Άρθρο του Βασίλη Κορκίδη*
Οι γεωπολιτικές κρίσεις έχουν διαμορφώσει μία νέα κατάσταση στην παγκόσμια οικονομία. Είναι προφανές ότι πλέον οι εισαγόμενες κρίσεις θα επηρεάζουν στο εξής τις επί μέρους οικονομίες συνθέτοντας ένα «σκηνικό» όπου η πίεση στο επιχειρείν και τα νοικοκυριά είναι πασιφανής.
Η «αμφιβολία για το πως θα ξημερώσει το αύριο», υποδηλώνει ψυχολογική και οικονομική πίεση που προκαλούν στους Έλληνες καταναλωτές οι ραγδαίες γεωπολιτικές εξελίξεις και ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο γεγονός που έχει άμεσες αλλά και έμμεσες συνέπειες για την οικονομία. Πρόσφατη έρευνα του του ΙΕΛΚΑ κατέγραψε ανησυχία και το άγχος που διακατέχουν τα νοικοκυριά και τις επιπτώσεις στις καταναλωτικές τους συνήθειες. Επί της ουσίας τα τρόφιμα παραμένουν σημαντική πηγή οικονομικής πίεσης παρά τις πιέσεις των τιμών στα καύσιμα. Οι καταναλωτές εκτιμούν ότι η μεγαλύτερη επιβάρυνση σήμερα είναι από τις τιμές καυσίμων-ενέργειας (αθροιστικά) και τις τιμές τροφίμων. Τα στατιστικά στοιχεία εμφανίζουν σημαντικότερη επιβάρυνση της τάξης του 40% στα τρόφιμα, 34% στην ενέργεια, 21% καύσιμα. Το επόμενο εξάμηνο η σημαντικότερη επιβάρυνση θα είναι 39% στα τρόφιμα (παραμένουν πρώτη ανησυχία), 35% στα καύσιμα (σημαντική αύξηση προσδοκώμενης πίεσης), 21% στην ενέργεια (σχετική αποκλιμάκωση ανησυχίας). Παρότι οι τιμές τροφίμων καταγράφουν σχετικά σταθερή πορεία τιμών πριν και μετά την έναρξη του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, σε αντίθεση με τις τιμές καυσίμων που έχουν αυξηθεί σημαντικά, οι καταναλωτές εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται μεγαλύτερη επίδραση από τις τιμές τροφίμων. Η «αγοραστική αναδίπλωση» είναι σαφές ότι επηρεάζει άμεσα σοβαρά τον τομέα των τροφίμων και έμμεσα τον πρωτογενή τομέα αλλά και τον τομέα μεταποίησης που σχετίζεται με τα τρόφιμα.
Οι καταναλωτές προχωρούν σε άμεσες προσαρμογές της καθημερινής συμπεριφοράς τους με κύριες κατευθύνσεις την αναβολή δαπανών και τη μείωση δαπανών. Συγκεκριμένα, για την αναβολή δαπανών, 60% δηλώνει ότι έχει αναβάλει αγορές ένδυσης και προσωπικών ειδών, 54% αναβάλει δαπάνες διασκέδασης (εστίαση, διακοπές). Αναφορικά με τη μείωση δαπανών, 42% αναζητά περισσότερο προσφορές και εκπτώσεις, 40% στρέφεται σε φθηνότερα προϊόντα, 36% περιορίζει αγορές βασικών αγαθών (τρόφιμα, παντοπωλείο), 30% μειώνει την κατανάλωση καυσίμων και 29% μειώνει την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.
Πρόκειται για μία «αλυσιδωτή αντίδραση» που επηρεάζει τον εμπορικό κόσμο ο οποίος έχει να αντιμετωπίσει τα «απόνερα» μιας εισαγόμενης κρίσης για μία ακόμη φορά και χωρίς μάλιστα να έχει κάποιες ενδείξεις στον κοντινό, τουλάχιστον, ορίζοντα ότι η κρίση αυτή θα λάβει κάποια στιγμή τέλος.
Σε αυτή την συγκυρία η αντίδραση της κυβέρνησης αποδεικνύει για ακόμη μία φορά τα αντανακλαστικά τηςστη προστασία της κοινωνίας και ιδίως των οικονομικά ευάλωτων ομάδων. Η αξιοποίηση μέρους του υπερπλεονάσματος, με τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν επιστρέφει στην κοινωνία ως δίκαιο «μέρισμα», εντός του πλαισίου των νέων δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ, που επιτρέπουν στοχευμένες παρεμβάσεις έως το 0,3% του ΑΕΠ. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση αξιοποιεί το δημοσιονομικό χώρο που έχει δημιουργηθεί θέτοντας υπό τις παρούσες συνθήκες, κοινωνικά και αναπτυξιακά κριτήρια.
Αλλά το ερώτημα που παραμένει σχετίζεται με τον ορίζοντα της κρίσης που είναι ασαφής. Σε ό,τι αφορά τις ανάγκες οικονομικής ενίσχυσης για το επόμενο εξάμηνο, με βάση τα στοιχεία της έρευνας, ποσοστό 81% των καταναλωτών θεωρεί ότι θα χρειαστεί σημαντική βοήθεια για το ηλεκτρικό ρεύμα, 77% για τα καύσιμα, 67% για τρόφιμα και βασικά είδη, 51% για φορολογικές υποχρεώσεις και 38% για ενοίκια και κατοικία. Ως προς την εκτίμηση του μέλλοντος, η εξέλιξη δείχνει ότι οι καταναλωτές αναμένουν μετατόπιση της πίεσης προς τις μεταφορές, καθώς υποχωρεί η ανάγκη για θέρμανση λόγω του καλοκαιριού και αυξάνεται η ανάγκη για μετακινήσεις, διατηρώντας όμως τα τρόφιμα ως βασικό σημείο κόστους. Και πάλι τα στατιστικά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Οι καταναλωτές προχωρούν σε άμεσες προσαρμογές της καθημερινής συμπεριφοράς τους με κύριες κατευθύνσεις την αναβολή δαπανών και τη μείωση δαπανών. Συγκεκριμένα, για την αναβολή δαπανών, 60% δηλώνει ότι έχει αναβάλει αγορές ένδυσης και προσωπικών ειδών, 54% αναβάλει δαπάνες διασκέδασης (εστίαση, διακοπές). Αναφορικά με τη μείωση δαπανών, 42% αναζητά περισσότερο προσφορές και εκπτώσεις, 40% στρέφεται σε φθηνότερα προϊόντα, 36% περιορίζει αγορές βασικών αγαθών (τρόφιμα, παντοπωλείο), 30% μειώνει την κατανάλωση καυσίμων και 29% μειώνει την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.
Η «δύναμη των αριθμών» δεν αφήνει περιθώρια παρανοήσεων. Η κυβέρνηση θα πρέπει να προετοιμάσει το επόμενο βήμα. Εφόσον οι διεθνείς εξελίξεις συνεχίσουν να μας επιφέρουν ανατροπές, θα πρέπει να αναμένεται και άλλη ενδιάμεση δέσμη προσωρινών μέτρων πριν την επικείμενη ΔΕΘ, που όμως θα αποτελέσει τον επόμενο σταθμό μόνιμων μέτρων ανακούφισης νοικοκυριών, αλλά και γενικότερα στήριξης της επιχειρηματικότητας. Στο επίκεντρο, ευελπιστούμε ότι θα βρεθούν οι μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με παρεμβάσεις που θα ενισχύουν τη ρευστότητα, θα στηρίζουν την ανάπτυξη και θα προωθούν ουσιαστικές φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις. Επίσης περιμένουμε στο επόμενο διάστημα να συνυπολογίσουμε και τις καθυστερημένες φοροελαφρύνσεις, της «εργαλειοθήκης» που ακόμα σχεδιάζει και μελετά η ΕΕ, στον κρίσιμο τομέα του ενεργειακού κόστους.
Σε κάθε περίπτωση, γνωρίζουμε πως κανένα οικονομικό μέτρο σε εθνικό επίπεδο δεν επαρκεί για να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις μιας παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης, αλλά μόνο να τις περιορίσει. Στόχος της κυβέρνησης πρέπει να είναι η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος μέσα από μία κυβερνητική στρατηγική που να συνδυάζει μόνιμες μειώσεις φόρων με στοχευμένες παρεμβάσεις σε περιόδους κρίσεων, σύμφωνα και με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η «ανθεκτικότητα» της ελληνικής οικονομίας δοκιμάζεται για μία ακόμη φορά και ο εισαγόμενος πληθωρισμός πρέπει να καμφθεί γεγονός που απαιτεί συνεχή εγρήγορση από το οικονομικό επιτελείο.
*πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά






