Γιατί το Ισραήλ βλέπει «στρατηγική ήττα» και πώς απομονώνεται ο Νετανιάχου
Η υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν δημιουργεί νέα δεδομένα στη Μέση Ανατολή και φέρνει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου αντιμέτωπο με μία από τις δυσκολότερες πολιτικές και διπλωματικές δοκιμασίες των τελευταίων ετών.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα του Axios, υψηλόβαθμοι Ισραηλινοί αξιωματούχοι χαρακτηρίζουν το μνημόνιο κατανόησης που προώθησε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ως «στρατηγική και πολιτική καταστροφή» για το Ισραήλ, εκφράζοντας έντονη ανησυχία για τις συνέπειες που ενδέχεται να έχει στη γεωπολιτική ισορροπία της περιοχής.
Παρότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός απέφυγε δημόσια να αμφισβητήσει τη συμφωνία την ημέρα της υπογραφής της, στο παρασκήνιο επικρατεί έντονος προβληματισμός. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη πολιτική συγκυρία, καθώς ο Νετανιάχου προετοιμάζεται για μια δύσκολη προεκλογική αναμέτρηση, έχοντας επενδύσει σημαντικό μέρος της πολιτικής του στρατηγικής στην ανάσχεση της ιρανικής επιρροής.
Το διπλό αδιέξοδο του Ισραηλινού πρωθυπουργού
Για τον Νετανιάχου, η νέα συμφωνία δημιουργεί ένα σύνθετο πολιτικό πρόβλημα με δύο διαστάσεις.
Η πρώτη αφορά το εσωτερικό μέτωπο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης με το Ιράν, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε υποσχεθεί ότι η χώρα του θα πετύχει μια «ολική νίκη» απέναντι στην Τεχεράνη. Ωστόσο, το ιρανικό καθεστώς όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές εξέρχεται από τη σύγκρουση με ενισχυμένη περιφερειακή επιρροή και αυξημένο διπλωματικό κύρος.
Η δεύτερη διάσταση αφορά τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Νετανιάχου βλέπει τον στενότερο στρατηγικό σύμμαχο του Ισραήλ να επιλέγει τον δρόμο της διπλωματικής συνεννόησης με την Τεχεράνη, καταλήγοντας σε μια συμφωνία που, σύμφωνα με την ισραηλινή ανάγνωση, προσφέρει σημαντικά ανταλλάγματα στο Ιράν χωρίς να αντιμετωπίζει επαρκώς τις ανησυχίες ασφαλείας του εβραϊκού κράτους.
Ο Νετανιάχου πιο απομονωμένος από ποτέ
Το δημοσίευμα του Axios υποστηρίζει ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός βρίσκεται σήμερα σε σαφώς πιο δύσκολη θέση σε σχέση με προηγούμενες αντίστοιχες κρίσεις.
Ακόμη και χώρες που παραδοσιακά αντιμετώπιζαν με καχυποψία τις φιλοδοξίες της Τεχεράνης εμφανίζονται πλέον να υποστηρίζουν τη διαδικασία αποκλιμάκωσης. Χαρακτηριστική είναι η στάση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, τα οποία στο παρελθόν είχαν υιοθετήσει ιδιαίτερα σκληρή ρητορική απέναντι στο Ιράν, αλλά τώρα συντάσσονται με τη γενικότερη περιφερειακή τάση υπέρ της σταθερότητας και της διπλωματικής συνεννόησης.
Παράλληλα, ούτε στην Ουάσιγκτον φαίνεται να διαμορφώνεται ισχυρό μέτωπο αμφισβήτησης της συμφωνίας. Αν και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί εκφράζουν επιφυλάξεις, οι περισσότεροι αποφεύγουν να έρθουν σε ευθεία αντιπαράθεση με μια πρωτοβουλία που φέρει την προσωπική σφραγίδα του Ντόναλντ Τραμπ.
Γιατί δεν μπορεί να επαναληφθεί το σκηνικό του 2015
Η σημερινή συγκυρία διαφέρει σημαντικά από εκείνη του 2015, όταν ο Νετανιάχου είχε επιλέξει τη μετωπική σύγκρουση με τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Τότε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε απευθυνθεί απευθείας στο αμερικανικό Κογκρέσο, επιδιώκοντας να μπλοκάρει τη συμφωνία που προωθούσε ο Λευκός Οίκος.
Σήμερα, όμως, μια αντίστοιχη κίνηση θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη. Ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή επιρροή στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και οποιαδήποτε δημόσια σύγκρουση μαζί του θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στις αμερικανοϊσραηλινές σχέσεις.
Αυτό περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια κινήσεων του Νετανιάχου, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί τη δυσαρέσκειά του χωρίς να διακινδυνεύσει τη σχέση με τον βασικό στρατηγικό εταίρο του Ισραήλ.
Οι δημόσιες αιχμές του Τραμπ
Η συμφωνία συνοδεύεται και από μια εμφανή ψύχρανση στο προσωπικό επίπεδο μεταξύ των δύο ηγετών.
Κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής των G7, ο Τραμπ αναγνώρισε τη συνεργασία που είχε με τον Νετανιάχου κατά τη διάρκεια της κρίσης, αλλά παράλληλα προχώρησε σε δηλώσεις που ερμηνεύθηκαν ως σαφείς αιχμές προς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό.
Οι αναφορές του στον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως «μεγάλου εταίρου» και του Ισραήλ ως «πολύ μικρού εταίρου» έγιναν δεκτές με αμηχανία στο Τελ Αβίβ, καθώς σπάνια Αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποιεί τόσο άμεση γλώσσα για έναν από τους στενότερους συμμάχους της Ουάσιγκτον.
Σύμφωνα με το Axios, ο Τραμπ είχε εκφράσει ακόμη μεγαλύτερη ενόχληση σε ιδιωτικές συνομιλίες, θεωρώντας ότι ορισμένες ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες απειλούσαν να εκτροχιάσουν τη διαπραγματευτική διαδικασία με το Ιράν.
Το αγκάθι του Λιβάνου και της Χεζμπολάχ
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί στο Ισραήλ το κεφάλαιο της συμφωνίας που αφορά τον Λίβανο.
Το μνημόνιο προβλέπει ότι η κατάπαυση του πυρός καλύπτει και τις συγκρούσεις μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο προβλέπεται η αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων από τον νότιο Λίβανο στο πλαίσιο μιας συνολικής διευθέτησης.
Για την κυβέρνηση Νετανιάχου, η συγκεκριμένη πρόβλεψη θεωρείται εξαιρετικά προβληματική. Ισραηλινοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η αποχώρηση δεν μπορεί να συζητηθεί όσο η Χεζμπολάχ διατηρεί στρατιωτικές δυνατότητες και παρουσία κοντά στα σύνορα.
Η ισραηλινή πλευρά επιμένει ότι η ασφάλεια των βόρειων περιοχών της χώρας αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα και διαμηνύει πως δεν θεωρεί τον εαυτό της δεσμευμένο από οποιαδήποτε πρόβλεψη που δεν συνοδεύεται από πλήρη αφοπλισμό της σιιτικής οργάνωσης.
Προεκλογικές πιέσεις και πολιτικό κόστος
Η συμφωνία έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με σημαντικές πολιτικές προκλήσεις στο εσωτερικό.
Με τις εκλογές να πλησιάζουν, η εικόνα ενός πρωθυπουργού που δεν κατάφερε να επιβάλει τη δική του στρατηγική απέναντι στο Ιράν δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Ταυτόχρονα, η δημόσια κριτική που δέχεται από τον Ντόναλντ Τραμπ στερεί από τον Ισραηλινό ηγέτη ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά του πλεονεκτήματα: τη στενή σχέση με τον εκάστοτε ένοικο του Λευκού Οίκου.
Μια νέα πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή
Πέρα από τις άμεσες πολιτικές επιπτώσεις, η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν σηματοδοτεί μια βαθύτερη μεταβολή στις περιφερειακές ισορροπίες.
Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να επενδύει στη διπλωματία και στη σταθεροποίηση της περιοχής, ενώ αρκετές αραβικές χώρες επιλέγουν την αποκλιμάκωση αντί της αντιπαράθεσης. Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπο με το ενδεχόμενο να παραμείνει σχεδόν μόνο του στην αντίθεση προς τη συμφωνία.
Για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, η επόμενη περίοδος αναμένεται να είναι καθοριστική. Θα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης των στρατηγικών δεσμών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στις ανησυχίες ασφαλείας του Ισραήλ και στις πολιτικές πιέσεις που δημιουργεί η νέα πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή.








