Αμερικανικές εκλογές 2026: Η ιστορική ήττα του Τραμπ, η ανατροπή στο Κογκρέσο και η κρίση του MAGA
Ο Ντόναλντ Τραμπ πέρασε ολόκληρη την προεκλογική περίοδο ζητώντας από τους Αμερικανούς να ψηφίσουν σαν να βρισκόταν και ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο. Τους το ζήτησε δεκάδες φορές. Όταν οι ψηφοφόροι ανταποκρίθηκαν, όμως, το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο από εκείνο που επιδίωκε: οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, ενώ οι Δημοκρατικοί πέτυχαν μια από τις μεγαλύτερες εκλογικές ανατροπές της μεταπολεμικής αμερικανικής πολιτικής ιστορίας.
Η ειρωνεία είναι σχεδόν πολιτικά αυτοκαταστροφική. Ο πρόεδρος που απαίτησε να μετατραπούν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ σε προσωπική αναμέτρηση με την αντιπολίτευση, μετά την ήττα επιχείρησε να αποσυνδέσει το όνομά του από το αποτέλεσμα. Η εκλογική ετυμηγορία, ωστόσο, είχε ήδη εκδοθεί. Και δεν αφορούσε μόνο την κοινοβουλευτική αριθμητική. Αφορούσε την οικονομία, τον πόλεμο στο Ιράν, τη θεσμική λειτουργία της αμερικανικής δημοκρατίας και, κυρίως, την εξάντληση ενός πολιτικού μοντέλου που είχε στηριχθεί στην προσωπική κυριαρχία του Τραμπ.
Το Δημοκρατικό Κόμμα κερδίζει την πλειοψηφία τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, ανατρέποντας τους συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον. Παράλληλα, καταγράφει νίκες σε πολιτείες που θεωρούνταν ασφαλή ρεπουμπλικανικά προπύργια. Το μήνυμα είναι σαφές: η εκλογική συμμαχία που επέστρεψε τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2024 δεν λειτουργεί πλέον με τους ίδιους όρους.
Η ήττα έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν προέκυψε από έναν μεμονωμένο παράγοντα ή από μια συγκυριακή μετατόπιση. Συνδέεται με τη συσσώρευση οικονομικής δυσαρέσκειας, την αμφισβήτηση των πολιτικών επιλογών του προέδρου και την αίσθηση ότι η κυβέρνηση ενδιαφέρεται περισσότερο για την επίδειξη ισχύος παρά για τα προβλήματα της καθημερινότητας.
Η οικονομία, το Ιράν και η διάψευση των υποσχέσεων
Η οικονομία αποδείχθηκε το πιο ευάλωτο σημείο της προεδρίας. Ο Τραμπ είχε επιστρέψει στην εξουσία υποσχόμενος χαμηλότερες τιμές, προστασία της αμερικανικής παραγωγής και απεμπλοκή από τις πολεμικές περιπέτειες του εξωτερικού. Αντί γι’ αυτό, οι εμπορικοί δασμοί επιβάρυναν το κόστος για τους καταναλωτές, οι τιμές των καυσίμων αυξήθηκαν και ο πόλεμος με το Ιράν μετέφερε τις γεωπολιτικές επιλογές του Λευκού Οίκου απευθείας στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Το Ιράν εξελίχθηκε σε πολιτικό βαρίδι για τον πρόεδρο. Η στρατιωτική εμπλοκή κλόνισε τις ενεργειακές αγορές και υπονόμευσε την υπόσχεση του MAGA ότι η Αμερική θα σταματήσει να αναλαμβάνει το κόστος πολέμων που δεν εξυπηρετούν άμεσα τα συμφέροντά της. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η αύξηση της τιμής της βενζίνης. Ήταν η αντίφαση ανάμεσα στο σύνθημα «America First» και σε μια παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Αυτή η αντίφαση αποτυπώθηκε και στις πρώτες μετεκλογικές τοποθετήσεις. Ο Τραμπ επιμένει ότι ο πόλεμος ήταν αναγκαίος και άξιζε το κόστος, ενώ ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς αναγνώρισε ότι η σύγκρουση συνέβαλε καθοριστικά στην εκλογική ήττα. Η δημόσια διαφοροποίηση των δύο ανδρών ανοίγει μια συζήτηση που αφορά πλέον και την επόμενη ημέρα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Η διαφορετική γραμμή Τραμπ και Βανς για το Ιράν δείχνει ότι η κρίση δεν περιορίζεται στην απώλεια των κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών.
Η δυσαρέσκεια είχε και άλλες διαστάσεις. Η επιθετική μεταναστευτική πολιτική, οι εικόνες βίαιων επιχειρήσεων της ICE, οι ανησυχίες για την αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας και οι καταγγελίες για τον πλουτισμό του προέδρου και του στενού του περιβάλλοντος διαμόρφωσαν ένα ευρύτερο κλίμα αμφισβήτησης. Για ένα τμήμα των ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει τον Τραμπ το 2024, η υπόσχεση της πολιτικής αλλαγής είχε μετατραπεί σε μια νέα μορφή προνομιακής διακυβέρνησης.
Η ανατροπή στη Βουλή και τη Γερουσία έχει, επομένως, βαθύτερη σημασία από την απλή αλλαγή κοινοβουλευτικών συσχετισμών. Οι Δημοκρατικοί κέρδισαν σε πολιτείες όπου ο Τραμπ είχε επικρατήσει με μεγάλες διαφορές το 2024, ενώ υποψήφιοι που είχαν την προσωπική υποστήριξή του δεν κατάφεραν να εκλεγούν. Η πολιτική ταύτιση με τον πρόεδρο, που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε εκλογικό πλεονέκτημα, μετατράπηκε σε μειονέκτημα.
Οι ιστορικές πρωτιές και η πολιτική ανανέωση της Αμερικής
Η εκλογική ανατροπή συνοδεύτηκε από μια σειρά ιστορικών πρωτιών που έχουν τη δική τους πολιτική σημασία. Η Κίσα Λανς Μπότομς γίνεται η πρώτη μαύρη γυναίκα κυβερνήτης στην ιστορία των ΗΠΑ, κερδίζοντας την Τζόρτζια. Η πρώην υπουργός Εσωτερικών Ντεμπ Χάαλαντ γίνεται η πρώτη γυναίκα αυτόχθονης καταγωγής που εκλέγεται κυβερνήτης, στο Νέο Μεξικό. Στο Μίσιγκαν, ο προοδευτικός Αμπντούλ Ελ-Σαγιέν γίνεται ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής στην αμερικανική ιστορία.
Στο Νιου Χάμσαϊρ, ο ελληνικής καταγωγής Κρις Πάπας γράφει τη δική του ιστορία, καθώς γίνεται ο πρώτος ανοιχτά ομοφυλόφιλος άνδρας που εκλέγεται στη Γερουσία. Η εκλογή του έχει ιδιαίτερη συμβολική βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική του Τραμπ είχε επενδύσει στην πολιτισμική πόλωση και στην αντιπαράθεση γύρω από την ταυτότητα. Η ιστορική νίκη του Κρις Πάπας αποτελεί, παράλληλα, μια σημαντική στιγμή για την ελληνοαμερικανική κοινότητα.
Η επιτυχία του Ελ-Σαγιέν έχει επίσης ιδιαίτερο πολιτικό περιεχόμενο. Ο υποψήφιος της προοδευτικής πτέρυγας επικράτησε παρά τις επιθέσεις που δέχθηκε για τις θέσεις του και την ταυτότητά του, αλλά και την ισχυρή κινητοποίηση αντιπάλων του. Η εκλογή του πρώτου μουσουλμάνου γερουσιαστή δείχνει ότι η αμερικανική κοινωνία παραμένει πολύ πιο σύνθετη από το στερεότυπο της συντηρητικής, ομοιογενούς MAGA Αμερικής.
Οι πρωτιές δεν περιορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις. Η Τζόρτζια, το Νέο Μεξικό, το Τέξας και η Καλιφόρνια αναδεικνύουν νέα πρόσωπα στην πολιτική ηγεσία, ενώ η εκλογή του Μπάιρον Ντόναλντς στη Φλόριντα, ως πρώτου μαύρου κυβερνήτη της πολιτείας και Ρεπουμπλικανού, υπενθυμίζει ότι η εκλογική αναδιάταξη δεν είναι μονοσήμαντη. Η αμερικανική κοινωνία αλλάζει και οι κομματικές ταυτότητες δεν μπορούν πλέον να ερμηνεύονται αποκλειστικά μέσα από τις παραδοσιακές φυλετικές, κοινωνικές ή πολιτισμικές κατηγορίες.
Η Αριστερά κερδίζει έδαφος, αλλά η μάχη για την ταυτότητα των Δημοκρατικών αρχίζει τώρα
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα των εκλογών αφορά την προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών. Υποψήφιοι με σαφώς αριστερότερο πολιτικό στίγμα, οι οποίοι είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με την κομματική γραφειοκρατία και ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, κατάφεραν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων.
Η επιτυχία αυτή δίνει νέα επιχειρήματα στους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής (DSA) και στις οργανώσεις βάσης που ζητούν βαθύτερη αλλαγή στην πολιτική και οικονομική ατζέντα του κόμματος. Η ακρίβεια, η στέγη, η υγεία, οι μισθοί και η εργασιακή ανασφάλεια βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκστρατείας, χωρίς να εγκαταλειφθούν τα ζητήματα των δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και της μεταναστευτικής πολιτικής.
Εδώ, όμως, αρχίζει και η επόμενη εσωκομματική σύγκρουση. Οι μετριοπαθείς Δημοκρατικοί θα υποστηρίξουν ότι η νίκη προήλθε από την προσέλκυση απογοητευμένων Ρεπουμπλικανών και ανεξάρτητων ψηφοφόρων, ενώ η προοδευτική πτέρυγα θα αντιτείνει ότι η κινητοποίηση της νεότερης γενιάς και η πιο επιθετική κοινωνική ατζέντα ήταν εκείνες που έδωσαν στην παράταξη την εκλογική δυναμική της.
Και οι δύο πλευρές έχουν επιχειρήματα. Το κρίσιμο είναι αν οι Δημοκρατικοί θα μπορέσουν να μετατρέψουν μια ετερόκλητη εκλογική συμμαχία σε συνεκτικό πολιτικό σχέδιο. Η νίκη εναντίον του Τραμπ δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με συμφωνία για το τι πρέπει να ακολουθήσει.
Το 2028 δεν είναι ακόμη χαμένο για τον Τραμπ
Παρά την έκταση της ήττας, θα ήταν πρόωρο να θεωρηθεί ότι οι ενδιάμεσες εκλογές σηματοδοτούν αυτομάτως το πολιτικό τέλος του Τραμπ. Η αμερικανική ιστορία προσφέρει αρκετά παραδείγματα που επιβάλλουν προσοχή.
Το 1994, οι Ρεπουμπλικανοί του Νιουτ Γκίνγκριτς πέτυχαν μια σαρωτική νίκη επί του Μπιλ Κλίντον, καταλαμβάνοντας τη Βουλή των Αντιπροσώπων για πρώτη φορά έπειτα από τέσσερις δεκαετίες. Ο Κλίντον, ωστόσο, κατάφερε να ανασυνταχθεί και να επανεκλεγεί το 1996. Το 2010, οι Δημοκρατικοί του Μπαράκ Ομπάμα υπέστησαν μια εξίσου σοβαρή εκλογική ήττα, αλλά ο ίδιος κέρδισε ξανά την προεδρία το 2012.
Η διαφορά στην περίπτωση Τραμπ βρίσκεται στην προσωπική του σχέση με την εξουσία και στην αδυναμία του να αποδεχθεί ότι η πολιτική του επιρροή μπορεί να έχει όρια. Η άρνησή του να αναλάβει την ευθύνη για την ήττα, η επίθεση στους υποψηφίους του και η προσπάθεια να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως μια απλή αποτυχία της εκλογικής κινητοποίησης δείχνουν ότι δεν έχει διάθεση να αναθεωρήσει τη στρατηγική του.
Σύμφωνα με την καταμέτρηση της Washington Post, ο Τραμπ είχε δηλώσει ή ζητήσει από τους ψηφοφόρους να προσποιηθούν ότι βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο συνολικά 63 φορές, όχι 47 όπως αναφέρεται σε ορισμένες αποτιμήσεις. Η αντίφαση ανάμεσα στην προεκλογική του απαίτηση να κριθεί προσωπικά και στη μετεκλογική προσπάθεια να αποποιηθεί την ευθύνη αποτυπώνει το πολιτικό του πρόβλημα.
Η απώλεια και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου σημαίνει ότι τα επόμενα δύο χρόνια θα είναι πολύ διαφορετικά. Οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να μπλοκάρουν νομοθετικές πρωτοβουλίες, να ασκούν κοινοβουλευτικό έλεγχο, να ανοίγουν έρευνες για κυβερνητικές αποφάσεις και να διερευνούν τις οικονομικές δραστηριότητες του προέδρου και του περιβάλλοντός του. Ο Τραμπ διατηρεί την εκτελεστική εξουσία, αλλά η δυνατότητά του να επιβάλλει ανεμπόδιστα την πολιτική του περιορίζεται σημαντικά.
Η κρίση του MAGA και η επόμενη ημέρα της διεθνούς ακροδεξιάς
Υπάρχει και μια διάσταση που ξεπερνά τα αμερικανικά σύνορα. Ο Τραμπ δεν αποτελεί απλώς τον ηγέτη ενός συντηρητικού κόμματος. Έχει εξελιχθεί σε σημείο αναφοράς για ένα διεθνές δίκτυο πολιτικών δυνάμεων που επενδύουν στον εθνικισμό, στην πολιτισμική αντιπαράθεση, στην αμφισβήτηση των θεσμών και στην προσωπολατρία.
Από την Ευρώπη μέχρι τη Λατινική Αμερική, η πολιτική του έχει λειτουργήσει ως παράδειγμα για ηγέτες και κινήματα που υποστηρίζουν ότι μπορούν να ανατρέψουν το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, επικαλούμενοι μια υποτιθέμενη άμεση σχέση με τον λαό.
Η εκλογική ήττα του MAGA δεν συνεπάγεται αυτομάτως την κατάρρευση αυτών των δυνάμεων. Αφαιρεί, όμως, από την αμερικανική ακροδεξιά το βασικότερο επιχείρημά της: ότι η πολιτική κυριαρχία του Τραμπ αποτελεί μια ασταμάτητη ιστορική τάση και ότι η εκλογική του συμμαχία μπορεί να επεκτείνεται διαρκώς.
Ταυτόχρονα, η αμερικανική κάλπη στέλνει ένα μήνυμα και προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις. Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται υποχρεωτικά σε ψήφο υπέρ της ακροδεξιάς. Μπορεί να στραφεί εναντίον της, όταν οι υποσχέσεις για οικονομική ανακούφιση, ασφάλεια και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης διαψεύδονται στην πράξη.
Το ίδιο σημαντικό είναι ότι οι ψηφοφόροι δεν εγκατέλειψαν τα ζητήματα της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων για χάρη της οικονομίας. Τα δύο πεδία λειτούργησαν συμπληρωματικά. Η ακρίβεια και ο πόλεμος έπληξαν την κυβέρνηση στην καθημερινότητα, ενώ η ανησυχία για τη λειτουργία των θεσμών ενίσχυσε την πολιτική αντίδραση.
Η αμερικανική κοινωνία δεν έδωσε λευκή επιταγή στους Δημοκρατικούς. Τους έδωσε, όμως, την ευκαιρία να αποδείξουν ότι μπορούν να αποτελέσουν πραγματική εναλλακτική εξουσίας.
Το μεγάλο στοίχημα για τον Τραμπ είναι πλέον αν μπορεί να κυβερνήσει χωρίς τον κοινοβουλευτικό έλεγχο που θεωρούσε δεδομένο. Για τους Δημοκρατικούς, αν μπορούν να αξιοποιήσουν την εκλογική νίκη χωρίς να εγκλωβιστούν στις δικές τους εσωτερικές αντιπαραθέσεις.
Και για την Αμερική, το ερώτημα είναι ακόμη μεγαλύτερο: αν η πολιτική κυριαρχία του Τραμπ ήταν η αρχή μιας μακράς εποχής ή η κορύφωση ενός κύκλου που τώρα αρχίζει να κλείνει.






