Φτώχεια, εισόδημα, στέγαση και υγεία
Η νέα έκθεση της Eurostat «Key figures on European living conditions 2026» καταγράφει με ιδιαίτερα έντονο τρόπο την απόσταση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες της ελληνικής οικονομίας και στις συνθήκες διαβίωσης των πολιτών.
Την ώρα που η κυβέρνηση επικαλείται την αύξηση της απασχόλησης, τη δημοσιονομική βελτίωση και την αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, οι δείκτες εισοδήματος, φτώχειας, στέγασης και πρόσβασης σε υπηρεσίες αποτυπώνουν μια πολύ πιο δύσκολη καθημερινότητα.
Η εικόνα αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα ελληνικά νοικοκυριά, ενώ η συζήτηση για την αγοραστική δύναμη βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε μια σειρά από δείκτες που συνδέονται άμεσα με το βιοτικό επίπεδο.
Η ίδια η κυβέρνηση, πάντως, επικαλείται την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αναγνωρίσει δημόσια ότι η συσσωρευμένη ακρίβεια αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για τα νοικοκυριά. Η νέα ευρωπαϊκή αποτύπωση μεταφέρει τη συζήτηση από τις κυβερνητικές παρεμβάσεις στους μετρήσιμους δείκτες του αποτελέσματος.
Στην αγοραστική δύναμη, για παράδειγμα, η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ. Η νέα έκθεση προσθέτει μια σειρά από στοιχεία για το διαθέσιμο εισόδημα, τη φτώχεια, τη στέγαση και την οικονομική πίεση, τα οποία συμπληρώνουν την εικόνα.
Παράλληλα, η ΔΕΘ και οι κυβερνητικές εξαγγελίες για το εισόδημα έχουν θέσει στο επίκεντρο το ερώτημα εάν η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών μεταφράζεται με ανάλογο τρόπο στην καθημερινότητα. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι αυτή η μετάφραση παραμένει περιορισμένη σε αρκετούς κρίσιμους κοινωνικούς δείκτες.

Σχεδόν εννέα στους δέκα δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα
Ο πιο χαρακτηριστικός δείκτης αφορά την ίδια την αίσθηση των νοικοκυριών για την οικονομική τους κατάσταση. Το 2025 το 87,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα δήλωσε ότι αντιμετωπίζει τουλάχιστον κάποια δυσκολία για να τα βγάλει πέρα.
Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ και απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 42,5%. Στη Βουλγαρία, που βρίσκεται στη δεύτερη θέση, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 76,9%, ενώ στη Γερμανία περιορίζεται στο 18,3% και στην Ολλανδία στο 19,8%.
Ο συγκεκριμένος δείκτης είναι υποκειμενικός, αλλά δεν αφορά μια γενική εντύπωση για την οικονομία. Η Eurostat καταγράφει κατά πόσο τα νοικοκυριά θεωρούν ότι μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους, σε κλίμακα από «πολύ εύκολα» έως «με μεγάλη δυσκολία». Συμπληρώνει έτσι τους αντικειμενικούς δείκτες εισοδήματος και υλικής στέρησης.
Στο 27,5% ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού
Το 2025 το 27,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Η Ελλάδα κατατάσσεται δεύτερη στην ΕΕ, μετά τη Βουλγαρία, όπου το ποσοστό ανέρχεται στο 29%. Ο μέσος όρος της ΕΕ βρίσκεται στο 20,9%.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα για τα παιδιά. Στην Ελλάδα το ποσοστό για τα νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά διαμορφώθηκε στο 29%, έναντι 22,1% στην ΕΕ.
Η σύγκριση με το 2022 που περιλαμβάνεται στη νέα έκθεση δείχνει ότι ο συγκεκριμένος δείκτης στην Ελλάδα έχει κινηθεί από το 26,3% στο 27,5%. Η εικόνα επομένως δεν παραπέμπει σε σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά σε επίμονη κοινωνική πίεση.

Το διάμεσο εισόδημα παραμένει στις τελευταίες θέσεις
Ακόμη πιο καθαρή είναι η εικόνα στο διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα. Το 2025 ανήλθε στην Ελλάδα σε 13.612 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ανά κάτοικο, έναντι 22.630 PPS στην ΕΕ.
Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι στην τρίτη χαμηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών, πάνω μόνο από την Ουγγαρία με 11.958 PPS και τη Ρουμανία με 12.861 PPS. Η Βουλγαρία, αντίθετα, καταγράφει 14.843 PPS. Στην κορυφή βρίσκονται το Λουξεμβούργο με 37.673 PPS, η Αυστρία με 32.002 και η Ολλανδία με 29.714.
Η συγκεκριμένη μέτρηση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή οι μονάδες αγοραστικής δύναμης λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές των τιμών μεταξύ των χωρών. Δεν συγκρίνεται δηλαδή απλώς το ύψος των εισοδημάτων, αλλά η αγοραστική τους δυνατότητα.
22,3% κάτω από το 2010 το πραγματικό εισόδημα
Σε βάθος χρόνου η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση, το πραγματικό διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα το 2025 ήταν κατά 22,3% χαμηλότερο από το 2010.
Στην ΕΕ, αντίθετα, το αντίστοιχο εισόδημα αυξήθηκε κατά 25,4% την ίδια περίοδο. Η Ελλάδα και η Γαλλία είναι οι δύο χώρες της ΕΕ όπου καταγράφεται μείωση, με τη γαλλική περίπτωση να περιορίζεται στο 0,6%.
Η διαφορά με αρκετές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η Ρουμανία κατέγραψε αύξηση 160,2%, ενώ τουλάχιστον 50% αυξήθηκε το πραγματικό διάμεσο εισόδημα στη Βουλγαρία, την Πολωνία, την Κροατία, τη Μάλτα, την Ουγγαρία και τις χώρες της Βαλτικής.
Η στέγαση απορροφά πάνω από το 40% του εισοδήματος
Η στεγαστική κρίση αποτελεί έναν ακόμη δείκτη όπου η Ελλάδα βρίσκεται σε ακραία θέση στην ευρωπαϊκή σύγκριση.
Το 26,4% του πληθυσμού ζει σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης αντιστοιχεί σε τουλάχιστον 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Στην ΕΕ το ποσοστό είναι μόλις 7,7%, ενώ δεύτερη μετά την Ελλάδα βρίσκεται η Δανία με 23,4%.
Η πίεση δεν αφορά μόνο τα ενοίκια ή τις δόσεις στεγαστικών δανείων. Συνδέεται και με το ενεργειακό κόστος. Το 18,1% των κατοίκων της Ελλάδας δήλωσε το 2025 ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να διατηρήσει επαρκώς ζεστό το σπίτι του. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, έναντι 8,8% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Υλική στέρηση και αδυναμία για βασικές δραστηριότητες
Σημαντική είναι και η εικόνα της σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης. Στην Ελλάδα το ποσοστό διαμορφώθηκε στο 14,9%, έναντι 6,3% στην ΕΕ, κατατάσσοντας τη χώρα στην τρίτη χειρότερη θέση μετά τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.
Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται και στις δυνατότητες συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή. Το 27,3% των Ελλήνων δεν μπορούσε να καλύψει το κόστος τακτικής συμμετοχής σε δραστηριότητες αναψυχής, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, έναντι 12,1% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η υγεία προσθέτει ένα ακόμη βάρος
Η οικονομική πίεση συνδέεται και με την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Η Eurostat έχει καταγράψει επανειλημμένα την Ελλάδα στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά ανικανοποίητων αναγκών ιατρικής περίθαλψης, με αιτίες που περιλαμβάνουν το κόστος, την απόσταση και τις λίστες αναμονής. Για το 2024, σε προηγούμενη δημοσίευση της Eurostat, η Ελλάδα εμφάνιζε το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών, στο 21,9%.
Στην υγεία, όπως και στη στέγαση, η εικόνα δείχνει ότι η δυνατότητα πρόσβασης δεν εξαρτάται μόνο από την ύπαρξη υπηρεσιών αλλά και από την οικονομική δυνατότητα των πολιτών να τις χρησιμοποιήσουν.
Η αντίφαση ανάμεσα στους δείκτες της οικονομίας και της καθημερινότητας
Τα στοιχεία δεν αναιρούν τη βελτίωση ορισμένων μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας. Η απασχόληση έχει αυξηθεί σε σχέση με την περίοδο της κρίσης και ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ έχει υποχωρήσει σημαντικά. Το ζήτημα που αναδεικνύει η Eurostat είναι διαφορετικό: κατά πόσο η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών μετατρέπεται σε ανάλογη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Στους δείκτες που αφορούν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα, την οικονομική δυσκολία, τη στέγαση, την ενεργειακή επάρκεια και την κοινωνική ένταξη, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η νέα έκθεση της Eurostat, επομένως, δεν απαντά στο πολιτικό ερώτημα εάν η κυβερνητική οικονομική πολιτική είναι επιτυχημένη ή αποτυχημένη. Καταγράφει όμως μετρήσιμα το αποτέλεσμα στην καθημερινότητα των πολιτών: η οικονομική μεγέθυνση και η δημοσιονομική βελτίωση δεν έχουν μέχρι σήμερα εξαλείψει το μεγάλο χάσμα της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στις συνθήκες διαβίωσης.
Σε επίπεδο ΕΕ, το 2025 συνολικά 92,7 εκατομμύρια άνθρωποι, ή 20,9% του πληθυσμού, βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Ο αριθμός μειώθηκε κατά περίπου 600.000 σε σχέση με το 2024. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στόχο, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Δράσης για τον Κοινωνικό Πυλώνα, τη μείωση του αριθμού κατά τουλάχιστον 15 εκατομμύρια έως το 2030, εκ των οποίων τουλάχιστον 5 εκατομμύρια παιδιά.






