Οι καταγγελίες, ο Ρούμπιο και η απόφαση Τραμπ να την απομακρύνει από την Αθήνα
Η απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα εξελίχθηκε σε υπόθεση πολιτικής διαχείρισης κρίσης για τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι καταγγελίες για οικονομικές συναλλαγές, οι αποκαλύψεις της Wall Street Journal και η χρονική σύμπτωση με την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα επιτάχυναν τις εξελίξεις. Ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε να διακόψει τη συνεργασία με μια πρέσβειρα που είχε ο ίδιος προωθήσει, επιδιώκοντας να περιορίσει το πολιτικό κόστος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Οι αποκαλύψεις που έφεραν την πρέσβειρα σε δύσκολη θέση
Επί εβδομάδες, δημοσιεύματα αμερικανικών μέσων ενημέρωσης σκιαγραφούσαν μια ιδιαίτερα επιβαρυμένη εικόνα για την Κίμπερλι Γκιλφόιλ. Οι αναφορές αφορούσαν καταγγελίες για τη συμπεριφορά της απέναντι σε συνεργάτες της, πιθανή ευνοϊκή μεταχείριση επιχειρηματιών και παρεμβάσεις που φέρεται να συνδέονταν με την αξιοποίηση της διπλωματικής της ιδιότητας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέκτησαν οι πληροφορίες της Wall Street Journal για μήνυμα στο οποίο φέρεται να ζητούσε 100.000 δολάρια από τον Έρικ Ντέτερς, δωρητή του Τραμπ και πρώην υποψήφιο για το Κογκρέσο. Η Γκιλφόιλ, μέσω των δικηγόρων της, αρνήθηκε τις κατηγορίες και αμφισβήτησε τη γνησιότητα των επίμαχων μηνυμάτων, υποστηρίζοντας, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ότι είχαν δημιουργηθεί με τεχνητή νοημοσύνη.
Οι καταγγελίες δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη παρανομίας. Ωστόσο, η διαδοχική δημοσίευση σχετικών ρεπορτάζ αύξησε την πίεση προς την πρέσβειρα και έφερε τον Λευκό Οίκο αντιμέτωπο με ένα πρόβλημα που αφορούσε προσωπικά τον πρόεδρο.
Η προσπάθεια να σωθεί η θέση της και η αντίδραση του Λευκού Οίκου
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της αμερικανικής εφημερίδας, η Γκιλφόιλ επιχείρησε τις τελευταίες εβδομάδες να διατηρήσει τη θέση της, επικοινωνώντας με κυβερνητικούς αξιωματούχους και πρόσωπα του στενού κύκλου του Τραμπ. Φέρεται να υποβάθμιζε τη σημασία των δημοσιευμάτων και να ζητούσε υποστήριξη, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να διατηρήσει δημόσια την εικόνα της κανονικότητας μέσω αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Μετά τις νέες αποκαλύψεις, η ένταση αυξήθηκε. Η ίδια φέρεται να αναζητούσε την πηγή των διαρροών, εκφράζοντας υποψίες για το προσωπικό της πρεσβείας και την ομάδα ασφαλείας της.
Στην Ουάσιγκτον, όμως, η ανησυχία είχε διαφορετική διάσταση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται η Wall Street Journal, ο Τραμπ ενοχλήθηκε από τη φύση των καταγγελιών και από την πιθανότητα να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι μια προσωπική του επιλογή αξιοποιούσε τη θέση της για ίδιο όφελος.
Η προοπτική να διερευνηθεί η υπόθεση από Δημοκρατικούς στο Κογκρέσο έκανε την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη. Η απομάκρυνση της Γκιλφόιλ περιόριζε την άμεση πολιτική έκθεση του προέδρου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι καταγγελίες έπαυαν να χρήζουν διερεύνησης.
Ο Ρούμπιο στην Αθήνα και το διπλωματικό παρασκήνιο
Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, στην Αθήνα συνέπεσε με την κλιμάκωση της κρίσης. Σύμφωνα με το δημοσίευμα της Wall Street Journal, η ομάδα του Ρούμπιο ενημερώθηκε ενώ βρισκόταν ήδη καθ’ οδόν προς την Ελλάδα ότι επρόκειτο να δημοσιευθεί το ρεπορτάζ για τα 100.000 δολάρια.
Οι συνεργάτες του Αμερικανού υπουργού ανησυχούσαν ότι οι αποκαλύψεις θα επισκίαζαν το ταξίδι και την προγραμματισμένη ομιλία του στην Πνύκα. Η επίσκεψη είχε ιδιαίτερη διπλωματική σημασία και ο Ρούμπιο δεν επιθυμούσε να μετατραπεί σε σκηνικό δημόσιας αντιπαράθεσης γύρω από την πρέσβειρα.
Η Γκιλφόιλ υποδέχθηκε θερμά τον υπουργό και δημοσίευσε κοινές φωτογραφίες τους, επιχειρώντας να εκπέμψει μήνυμα ομαλών σχέσεων. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ωστόσο, στην Ουάσιγκτον είχαν ήδη αρχίσει συζητήσεις για την αποχώρησή της, ενώ ο Ρούμπιο βρισκόταν ακόμη στην Ελλάδα.
Το ενδεχόμενο να κληθεί η πρέσβειρα στην αμερικανική πρωτεύουσα για συζητήσεις με τον υπουργό Εξωτερικών και άλλους αξιωματούχους φέρεται να εξετάστηκε. Η εξέλιξη των δημοσιευμάτων, όμως, επιτάχυνε τη διαδικασία και ο Τραμπ επέλεξε να ζητήσει την παραίτησή της.
Η δημόσια αποστασιοποίηση του Τραμπ
Η ανακοίνωση ότι ο Λευκός Οίκος ζήτησε την παραίτηση της Γκιλφόιλ σηματοδότησε το τέλος της θητείας της στην Αθήνα. Η ίδια ανακοίνωσε την αποχώρησή της, ευχαριστώντας τον Αμερικανό πρόεδρο και χαρακτηρίζοντας την πρεσβευτική αποστολή στην Ελλάδα μεγάλη τιμή της ζωής της. Παράλληλα, απέρριψε τις κατηγορίες εις βάρος της.
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, επιχείρησε να αποσυνδέσει το όνομά του από την πρώην πρέσβειρα. Δήλωσε ότι δεν ήταν μέλος της οικογένειάς του και αναφέρθηκε στη σχέση που είχε στο παρελθόν με τον γιο του, Ντόναλντ Τζούνιορ, με τον οποίο η Γκιλφόιλ είχε αρραβωνιαστεί.
Η διαφοροποίηση αυτή είχε σαφή πολιτική σημασία. Η Γκιλφόιλ είχε επιλεγεί προσωπικά από τον Τραμπ και είχε προβληθεί ως πρόσωπο της εμπιστοσύνης του. Όσο οι καταγγελίες παρέμεναν στην επικαιρότητα, η δική της κρίση κινδύνευε να μετατραπεί σε πρόβλημα για τον πρόεδρο και τους συνεργάτες του.
Η χρονική συγκυρία επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου πλησιάζουν και οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν λόγους να ανησυχούν για την έκβαση της αναμέτρησης για τον έλεγχο του Κογκρέσου. Ο Λευκός Οίκος έχει περιορισμένα περιθώρια να διαχειρίζεται υποθέσεις που δημιουργούν αρνητική δημοσιότητα για πρόσωπα του προεδρικού περιβάλλοντος.
Οι άλλες πρεσβευτικές υποθέσεις και η πίεση στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ
Η υπόθεση Γκιλφόιλ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προβλημάτων γύρω από πρόσωπα που επέλεξε ο Τραμπ για κρίσιμες διπλωματικές θέσεις. Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης έχουν βρεθεί επίσης ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, και ο πρέσβης στη Γαλλία, Τσαρλς Κούσνερ.
Στην περίπτωση του Μπάρακ, έχουν διατυπωθεί ερωτήματα για τις δημόσιες τοποθετήσεις του και τη στάση του σε ζητήματα που αφορούν τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Οι υποθέσεις αυτές δεν είναι ταυτόσημες με εκείνη της Γκιλφόιλ, αναδεικνύουν, ωστόσο, τις δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν όταν οι προσωπικές επιλογές του προέδρου συνδυάζονται με αυξημένες πολιτικές και διπλωματικές απαιτήσεις.
Παράλληλα, οι πληροφορίες για ενδεχόμενη εμπλοκή του γραφείου του γενικού επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στις καταγγελίες κατά της Γκιλφόιλ δημιουργούσαν έναν πρόσθετο κίνδυνο για την αμερικανική διπλωματική ηγεσία. Μια επίσημη διερεύνηση θα μπορούσε να παρατείνει την υπόθεση και να δώσει νέα επιχειρήματα στους πολιτικούς αντιπάλους της κυβέρνησης.
Τα τρία σενάρια για τον διάδοχο στην Αθήνα
Η αποχώρηση της Γκιλφόιλ ανοίγει πλέον το ζήτημα της επόμενης ημέρας στην αμερικανική πρεσβεία. Το πρόσωπο που θα επιλεγεί θα δείξει αν ο Τραμπ επιθυμεί να διατηρήσει τον προσωπικό χαρακτήρα των διπλωματικών του επιλογών ή αν θα προτιμήσει μια πιο θεσμική λύση.
Το πρώτο σενάριο προβλέπει τον διορισμό προσώπου της εμπιστοσύνης του προέδρου, ενδεχομένως από την ελληνοαμερικανική κοινότητα. Μια τέτοια επιλογή θα ταίριαζε στην έως τώρα πρακτική του Τραμπ, αλλά θα έπρεπε να περάσει από τη διαδικασία επικύρωσης της Γερουσίας.
Το δεύτερο σενάριο αφορά την επιλογή διπλωμάτη καριέρας από το αμερικανικό διπλωματικό σώμα. Θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη συνέχεια και θεσμική σταθερότητα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις περιλαμβάνουν κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας, ενέργειας και περιφερειακής συνεργασίας.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι να παραμείνει για μεγαλύτερο διάστημα επικεφαλής της αποστολής ο Τζος Χακ, το ανώτερο στέλεχος της πρεσβείας που ασκεί προσωρινά τα καθήκοντα του επικεφαλής. Η λύση αυτή θα επέτρεπε στην Ουάσιγκτον να αποφύγει μια βιαστική επιλογή και να μεταθέσει την απόφαση για αργότερα.
Το πολιτικό κόστος μιας προσωπικής επιλογής
Η υπόθεση της Γκιλφόιλ ανέδειξε τα όρια της πολιτικής προστασίας που μπορεί να προσφέρει η προσωπική σχέση με τον Αμερικανό πρόεδρο. Η επιλογή της για την Αθήνα είχε εξαρχής έντονο προσωπικό χαρακτήρα. Όταν, όμως, οι καταγγελίες άρχισαν να απειλούν την εικόνα του Λευκού Οίκου, η σχέση αυτή δεν αποδείχθηκε αρκετή για να διασφαλίσει την παραμονή της.
Η παραίτηση κλείνει ένα κεφάλαιο για την αμερικανική διπλωματική αποστολή στην Ελλάδα, όχι όμως και τα ερωτήματα που προέκυψαν από τις καταγγελίες. Η πολιτική ζημιά για τον Τραμπ θα εξαρτηθεί από το αν η υπόθεση θα παραμείνει μια σύντομη κρίση στελέχωσης ή αν θα οδηγήσει σε περαιτέρω έλεγχο των καταγγελιών και της διαδικασίας με την οποία ασκούνται τα καθήκοντα της αμερικανικής διπλωματίας.





