Ο Γκάντι Αϊζενκοτ εμφανίζεται μπροστά από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου σε αρκετές δημοσκοπήσεις, λίγες ώρες πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ. Ωστόσο, η πρωτιά δεν αρκεί για να εξασφαλίσει την εξουσία. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ποιος θα μπορέσει να συγκεντρώσει τις 61 έδρες που απαιτούνται για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, σε μια αναμέτρηση όπου κανένα από τα δύο μεγάλα στρατόπεδα δεν εμφανίζεται να διαθέτει ασφαλή δρόμο προς τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Το πολιτικό παιχνίδι του Νετανιάχου με τον Τραμπ και το Ιράν βρίσκεται στο επίκεντρο της τελευταίας προεκλογικής προσπάθειας του Ισραηλινού πρωθυπουργού. Η διεθνής προβολή των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η αμερικανική υποστήριξη και η υπόσχεση για αποφασιστική αντιμετώπιση της Τεχεράνης αποτελούν βασικά στοιχεία της εκστρατείας του. Το ερώτημα, όμως, είναι αν μπορούν να διευρύνουν την εκλογική του επιρροή ή απλώς να συσπειρώσουν τους ήδη πιστούς ψηφοφόρους του.
Οι τελευταίες μετρήσεις καταγράφουν μια αμφίρροπη μάχη, με το κόμμα του Αϊζενκοτ, Γιασάρ, να εμφανίζεται σε ορισμένες δημοσκοπήσεις ισχυρότερο από το Λικούντ του Νετανιάχου. Οι εκτιμήσεις για τις έδρες, ωστόσο, διαφέρουν ανάλογα με την εταιρεία μέτρησης και τη σύνθεση των πολιτικών μπλοκ. Σε κάθε περίπτωση, η αριθμητική της Κνεσέτ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο παρατεταμένων διαπραγματεύσεων μετά την κάλπη.
Η εμπειρία του 2021 δείχνει ότι στο Ισραήλ η πρωτιά δεν αποτελεί προϋπόθεση για την πρωθυπουργία. Τότε, ο Ναφτάλι Μπένετ ηγήθηκε κυβερνητικού συνασπισμού παρότι το κόμμα του, Γιαμίνα, είχε εξασφαλίσει μόλις επτά έδρες. Η διαμόρφωση συμμαχιών αποδείχθηκε σημαντικότερη από την εκλογική δύναμη ενός μεμονωμένου κόμματος. Σήμερα, το ίδιο ερώτημα επιστρέφει: ποιος μπορεί να συγκροτήσει μια βιώσιμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία;
Η συσπείρωση της Δεξιάς και το όριο του 45%
Η εκλογική στρατηγική του Νετανιάχου στηρίζεται πρωτίστως στη συσπείρωση της δικής του βάσης. Όπως εκτιμά η Ντάλια Σάιντλιν, ερευνήτρια της κοινής γνώμης και πολιτική στρατηγική σύμβουλος, ο πρωθυπουργός απευθύνεται κυρίως στο σκληρό δεξιό ακροατήριό του, καθώς δυσκολεύεται να προσελκύσει μετριοπαθείς ψηφοφόρους. Η υποστήριξη προς τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού κινείται σε ένα σχετικά περιορισμένο εύρος, με το ανώτατο όριο να τοποθετείται περίπου στο 45%.
Αυτό εξηγεί την ένταση της προεκλογικής ρητορικής, τις επιθέσεις κατά της αντιπολίτευσης και την προβολή των πιο ακραίων θέσεων του κυβερνητικού στρατοπέδου. Ο στόχος δεν είναι απαραίτητα να αλλάξουν γνώμη οι αναποφάσιστοι της κεντροδεξιάς, αλλά να προσέλθουν στις κάλπες όσο το δυνατόν περισσότεροι από τους ήδη πεπεισμένους υποστηρικτές του.
Το Ιράν ως εκλογικό όπλο
Η αντιπαράθεση με το Ιράν αποτελεί κεντρικό άξονα της εκστρατείας του Νετανιάχου. Ο πρωθυπουργός μπορεί να επικαλεστεί την εμπλοκή των ΗΠΑ στις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Τεχεράνης ως απόδειξη της διπλωματικής του επιρροής και της στενής σχέσης του με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Υπάρχει, ωστόσο, και η αντίθετη ανάγνωση. Η στρατιωτική δράση δεν έχει οδηγήσει στην ολοκληρωτική νίκη επί του ιρανικού καθεστώτος που είχε υποσχεθεί ο Ισραηλινός πρωθυπουργός. Η αντιπολίτευση αξιοποιεί αυτή την απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες και στα αποτελέσματα, αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα της πολιτικής του.
Η πρόσφατη ανάρτηση του Νετανιάχου με αναφορά σε πυρηνικό όλεθρο και η αντίδραση του Αϊζενκοτ αποτυπώνουν τη σκληρή σύγκρουση των δύο στρατοπέδων. Ο πρωθυπουργός επιμένει στην ανάδειξη της ιρανικής απειλής, ενώ ο αντίπαλός του τον κατηγορεί ότι καταφεύγει στον φόβο και στην υπερβολή αντί να λογοδοτήσει για την έκβαση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Η παρέμβαση του Τραμπ υπέρ του Νετανιάχου ενισχύει το προεκλογικό του αφήγημα, χωρίς να φαίνεται ότι αρκεί για να αλλάξει ουσιαστικά τους συσχετισμούς. Όπως παρατηρεί η Σάιντλιν, έπειτα από τόσες στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις, ένα ακόμη βίντεο ή μια ανάρτηση του Αμερικανού προέδρου δύσκολα μπορεί να προκαλέσει από μόνη της ανατροπή.
Η 7η Οκτωβρίου δεν ανατρέπει τις πολιτικές ταυτότητες
Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και οι πόλεμοι που ακολούθησαν δεν φαίνεται να έχουν μετακινήσει μαζικά ψηφοφόρους από το ένα πολιτικό στρατόπεδο στο άλλο. Αντίθετα, η κρίση ασφάλειας ενίσχυσε σε σημαντικό βαθμό την προσκόλληση στις ήδη διαμορφωμένες πολιτικές επιλογές.
Το ίδιο ισχύει και για τις αποκαλύψεις σχετικά με τις προειδοποιήσεις που φέρεται να είχαν φτάσει στην ισραηλινή ηγεσία πριν από την επίθεση. Για τους υποστηρικτές του Νετανιάχου, οι σχετικές πληροφορίες είτε δεν είναι αξιόπιστες είτε δεν θεμελιώνουν προσωπική ευθύνη του πρωθυπουργού, καθώς αποδίδουν το κύριο βάρος των αστοχιών στις υπηρεσίες ασφαλείας.
Η πολιτική φθορά, επομένως, δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε εκλογική κατάρρευση. Ο Νετανιάχου διατηρεί έναν συμπαγή πυρήνα υποστήριξης, ενώ οι αντίπαλοί του καλούνται να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια σε κοινοβουλευτική δύναμη ικανή να σχηματίσει κυβέρνηση.
Ο Αϊζενκοτ και η δύσκολη εξίσωση των 61 εδρών
Για τον Αϊζενκοτ, η εκλογική πρωτιά είναι μόνο το πρώτο βήμα. Ακόμη κι αν το κόμμα του καταγράψει καλύτερη επίδοση από το Λικούντ, θα χρειαστεί να εξασφαλίσει τη στήριξη κομμάτων με διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές προτεραιότητες.
Η Ταμάρ Χέρμαν, ανώτερη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Δημοκρατίας του Ισραήλ, επισημαίνει ότι ένα πιθανό σενάριο είναι ο σχηματισμός κυβέρνησης μειοψηφίας, με την κοινοβουλευτική στήριξη κομμάτων που δεν θα συμμετέχουν εξαρχής στον κυβερνητικό συνασπισμό.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα υπερορθόδοξα εβραϊκά κόμματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν δυνητικούς συνομιλητές. Η συμμετοχή τους, ωστόσο, θα απαιτούσε πολιτικές παραχωρήσεις, ενώ οι διαφωνίες για τη στρατιωτική θητεία και τη χρηματοδότηση των υπερορθόδοξων κοινοτήτων παραμένουν σημαντικές.
Αντίθετα, η συμμετοχή αραβικών κομμάτων στην κυβέρνηση θα συναντούσε αντιδράσεις από πιθανούς εταίρους του Αϊζενκοτ. Ορισμένοι έχουν ήδη αποκλείσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η κοινοβουλευτική στήριξη από αραβικά κόμματα, χωρίς επίσημη συμμετοχή τους στον συνασπισμό, θα μπορούσε να αποτελέσει διαφορετική επιλογή, αλλά και αυτή θα απαιτούσε δύσκολες πολιτικές συνεννοήσεις.
Οι εσωτερικές διαφωνίες μπορεί να κρίνουν την επόμενη κυβέρνηση
Πίσω από τη συζήτηση για την ασφάλεια και το Ιράν βρίσκονται ζητήματα που διχάζουν την ισραηλινή κοινωνία: η στρατιωτική θητεία των υπερορθόδοξων, η διαχείριση των κρατικών θεσμών και η ευθύνη για τις αποτυχίες που προηγήθηκαν της 7ης Οκτωβρίου.
Για την αντιπολίτευση, αυτά τα θέματα προσφέρουν τη δυνατότητα να συγκροτήσει ένα ευρύτερο μέτωπο απέναντι στον Νετανιάχου. Ταυτόχρονα, όμως, οι ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων που αντιτίθενται στον πρωθυπουργό δυσκολεύουν τη δημιουργία μιας συνεκτικής κυβερνητικής πρότασης.
Το αποτέλεσμα μπορεί, συνεπώς, να είναι μια νέα περίοδος διαπραγματεύσεων, ακόμη και αν η κάλπη δώσει σαφές προβάδισμα σε ένα από τα δύο στρατόπεδα. Με 120 έδρες στην Κνεσέτ και όριο τις 61 για την πλειοψηφία, οι μικρότεροι πολιτικοί σχηματισμοί αποκτούν καθοριστικό ρόλο.
Η πρωτιά δεν αρκεί για την πολιτική αλλαγή
Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου αποτελούν κρίσιμη δοκιμασία για τον Νετανιάχου, αλλά δεν συνιστούν μια απλή αναμέτρηση ανάμεσα σε έναν πρωθυπουργό που φθείρεται και έναν αντίπαλο που προηγείται στις δημοσκοπήσεις.
Ο Νετανιάχου επιχειρεί να διατηρήσει την εξουσία κινητοποιώντας τον σκληρό πυρήνα της Δεξιάς, προβάλλοντας τη σχέση του με τον Τραμπ και παρουσιάζοντας το Ιράν ως υπαρξιακή απειλή. Ο Αϊζενκοτ, από την άλλη, καλείται να μετατρέψει την εκλογική δυναμική του σε μια κοινοβουλευτική συμμαχία που θα αντέξει τις διαφωνίες των εταίρων της.
Το τελικό αποτέλεσμα δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος θα έρθει πρώτος, αλλά από το ποιος θα μπορέσει να συγκεντρώσει τις απαραίτητες ψήφους για να κυβερνήσει. Και αυτή είναι η βασική αντίφαση της ισραηλινής αναμέτρησης: ο Νετανιάχου μπορεί να χάσει την πρωτιά και να παραμείνει ισχυρός διεκδικητής της εξουσίας, ενώ ο Αϊζενκοτ μπορεί να κερδίσει την κάλπη χωρίς να καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση.






