14 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • To the Point
  • Κεντροαριστερά: Τρικυμία σε ποτήρι

Κεντροαριστερά: Τρικυμία σε ποτήρι

Image

Κώστας Χριστοδούλου
Κώστας Χριστοδούλου

Η δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στον Θανάση Καρτερό και τον Νίκο Ανδρουλάκη θα μπορούσε να περάσει ως ακόμη ένα επεισόδιο στην ατελείωτη εσωτερική διαμάχη της Κεντροαριστεράς.

Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, βρίσκεται αλλού: όσο οι δυνάμεις που διεκδικούν την πολιτική αλλαγή αναλώνονται σε προσωπικές επιθέσεις και ανταγωνισμούς για την πρωτοκαθεδρία, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Η συζήτηση για το αν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είναι σε θέση να κερδίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη, την οποία πυροδότησε το σχόλιο του Καρτερού, μετατοπίζει το ενδιαφέρον από το ουσιαστικό ερώτημα: ποια πολιτική πρόταση μπορεί να συγκροτήσει μια αξιόπιστη εναλλακτική διακυβέρνησης; Η αντιπαράθεση Ανδρουλάκη – Τσίπρα δείχνει ότι η μάχη για την ηγεμονία στον προοδευτικό χώρο προηγείται, μέχρι στιγμής, της συζήτησης για το κοινό πολιτικό σχέδιο.

Η πρωτιά ως στρατηγική και ως παγίδα

Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιμένει στην αυτόνομη πορεία του ΠΑΣΟΚ και στη διεκδίκηση της πρώτης θέσης στις εκλογές. Πρόκειται για μια στρατηγική που έχει τη δική της εσωτερική λογική: ένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει οφείλει να διεκδικεί την εξουσία, όχι να ξεκινά τη συζήτηση από το πώς θα τη μοιραστεί.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εκλογική φιλοδοξία υποκαθιστά τον σχεδιασμό για την επόμενη ημέρα. Η επίκληση της νίκης, ακόμη και με μία ψήφο διαφορά, δεν απαντά στο ερώτημα πώς θα σχηματιστεί κυβέρνηση, εάν οι συσχετισμοί δεν επιτρέψουν αυτοδυναμία ή εάν το ΠΑΣΟΚ δεν καταφέρει να αναδειχθεί πρώτο κόμμα.

Η εσωτερική συζήτηση στο ΠΑΣΟΚ για τη φυσιογνωμία του και τις μετεκλογικές συνεργασίες δεν αποτελεί, επομένως, δευτερεύον ζήτημα. Αγγίζει τον πυρήνα της στρατηγικής του. Η αυτόνομη κάθοδος στις εκλογές είναι μία απόφαση· η άρνηση να συζητηθούν οι πραγματικές επιλογές μετά την κάλπη είναι κάτι διαφορετικό.

Ο Τσίπρας έχει σχέδιο, αλλά όχι ακόμη συμμαχία

Ο Αλέξης Τσίπρας κινείται με διαφορετικό υπολογισμό. Η πολιτική του φιλοδοξία δεν περιορίζεται στην ανασυγκρότηση ενός κομματικού μηχανισμού. Επιδιώκει να δημιουργήσει έναν ευρύτερο πόλο, να διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης και, στη συνέχεια, να προσελκύσει ψηφοφόρους από το σύνολο του προοδευτικού χώρου.

Αυτό το σχέδιο έχει σαφή εκλογική αλληλουχία. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι διαθέτει ήδη τις κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις για να πετύχει. Η προσωπική αναγνωρισιμότητα του πρώην πρωθυπουργού δεν αρκεί από μόνη της για να συγκροτήσει ένα νέο πλειοψηφικό ρεύμα. Ούτε η επιδίωξη να συσπειρωθούν διαφορετικές δυνάμεις γύρω από το πρόσωπό του εξασφαλίζει ότι αυτές θα δεχθούν να εγκαταλείψουν τις δικές τους στρατηγικές.

Η επιστροφή Τσίπρα και οι νέοι συσχετισμοί πιέζουν το ΠΑΣΟΚ και περιπλέκουν την αναζήτηση κοινής κατεύθυνσης. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν ένα κρίσιμο έλλειμμα: η Κεντροαριστερά δεν έχει συμφωνήσει ούτε στο ποιος θα ηγηθεί ούτε στο τι ακριβώς θα επιχειρήσει να αλλάξει.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο στρατηγικές είναι υπαρκτή. Ο Ανδρουλάκης επενδύει στην αυτονομία και στην πρωτιά του ΠΑΣΟΚ. Ο Τσίπρας επιδιώκει να αναδιατάξει τον χώρο γύρω από έναν νέο πολιτικό φορέα. Και οι δύο, όμως, καλούνται να αποδείξουν ότι μπορούν να μετατρέψουν την προσωπική ή κομματική φιλοδοξία σε ευρύτερη κοινωνική συσπείρωση.

Το φάντασμα της συνεργασίας με τη ΝΔ

Στο ΠΑΣΟΚ, η επιμονή στην αυτονομία δεν εξαφανίζει το ερώτημα των μετεκλογικών συνεργασιών. Αν το κόμμα δεν πετύχει τον στόχο της πρώτης θέσης, θα βρεθεί μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις. Θα επιδιώξει επαναληπτικές εκλογές, αναλαμβάνοντας το πολιτικό κόστος μιας νέας αναμέτρησης, ή θα ενισχυθούν οι φωνές που θα προκρίνουν μια συμφωνία με τη Νέα Δημοκρατία;

Η συζήτηση αυτή δεν προδικάζει τις αποφάσεις της ηγεσίας. Αποκαλύπτει, όμως, τις διαφορετικές αντιλήψεις που συνυπάρχουν στο εσωτερικό του κόμματος για τη στρατηγική του και για τα όρια της πολιτικής αυτονομίας του.

Η παρέμβαση της Άννας Διαμαντοπούλου και οι αντιδράσεις που προκαλούν οι τοποθετήσεις της για τη σχέση του ΠΑΣΟΚ με την κυβέρνηση αποτυπώνουν αυτή τη διαφωνία. Η ίδια έχει απορρίψει δημοσίως τη συνεργασία με τη ΝΔ, ενώ στο εσωτερικό του κόμματος εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις για το πώς θα αντιμετωπιστούν οι μετεκλογικοί συσχετισμοί.

Εδώ βρίσκεται και η στρατηγική αδυναμία της Κεντροαριστεράς: οι διαφορές της δεν αφορούν μόνο την ηγεσία του χώρου, αλλά και την πολιτική κατεύθυνση που θα ακολουθήσει όταν η διεκδίκηση της εξουσίας πάψει να είναι σύνθημα και γίνει συγκεκριμένο δίλημμα.

Η κοινωνία ζητά αλλαγή, αλλά ποια αλλαγή;

Το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται πέρα από τις προσωπικές αντιπαραθέσεις. Η κοινωνική δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, τη στέγη, το κόστος της καθημερινότητας και τη λειτουργία των θεσμών δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτική υποστήριξη προς την αντιπολίτευση.

Η δημοσκοπική εικόνα του πολιτικού σκηνικού αναδεικνύει ακριβώς αυτή την απόσταση. Η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση δεν αρκεί για να δημιουργήσει ένα εναλλακτικό πλειοψηφικό ρεύμα. Χρειάζεται μια πρόταση που να απαντά με συγκεκριμένο τρόπο στα προβλήματα των πολιτών και να εξηγεί πώς θα εφαρμοστεί.

Τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και ο υπό διαμόρφωση πολιτικός φορέας του Τσίπρα καλούνται να απαντήσουν σε αυτό το ζήτημα. Δεν αρκεί να υποσχεθούν καλύτερη διαχείριση, περισσότερη αποτελεσματικότητα ή μια διαφορετική σχέση με τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα οικονομικά συμφέροντα. Πρέπει να εξηγήσουν τι θα αλλάξει στην πράξη στην αγορά ενέργειας, στη στεγαστική πολιτική, στην καταναλωτική πίστη, στη φορολογία και στους μηχανισμούς ελέγχου της εξουσίας.

Η προσεκτική διατύπωση προγραμματικών δεσμεύσεων είναι θεμιτή. Οι πολίτες δεν αναζητούν κατ’ ανάγκην μεγάλες υποσχέσεις ή αβέβαια πειράματα. Αναζητούν, όμως, λόγους για να πιστέψουν ότι μια αλλαγή κυβέρνησης θα βελτιώσει τη ζωή τους. Όταν οι πολιτικές προτάσεις παραμένουν γενικές και οι διαφορές από την κυβερνητική πολιτική δεν γίνονται ευδιάκριτες, η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να πείσει ότι η ψήφος της αλλαγής θα έχει ουσιαστικό αντίκρισμα.

Η πολιτική αλλαγή δεν γίνεται με ανάθεση

Υπάρχει, επιπλέον, ένα ζήτημα πολιτικής συμμετοχής. Η αντίληψη ότι αρκεί να αλλάξουν τα πρόσωπα στην κορυφή, ώστε να διορθωθούν οι δυσλειτουργίες του συστήματος, υποτιμά την έκταση των προβλημάτων. Οι σχέσεις πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, η συγκέντρωση ισχύος σε συγκεκριμένες αγορές και η ποιότητα των θεσμών δεν αλλάζουν μόνο με την αντικατάσταση του πρωθυπουργού.

Απαιτούν σαφείς δεσμεύσεις, θεσμικές παρεμβάσεις, κοινωνική στήριξη και πολιτική βούληση που να αντέχει στις πιέσεις. Εδώ θα μπορούσε να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο μια προγραμματική σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων: όχι ως συμφωνία κορυφής για τη διανομή υπουργείων, αλλά ως κοινό πλαίσιο συγκεκριμένων αλλαγών.

Μια τέτοια συζήτηση δεν προϋποθέτει ότι τα κόμματα θα εξαφανίσουν τις διαφορές τους ή ότι θα συμφωνήσουν σε όλα. Προϋποθέτει ότι θα ξεκαθαρίσουν σε ποια ζητήματα μπορούν να συνεννοηθούν, ποιες αλλαγές θεωρούν επείγουσες και ποιες κόκκινες γραμμές δεν προτίθενται να παραβιάσουν.

Ποιος κερδίζει από την εσωτερική σύγκρουση;

Όσο αυτή η συζήτηση απουσιάζει, η αντιπολίτευση εγκλωβίζεται σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο. Το ΠΑΣΟΚ φοβάται ότι μια συμφωνία με άλλες προοδευτικές δυνάμεις θα περιορίσει την αυτονομία του και θα υπονομεύσει τη διεκδίκηση της πρωτιάς. Ο Τσίπρας επιδιώκει να αναλάβει την πρωτοβουλία ανασύνταξης του χώρου, χωρίς να έχει ακόμη αποδείξει ότι μπορεί να συγκεντρώσει τις αναγκαίες δυνάμεις. Και οι δύο έχουν λόγους να αποφεύγουν παραχωρήσεις που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν τη δική τους θέση.

Το αποτέλεσμα είναι μια αντιπολίτευση που συζητά περισσότερο για τους όρους της μεταξύ της επικράτησης παρά για τους όρους μιας κυβερνητικής εναλλακτικής. Η Νέα Δημοκρατία δεν χρειάζεται να επιλύσει αυτή την αντιπαράθεση. Αρκεί να παρακολουθεί τους αντιπάλους της να αναλώνονται σε αυτήν, διατηρώντας την πολιτική πρωτοβουλία.

Η ιστορία με τον Καρτερό και τον Ανδρουλάκη είναι χαρακτηριστική. Οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί προσφέρουν εύκολα πρωτοσέλιδα και πρόσκαιρη συσπείρωση στα κομματικά ακροατήρια. Δεν διευρύνουν, όμως, την απήχηση των κομμάτων ούτε απαντούν στα προβλήματα που τροφοδοτούν τη δυσαρέσκεια.

Η Κεντροαριστερά δεν βρίσκεται σε αδιέξοδο επειδή διαφωνούν τα στελέχη της. Η πολιτική αντιπαράθεση είναι αναπόφευκτη και, συχνά, χρήσιμη. Βρίσκεται σε αδιέξοδο επειδή οι διαφωνίες δεν οδηγούν σε καθαρότερες επιλογές, σε προγραμματικές δεσμεύσεις και σε μια πειστική πρόταση διακυβέρνησης.

Η «τρικυμία σε ποτήρι» περιγράφει, λοιπόν, τις καθημερινές αψιμαχίες, όχι το μέγεθος του προβλήματος. Κάτω από αυτές υπάρχει μια πραγματική σύγκρουση για την ηγεσία, τη φυσιογνωμία και την πολιτική κατεύθυνση του προοδευτικού χώρου. Και όσο αυτή η σύγκρουση παραμένει χωρίς πολιτική διέξοδο, η επιθυμία για αλλαγή θα εξακολουθεί να μην έχει βρει τον φορέα που θα την εκφράσει πειστικά.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος θα ηγηθεί της Κεντροαριστεράς, αλλά τι θα κάνει με την εξουσία εάν την αποκτήσει. Χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο, η πολιτική αλλαγή παραμένει εκλογική προσδοκία. Και η προσδοκία, όσο ισχυρή κι αν είναι, δεν αρκεί για να ανατρέψει τους πολιτικούς συσχετισμούς.

Δείτε επίσης