Οι Αμερικανοί δεν ψηφίζουν για να αλλάξουν πρόεδρο. Ψηφίζουν, όμως, για να κρίνουν πόσο ανεξέλεγκτα θα μπορεί να ασκεί την εξουσία του ο Ντόναλντ Τραμπ. Και αυτή η απόφαση δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ. Αφορά την Ουκρανία, την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και, συνολικά, την αξιοπιστία της αμερικανικής πολιτικής στο διεθνές σύστημα.
Γράφει ο Θόδωρος Τσίκας*
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου θα αναδείξουν τη νέα σύνθεση του Κογκρέσου, με την ανανέωση όλων των εδρών της Βουλής των Αντιπροσώπων και περίπου του ενός τρίτου της Γερουσίας. Εάν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν τον έλεγχο ενός ή και των δύο Σωμάτων, ο πρόεδρος θα βρεθεί αντιμέτωπος με ισχυρότερους θεσμικούς περιορισμούς. Αλλά το ουσιαστικό διακύβευμα δεν εξαντλείται στο ποιος θα έχει την πλειοψηφία.
Το ερώτημα είναι, αν οι ΗΠΑ μπορούν να διατηρήσουν μια συνεκτική και προβλέψιμη διεθνή πολιτική, όταν η εσωτερική πολιτική τους γίνεται ολοένα πιο πολωμένη και οι αποφάσεις της κυβέρνησης επηρεάζονται άμεσα από τις εκλογικές πιέσεις.
Η οικονομία επιστρέφει ως πολιτικός καταλύτης
Η οικονομία βρίσκεται στην καρδιά της εκλογικής αναμέτρησης. Στην έρευνα του Pew Research Center, που δημοσιεύθηκε στις 8 Οκτωβρίου, το 84% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων δήλωνε ότι η οικονομία αποτελεί πολύ σημαντικό παράγοντα για την ψήφο του. Η δημοτικότητα του Τραμπ είχε υποχωρήσει στο 30%. Νεότερη έρευνα της Reuters/Ipsos, στις 26 Οκτωβρίου, την κατέγραψε στο 32%, με τους Δημοκρατικούς να προηγούνται στο γενικό ερώτημα για την εκλογική προτίμηση προς το Κογκρέσο.
Οι δημοσκοπήσεις δεν προεξοφλούν το αποτέλεσμα. Καταγράφουν, ωστόσο, μια πολιτική δυσκολία: ο Τραμπ είχε υποσχεθεί ότι θα μειώσει το κόστος ζωής, αλλά η ακρίβεια και οι αυξημένες τιμές της ενέργειας έχουν γίνει πηγή δυσαρέσκειας.
Εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη σύνδεση ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική πολιτική. Όταν η κυβέρνηση πιέζεται να προσφέρει άμεσα οικονομικά αποτελέσματα, οι διεθνείς επιλογές της αξιολογούνται όχι μόνο με βάση τους στρατηγικούς στόχους, αλλά και με βάση την επίδρασή τους στην καθημερινότητα των ψηφοφόρων. Η εξωτερική πολιτική δεν παύει να είναι στρατηγική υπόθεση. Γίνεται, όμως, ταυτόχρονα εργαλείο εσωτερικής πολιτικής.
Η Ουκρανία αποκαλύπτει την αντίφαση
Η πρόσφατη διαχείριση του πολέμου στην Ουκρανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Τραμπ ανακοίνωσε ενεργειακή εκεχειρία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, χωρίς να υπάρξει άμεση επιβεβαίωση της συμφωνίας από τη Μόσχα και το Κίεβο. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προώθησε συμφωνία για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ, με το επιχείρημα ότι θα συμβάλει στην αντιμετώπιση των υψηλών τιμών των καυσίμων.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς, αν αυτές οι κινήσεις θα οδηγήσουν σε μια νέα διαπραγματευτική προσπάθεια. Είναι η αντίφαση που αναδεικνύουν: η επιδίωξη μιας άμεσης οικονομικής ανακούφισης στο εσωτερικό μπορεί να συγκρουστεί με τον στόχο της άσκησης πίεσης προς τη Ρωσία και με την ανάγκη να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη της Ουκρανίας.
Η διπλωματία προϋποθέτει συμβιβασμούς. Δεν μπορεί, όμως, να στηρίζεται μόνο σε αποσπασματικές συναλλαγές, χωρίς σαφείς όρους και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες για τις συμμαχικές σχέσεις. Όταν οι επιλογές της Ουάσιγκτον εμφανίζονται να μεταβάλλονται ανάλογα με την εκάστοτε εσωτερική πίεση, οι σύμμαχοι αναγκάζονται να αναρωτηθούν πόσο σταθερές είναι οι αμερικανικές δεσμεύσεις.
Αυτή είναι η βαθύτερη διεθνής επίπτωση της αμερικανικής πολιτικής αστάθειας. Δεν αφορά μόνο μια συγκεκριμένη απόφαση για την Ουκρανία. Αφορά την εμπιστοσύνη, που χρειάζεται κάθε συμμαχία για να λειτουργήσει και κάθε διαπραγμάτευση για να έχει διάρκεια.
Το Κογκρέσο μπορεί να περιορίσει τον πρόεδρο, όχι να αλλάξει αυτομάτως την πολιτική
Μια νίκη των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων θα δυσκόλευε τη νομοθετική ατζέντα του Τραμπ και θα ενίσχυε τον κοινοβουλευτικό έλεγχο προς την κυβέρνηση. Η αλλαγή συσχετισμών στη Γερουσία θα μπορούσε να επιφέρει πρόσθετους περιορισμούς. Δεν θα σήμαινε, ωστόσο, ότι ο πρόεδρος θα έχανε αυτομάτως τη δυνατότητα να διαμορφώνει την εξωτερική πολιτική ή ότι θα ανατρεπόταν η κατεύθυνσή της.
Η αμερικανική προεδρία διαθέτει σημαντικές εξουσίες στους τομείς της Διπλωματίας και της Ασφάλειας. Το Κογκρέσο επηρεάζει, όμως, τη χρηματοδότηση, τη νομοθεσία, τους διορισμούς και τον έλεγχο των κυβερνητικών επιλογών. Μπορεί, επομένως, να αυξήσει το πολιτικό κόστος μιας απόφασης και να περιορίσει την ευχέρεια του προέδρου να ενεργεί χωρίς ευρύτερη θεσμική στήριξη.
Το αποτέλεσμα των εκλογών θα δείξει και κάτι ακόμη: κατά πόσο η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε θεσμικό αντίβαρο. Αν οι ψηφοφόροι επιλέξουν να περιορίσουν την εξουσία του Τραμπ, αυτό δεν θα σημαίνει απαραίτητα ότι απορρίπτουν συνολικά την πολιτική του. Θα αποτελεί, όμως, ένδειξη ότι η προεδρική εξουσία δεν είναι απεριόριστη και ότι οι εκλογές μπορούν να αναδιαμορφώσουν τους όρους άσκησής της.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να περιμένει την αμερικανική κάλπη
Για την Ευρώπη, η σημασία των εκλογών δεν βρίσκεται μόνο στο αν θα αλλάξει ο συσχετισμός στο Κογκρέσο. Βρίσκεται και στο αν η αμερικανική πολιτική απέναντι στο ΝΑΤΟ, στην Ουκρανία και στην ευρωπαϊκή Ασφάλεια θα αποκτήσει μεγαλύτερη σταθερότητα.
Δεν υπάρχει, ωστόσο, λόγος να θεωρείται δεδομένο ότι μια εκλογική επιτυχία των Δημοκρατικών θα επαναφέρει την προηγούμενη διατλαντική σχέση. Η συζήτηση στις ΗΠΑ για την κατανομή των αμυντικών βαρών και την προτεραιότητα του Ινδοειρηνικού Ωκεανού έχει βαθύτερες, διακομματικές ρίζες. Η αμφισβήτηση της αμερικανικής αξιοπιστίας από τους Ευρωπαίους δεν προκύπτει αποκλειστικά από την προσωπικότητα του Τραμπ, αλλά και από τη δυσκολία να εξασφαλιστεί συνέχεια στην αμερικανική στρατηγική.
Γι’ αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις εκλογές ως υποκατάστατο της δικής της πολιτικής. Ακόμη κι αν οι νέοι συσχετισμοί δημιουργήσουν περιθώρια συνεννόησης με την Ουάσιγκτον, η ενίσχυση των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων και της πολιτικής συνοχής της παραμένει αναγκαία.
Ανάλογη αβεβαιότητα αφορά τη Μέση Ανατολή και τον ανταγωνισμό με την Κίνα. Η εσωτερική πολιτική μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον διαχειρίζεται κρίσεις και συμμαχίες. Δεν σημαίνει, όμως, ότι όλες οι στρατηγικές προτεραιότητες των ΗΠΑ θα αλλάξουν με μια εκλογική μεταβολή. Ορισμένες τάσεις είναι βαθύτερες από την εναλλαγή κυβερνήσεων.
Το πραγματικό διακύβευμα
Οι ενδιάμεσες εκλογές δεν θα κρίνουν αν οι ΗΠΑ θα παραμείνουν μεγάλη δύναμη. Θα επηρεάσουν, όμως, τους όρους με τους οποίους ασκούν την ισχύ τους και τον βαθμό στον οποίο μπορούν να εγγυώνται συνέχεια στις διεθνείς δεσμεύσεις τους.
Μια ήττα των Ρεπουμπλικανών μπορεί να περιορίσει τον Τραμπ, χωρίς να εξασφαλίζει από μόνη της μια συνεκτικότερη εξωτερική πολιτική. Αντίστοιχα, η διατήρηση των πλειοψηφιών τους δεν θα εξαφανίσει τις οικονομικές πιέσεις και τις κοινωνικές αντιθέσεις που επηρεάζουν τις επιλογές της κυβέρνησης.
Για τους συμμάχους και τους ανταγωνιστές των ΗΠΑ, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ουάσιγκτον θα μπορεί να μετατρέπει την οικονομική και στρατιωτική ισχύ της σε πολιτική με σαφείς στόχους, διάρκεια και αξιοπιστία. Η διεθνής επιρροή δεν μετριέται μόνο από τους πόρους μιας χώρας, αλλά και από την εμπιστοσύνη που εμπνέουν οι αποφάσεις της.
Η κάλπη του Νοεμβρίου θα είναι, επομένως, κάτι περισσότερο από μια ενδιάμεση εκλογική αναμέτρηση. Θα δοκιμάσει τα όρια της εξουσίας του Τραμπ, αλλά και την ικανότητα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος να διατηρεί σταθερό διεθνή ρόλο σε συνθήκες εσωτερικής πόλωσης.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος “Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων” στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)







