η αισθητική να περάσει από κομματικό έλεγχο.
Σαν να πρέπει κάθε τραγούδι να συνοδεύεται από πολιτική δήλωση.
Σαν να πρέπει κάθε θεατής να πιστοποιήσει ότι έχει τη σωστή πολιτιστική ταυτότητα πριν μπει σε μια συναυλία.
Όχι. Δεν χρειάζεται.
Ούτε η Βίσση είναι πολιτικό κόμμα ούτε η ΚΝΕ μουσικό συγκρότημα. Το Φεστιβάλ της ΚΝΕ είναι μια μεγάλη πολιτική και πολιτιστική διοργάνωση με τη δική της ιστορία και το δικό της κοινό. Η συναυλία της Βίσση είναι ένα μεγάλο εμπορικό μουσικό γεγονός με ένα διαφορετικό κοινό. Το ότι συνέπεσαν ημερολογιακά δεν δημιουργεί κάποιον ιστορικό πολιτισμικό πόλεμο.
Τον πόλεμο τον κατασκευάζουν όσοι έχουν ανάγκη από έναν.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο θλιβερή πλευρά της ιστορίας: ότι ενώ υπάρχουν πραγματικές πολιτικές συγκρούσεις, πραγματικές κοινωνικές ανισότητες, πραγματικά εργασιακά προβλήματα, πραγματικές ιδεολογικές διαφορές και πραγματικά ζητήματα πολιτισμού, ένα κομμάτι του διαδικτυακού πολιτικού προσωπικού προτιμά να καταναλώνει το καθημερινό του κεφάλαιο σε καβγάδες για τη Βίσση.
Γιατί αυτό είναι εύκολο.
Η πραγματική πολιτική δεν είναι.
Και, εν τω μεταξύ, ο άλλος θα συνεχίσει να πηγαίνει όπου θέλει. Άλλος στην ΚΝΕ, άλλος στη Βίσση, άλλος στους Cure, άλλος στον Μόρισεϊ, άλλος στο λαϊκό μαγαζί της γειτονιάς του και άλλος πουθενά.
Κανείς δεν χρειάζεται άδεια.
Και κυρίως κανείς δεν χρειάζεται «ξυδάκι» επειδή πλήρωσε το εισιτήριό του για να διασκεδάσει όπως γουστάρει.






