Δύο δεκαετίες μετά τις διακηρύξεις για «παραλυτικές κυρώσεις», η Ουάσινγκτον επιστρέφει στην οικονομική πίεση κατά του Ιράν, αυτή τη φορά ως ύστατο μέσο μετά τη στρατιωτική επιλογή.
Το σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ, όμως, έχει ένα κρίσιμο κενό: η Κίνα, που απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Για να στερήσει από την Τεχεράνη το τελευταίο οικονομικό της οξυγόνο, ο Λευκός Οίκος θα πρέπει ουσιαστικά να συγκρουστεί με το Πεκίνο.
Από τις βόμβες στις κυρώσεις
Όταν η στρατιωτική ισχύς δεν αρκεί για να επιβάλει τους πολιτικούς της στόχους, η οικονομία επιστρέφει στο προσκήνιο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση του Ιράν, όπου η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί τώρα να πετύχει μέσω οικονομικού στραγγαλισμού όσα δεν κατάφερε να επιτύχει με τη στρατιωτική πίεση.
Η αμερικανική στρατηγική ακολούθησε μια ασυνήθιστη διαδρομή. Αντί της παραδοσιακής κλιμάκωσης – διπλωματία, οικονομικές κυρώσεις και, μόνο ως έσχατη επιλογή, στρατιωτική δράση – η Ουάσινγκτον πέρασε γρήγορα από τις περιορισμένες διπλωματικές επαφές στους βομβαρδισμούς.
Στόχος ήταν να εξαναγκαστεί η Τεχεράνη να περιορίσει το πυρηνικό της πρόγραμμα, να παραδώσει τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου και, σύμφωνα με τους ευρύτερους σχεδιασμούς της αμερικανικής κυβέρνησης, να αποδυναμωθεί αποφασιστικά το καθεστώς.
Η στρατιωτική επιλογή, ωστόσο, δεν έδωσε το αποτέλεσμα που επιδίωκε η Ουάσινγκτον. Οι εκτιμήσεις για το κόστος της επιχείρησης διαφέρουν σημαντικά, τόσο σε ανθρώπινες απώλειες όσο και σε οικονομικούς όρους. Το βέβαιο είναι ότι η σύγκρουση δεν οδήγησε στην πολιτική συνθηκολόγηση της Τεχεράνης.
Και έτσι, το χρήμα γίνεται ξανά όπλο.
Η νέα «οικονομική D-Day»
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ περιγράφει τη νέα εκστρατεία ως μια πρωτοφανή προσπάθεια να κοπεί κάθε οικονομική «σανίδα σωτηρίας» του Ιράν. Η επιχείρηση, που έχει παρουσιαστεί ως «Operation Economic Outcast», επιχειρεί να χτυπήσει όχι μόνο τις παραδοσιακές τραπεζικές συναλλαγές, αλλά ολόκληρο το δίκτυο που επιτρέπει στην Τεχεράνη να μετατρέπει τις εξαγωγές της σε έσοδα.
Στο στόχαστρο βρίσκονται οι χρηματοοικονομικές διαδρομές που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά χρημάτων, οι ψηφιακές συναλλαγές, οι μεταφορτώσεις πετρελαίου από πλοίο σε πλοίο, καθώς και η διακίνηση χρυσού μέσω τρίτων χωρών.
Η λογική είναι απλή: εάν το Ιράν δεν μπορεί να πουλήσει πετρέλαιο, να εισπράξει τα έσοδα και να τα μετατρέψει σε διαθέσιμο συνάλλαγμα, η οικονομική πίεση θα αυξηθεί δραματικά.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η λογική λειτουργεί μόνο εφόσον όλοι οι βασικοί κρίκοι της αλυσίδας συνεργαστούν.
Και ένας από τους σημαντικότερους δεν είναι διατεθειμένος να το κάνει εύκολα.
Η Κίνα είναι το μεγάλο κλειδί
Η Κίνα αποτελεί τον παράγοντα που μπορεί να κρίνει την επιτυχία ή την αποτυχία της νέας αμερικανικής στρατηγικής.
Το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η αμερικανική πλευρά, η Κίνα απορρόφησε περισσότερο από το 80% των εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου. Αυτό σημαίνει ότι το Πεκίνο δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη εμπορικό εταίρο της Τεχεράνης. Είναι ο βασικός αγοραστής που επιτρέπει στην ιρανική οικονομία να διατηρεί μια σημαντική πηγή εσόδων παρά τις αμερικανικές κυρώσεις.
Επομένως, για να εφαρμοστεί πραγματικά μια πολιτική «μηδενικών εσόδων», η Ουάσινγκτον θα πρέπει να ελέγξει ή να διακόψει και αυτές τις συναλλαγές.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Η αμερικανική κυβέρνηση απειλεί με δευτερογενείς κυρώσεις όσες χώρες και επιχειρήσεις συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν. Όμως η Κίνα δεν είναι μια μικρή οικονομία που μπορεί εύκολα να απομονωθεί. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και ένας από τους βασικούς στρατηγικούς ανταγωνιστές των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Ουάσινγκτον αποφεύγει να κατονομάσει το Πεκίνο
Ενδεικτικό της δυσκολίας είναι ότι ο Μπέσεντ, μιλώντας για τη νέα εκστρατεία, απέφυγε να κατονομάσει την Κίνα.
Η αποφυγή δεν είναι τυχαία. Μια ευθεία απειλή προς κινεζικές τράπεζες, κρατικές επιχειρήσεις ή μεγάλους εισαγωγείς ιρανικού πετρελαίου θα άνοιγε ένα δεύτερο μέτωπο, τη στιγμή που οι σχέσεις Ουάσινγκτον – Πεκίνου παραμένουν ήδη εξαιρετικά εύθραυστες.
Οι δύο χώρες διαπραγματεύονται ταυτόχρονα για το εμπόριο, συγκρούονται για την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη, διαφωνούν βαθιά για την Ταϊβάν και ανταγωνίζονται για την παγκόσμια οικονομική και γεωπολιτική επιρροή.
Μια μεγάλης κλίμακας εφαρμογή δευτερογενών κυρώσεων εναντίον κινεζικών επιχειρήσεων θα μπορούσε να μετατρέψει την πίεση προς το Ιράν σε μια νέα κρίση ΗΠΑ – Κίνας.
Το δίλημμα του Τραμπ
Αυτό εξηγεί και το βασικό δίλημμα του Ντόναλντ Τραμπ.
Από τη μία πλευρά, η αμερικανική κυβέρνηση θέλει να εμφανίσει τη νέα οικονομική εκστρατεία ως το αποφασιστικό βήμα που θα στερήσει από την Τεχεράνη τα οικονομικά μέσα για να συνεχίσει την πολιτική της.
Από την άλλη, η πλήρης εφαρμογή των κυρώσεων απαιτεί να αντιμετωπιστεί ο βασικός αγοραστής του ιρανικού πετρελαίου.
Ουσιαστικά, η Ουάσινγκτον καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο δύσκολες επιλογές: είτε να ανεχθεί μια μεγάλη «τρύπα» στο σύστημα κυρώσεων, αφήνοντας την Κίνα να συνεχίσει να αγοράζει ιρανικό πετρέλαιο, είτε να επιχειρήσει να κλείσει την τρύπα και να ρισκάρει μια σοβαρή σύγκρουση με το Πεκίνο.
Και το δεύτερο ενδεχόμενο δεν είναι καθόλου αμελητέο.
Οι κυρώσεις έχουν όρια
Η ιστορία των κυρώσεων κατά του Ιράν έχει δείξει ότι η οικονομική πίεση μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις χωρίς κατ’ ανάγκην να οδηγεί στην πολιτική αλλαγή που επιδιώκει η Ουάσινγκτον.
Η Τεχεράνη έχει μάθει επί χρόνια να λειτουργεί υπό καθεστώς κυρώσεων. Έχει δημιουργήσει παράλληλα δίκτυα εμπορίου, χρησιμοποιεί ενδιάμεσες χώρες, διαφορετικά χρηματοοικονομικά κανάλια και «σκιώδεις» στόλους δεξαμενόπλοιων, ενώ έχει ενισχύσει τις σχέσεις της με χώρες που δεν ακολουθούν την αμερικανική γραμμή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις είναι αναποτελεσματικές. Σημαίνει ότι η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από το πόσο μεγάλο μέρος του διεθνούς οικονομικού συστήματος συμμετέχει στην εφαρμογή τους.
Και στην περίπτωση του Ιράν, η Κίνα είναι αρκετά μεγάλη ώστε να περιορίσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής πίεσης.
Η επίσκεψη Σι στην Ουάσινγκτον αποκτά νέο βάρος
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει της προγραμματισμένης επίσκεψης του Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσινγκτον, η οποία θα είναι η πρώτη επίσημη επίσκεψη Κινέζου προέδρου στις ΗΠΑ εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.
Το Ιράν μπορεί έτσι να βρεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ – Κίνας όχι ως αυτόνομο θέμα, αλλά ως μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου παζλ.
Ο Τραμπ θέλει να αποδείξει ότι οι αμερικανικές κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν σε παγκόσμια κλίμακα. Ο Σι, από την άλλη, έχει κάθε λόγο να αποτρέψει ένα προηγούμενο σύμφωνα με το οποίο η Ουάσινγκτον θα μπορεί να επιβάλλει οικονομικό αποκλεισμό σε μια χώρα και να απαιτεί από την Κίνα να συμμορφωθεί.
Το διακύβευμα επομένως ξεπερνά κατά πολύ το Ιράν.
Το πραγματικό τεστ αρχίζει τώρα
Η νέα αμερικανική στρατηγική έχει μια εμφανή αδυναμία: η Ουάσινγκτον μπορεί να ελέγχει μεγάλο μέρος του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά δεν ελέγχει την πολιτική βούληση της Κίνας.
Η «οικονομική D-Day» του Τραμπ μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική εφόσον το Πεκίνο περιορίσει τις αγορές ιρανικού πετρελαίου και συνεργαστεί στην εφαρμογή των κυρώσεων. Εάν, όμως, η Κίνα αποφασίσει να διατηρήσει ανοιχτό τον βασικό οικονομικό διάδρομο της Τεχεράνης, η αμερικανική εκστρατεία θα έχει ένα κρίσιμο κενό.
Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι πλέον αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιβάλουν κυρώσεις στο Ιράν.
Θα είναι αν είναι διατεθειμένες να επιβάλουν κυρώσεις στην Κίνα για χάρη του Ιράν.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό όριο της νέας στρατηγικής της Ουάσινγκτον. Γιατί η πρώτη «D-Day» έγινε στη Νορμανδία χωρίς να χρειάζεται η συναίνεση του αντιπάλου. Η οικονομική D-Day του Ιράν, όμως, περνά υποχρεωτικά από το Πεκίνο.





