15 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Δημοσκοπήσεις ΗΠΑ 2026: Προβάδισμα έως 9 μονάδες για τους Δημοκρατικούς πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές

Δημοσκοπήσεις ΗΠΑ 2026: Προβάδισμα έως 9 μονάδες για τους Δημοκρατικούς πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές

Image

Κώστας Χριστοδούλου
Κώστας Χριστοδούλου

Από τη σχετική στασιμότητα του καλοκαιριού στη σαφή ενίσχυση των Δημοκρατικών το φθινόπωρο, η εικόνα των αμερικανικών δημοσκοπήσεων μεταβάλλεται εις βάρος του Ντόναλντ Τραμπ.

Δεκαεννέα ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, οι Δημοκρατικοί προηγούνται με περίπου οκτώ έως εννέα μονάδες στην εθνική πρόθεση ψήφου για το Κογκρέσο, ενώ η δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου υποχωρεί σε νέα χαμηλά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η δυναμική αρκεί για να ανατρέψει τους συσχετισμούς στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία.

Η μεταβολή αποτυπώνεται τόσο στους μέσους όρους των δημοσκοπήσεων όσο και στις επιμέρους μετρήσεις. Στον μέσο όρο του RealClearPolling, οι Δημοκρατικοί προηγούνται με 50,4% έναντι 42,3% των Ρεπουμπλικανών, διαφορά 8,1 μονάδων. Η μέτρηση του Pew Research Center καταγράφει προβάδισμα οκτώ μονάδων, ενώ άλλες συγκεντρωτικές εκτιμήσεις ανεβάζουν τη διαφορά κοντά στις εννέα μονάδες. (Δημοσκοπικός μέσος όρος, Pew Research Center).

Από τον Ιούλιο στον Οκτώβριο: Η αλλαγή της τάσης

Τον Ιούλιο, οι Δημοκρατικοί διατηρούσαν ήδη ένα αξιόλογο προβάδισμα στην αποκαλούμενη «ανώνυμη ψήφο» για το Κογκρέσο, τη μέτρηση που ζητά από τους ψηφοφόρους να επιλέξουν κόμμα χωρίς να εξετάζει συγκεκριμένους υποψηφίους. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Silver Bulletin, η διαφορά βρισκόταν στις αρχές του μήνα στις 6,3 μονάδες.

Η εικόνα δεν ήταν, ωστόσο, γραμμική. Η δημοτικότητα του Τραμπ παρουσίασε πρόσκαιρη βελτίωση στις αρχές Ιουλίου, χωρίς να ανατρέψει τη συνολική αρνητική τάση. Στη συνέχεια, η αποδοχή του προέδρου υποχώρησε ξανά, με τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια για την κυβερνητική του επίδοση.

Ο Αύγουστος δεν έφερε ουσιαστική μεταβολή στην πρόθεση ψήφου. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, το προβάδισμα των Δημοκρατικών παρέμενε κοντά στις 6,5 μονάδες. Από εκείνο το σημείο, όμως, η διαφορά άρχισε να διευρύνεται, καθώς η δυσαρέσκεια για τον Λευκό Οίκο ενισχυόταν και οι Δημοκρατικοί εμφάνιζαν μεγαλύτερη κινητοποίηση ενόψει των εκλογών.

Στις αρχές Οκτωβρίου, η τάση είχε πλέον αποκτήσει σαφέστερα χαρακτηριστικά. Τα συγκεντρωτικά στοιχεία έφερναν τους Δημοκρατικούς πάνω από το 50% σε ορισμένους μέσους όρους, ενώ το προβάδισμά τους διατηρούνταν σε διαφορετικές δημοσκοπικές σειρές. Η διαφορά από τις περίπου έξι μονάδες του καλοκαιριού στις οκτώ και πλέον του Οκτωβρίου δείχνει ότι η μεταβολή δεν περιορίζεται σε μία μεμονωμένη μέτρηση.

Ο Τραμπ στο 30%: Η φθορά περνά και στη δική του εκλογική βάση

Το πιο ανησυχητικό εύρημα για τους Ρεπουμπλικανούς αφορά τη δημοτικότητα του ίδιου του προέδρου. Σε έρευνα του Pew Research Center, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 28 Σεπτεμβρίου έως τις 4 Οκτωβρίου, μόλις το 30% των Αμερικανών εγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ ασκεί τα καθήκοντά του, ενώ το 68% τον αποδοκιμάζει. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής της δεύτερης θητείας του.

Η μέτρηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η φθορά δεν περιορίζεται στους πολιτικούς του αντιπάλους. Μεταξύ όσων τον ψήφισαν το 2024, το ποσοστό που εγκρίνει την προεδρική του επίδοση έχει υποχωρήσει στο 67%, από 95% στην αρχή της θητείας του. Παράλληλα, το 31% των ψηφοφόρων του δηλώνει πλέον ότι αποδοκιμάζει την επίδοσή του.

Στην έρευνα του Reuters/Ipsos τον Σεπτέμβριο, η αποδοχή του Τραμπ είχε ήδη υποχωρήσει στο 32%, με την ακρίβεια και το κόστος διαβίωσης να επιβαρύνουν την εικόνα του. Τα ευρήματα του Οκτωβρίου επιβεβαιώνουν ότι η δυσαρέσκεια δεν ήταν μια πρόσκαιρη διακύμανση, αλλά μια τάση με άμεση πολιτική σημασία.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι το 44% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων αντιμετωπίζει την ψήφο του στις εκλογές του Νοεμβρίου ως ψήφο εναντίον του Τραμπ, έναντι μόλις 19% που τη θεωρεί ψήφο υπέρ του. Η προσωπική παρουσία του προέδρου στην εκλογική αναμέτρηση λειτουργεί επομένως ως παράγοντας κινητοποίησης για την αντιπολίτευση.

Η οικονομία και η ακρίβεια πιέζουν τον Λευκό Οίκο

Η οικονομία παραμένει το βασικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Σύμφωνα με το Pew Research Center, το 84% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων θεωρεί την οικονομία πολύ σημαντικό ζήτημα για την επιλογή του στις ενδιάμεσες εκλογές. Η ακρίβεια, οι τιμές της ενέργειας και η καθημερινή αγοραστική δύναμη βρίσκονται στο επίκεντρο της ανησυχίας, δημιουργώντας ένα δύσκολο περιβάλλον για το κυβερνών κόμμα.

Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια σε εκλογική υποστήριξη, συνδέοντας την οικονομική πίεση με τις επιλογές της κυβέρνησης. Για τους Ρεπουμπλικανούς, το πρόβλημα είναι ότι η αναμέτρηση δεν αφορά μόνο την αξιολόγηση των υποψηφίων τους σε κάθε περιφέρεια, αλλά και την κρίση των ψηφοφόρων για την πορεία της χώρας υπό τον Τραμπ.

Η δημοσκόπηση του Pew καταγράφει επίσης μεγαλύτερη κινητοποίηση μεταξύ των υποστηρικτών των Δημοκρατικών. Οι ψηφοφόροι τους είναι κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες πιθανότερο να δηλώνουν ότι έχουν ασχοληθεί πολύ με τις εκλογές και κατά 17 μονάδες πιθανότερο να εμφανίζονται εξαιρετικά παρακινημένοι να ψηφίσουν σε σχέση με τους υποστηρικτές των Ρεπουμπλικανών. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό σε μια αναμέτρηση όπου η συμμετοχή θα επηρεάσει την τελική κατανομή των εδρών.

Βουλή και Γερουσία: Το προβάδισμα δεν μεταφράζεται αυτόματα σε έδρες

Η εθνική πρόθεση ψήφου δίνει σαφές πλεονέκτημα στους Δημοκρατικούς, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να προβλέψει το αποτέλεσμα σε κάθε σώμα του Κογκρέσου. Οι βουλευτικές εκλογές διεξάγονται σε επιμέρους περιφέρειες, ενώ η μάχη για τη Γερουσία εξαρτάται από τις συγκεκριμένες πολιτείες στις οποίες ανανεώνονται οι έδρες.

Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι Δημοκρατικοί έχουν ισχυρές πιθανότητες να ανακτήσουν την πλειοψηφία, εφόσον διατηρηθεί η σημερινή δημοσκοπική εικόνα. Στη Γερουσία, η εξίσωση είναι πιο σύνθετη: οι γεωγραφικές ιδιαιτερότητες και ο αριθμός των εδρών που διεκδικεί κάθε κόμμα καθιστούν δυσκολότερη την εξαγωγή συμπερασμάτων από την εθνική ψήφο.

Ένας ακόμη παράγοντας είναι ο επανασχεδιασμός των εκλογικών περιφερειών. Οι νέοι χάρτες σε πολιτείες όπως το Τέξας και το Μιζούρι μπορούν να ευνοήσουν τους Ρεπουμπλικανούς στην κατανομή των εδρών της Βουλής, ακόμη και αν το εθνικό ποσοστό τους υπολείπεται σημαντικά εκείνου των Δημοκρατικών. Η επίδραση των εκλογικών χαρτών είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το προβάδισμα στην εθνική ψήφο δεν πρέπει να ταυτίζεται με βέβαιη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Τα μοντέλα πρόβλεψης που παρακολουθούν τις εκλογές έχουν ενσωματώσει την ενίσχυση των Δημοκρατικών, αυξάνοντας τις πιθανότητες ανάκτησης της Βουλής και ενισχύοντας τις προσδοκίες τους για ανταγωνιστική μάχη στη Γερουσία. Οι εκτιμήσεις αυτές παραμένουν πιθανολογικές: εξαρτώνται από τις δημοσκοπήσεις, τις παραδοχές κάθε μοντέλου και τις εξελίξεις μέχρι την ημέρα της ψηφοφορίας.

Το μάθημα του 2006 και ο κίνδυνος των δημοσκοπικών λαθών

Η σημερινή εικόνα παραπέμπει, σε ορισμένα σημεία, στις ενδιάμεσες εκλογές του 2006. Τότε, η χαμηλή δημοτικότητα του προέδρου Τζορτζ W. Μπους, η δυσαρέσκεια για τον πόλεμο στο Ιράκ και η ενίσχυση των Δημοκρατικών συνέβαλαν στην ανατροπή της κοινοβουλευτικής ισορροπίας. Οι αναλογίες με το 2026 αφορούν κυρίως την πολιτική φθορά του προέδρου και το βάρος μιας αντιδημοφιλούς στρατιωτικής εμπλοκής στην εκλογική συμπεριφορά.

Ωστόσο, οι ιστορικές ομοιότητες δεν αποτελούν πρόβλεψη αποτελέσματος. Οι αμερικανικές δημοσκοπήσεις έχουν υποτιμήσει σε προηγούμενες αναμετρήσεις τη δύναμη των Ρεπουμπλικανών και την υποστήριξη προς τον Τραμπ. Η σύνθεση του εκλογικού σώματος, η συμμετοχή των ψηφοφόρων και οι ιδιαιτερότητες των επιμέρους πολιτειών μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά την τελική εικόνα.

Το συμπέρασμα, λίγες εβδομάδες πριν από τις κάλπες, είναι ότι οι Δημοκρατικοί εισέρχονται στην τελική ευθεία με σαφές δημοσκοπικό πλεονέκτημα και τον Τραμπ αντιμέτωπο με τη μεγαλύτερη φθορά της δεύτερης θητείας του. Η αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου θα δείξει αν αυτή η δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία και να περιορίσει ουσιαστικά την πολιτική ισχύ του Λευκού Οίκου.

Δείτε επίσης