Η αύξηση των δόσεων για τα χρέη προς την Εφορία και τον ΕΦΚΑ προσφέρει περισσότερο χρόνο αποπληρωμής, αλλά δεν λύνει το βασικό πρόβλημα χιλιάδων οφειλετών: την αδυναμία να εξυπηρετήσουν ταυτόχρονα παλιές και νέες υποχρεώσεις.
Οι συσσωρευμένες προσαυξήσεις, που σε αρκετές περιπτώσεις έχουν διπλασιάσει ή τριπλασιάσει την αρχική οφειλή, και η υποχρέωση χωριστής ρύθμισης των νεότερων χρεών περιορίζουν την αποτελεσματικότητα του νέου σχήματος.
Η κυβερνητική εξαγγελία για μετάβαση από τις 72 στις 120 δόσεις επιχειρεί να διευκολύνει νοικοκυριά, επαγγελματίες και επιχειρήσεις που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις συσσωρευμένες οφειλές. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα στοιχεία για το ιδιωτικό χρέος, η επιμήκυνση της αποπληρωμής δεν αρκεί όταν το συνολικό ποσό των μηνιαίων υποχρεώσεων ξεπερνά τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, μόλις το 6,70% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προς τη φορολογική διοίκηση βρίσκεται σε ρύθμιση. Την ίδια στιγμή, τα χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία αυξάνονται, με τις προσαυξήσεις και τους τόκους να αποτελούν πλέον μεγάλο μέρος του συνολικού βάρους. Η εικόνα αυτή συνδέεται με τη δυσκολία διατήρησης των ρυθμίσεων οφειλών.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι οφειλές που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2025 και μετά παραμένουν εκτός της νέας ρύθμισης των 120 δόσεων. Για να ενταχθεί κάποιος στο νέο σχήμα, πρέπει να έχει τακτοποιήσει τις νεότερες υποχρεώσεις του, συνήθως μέσω της πάγιας ρύθμισης των έως 24 δόσεων. Έτσι, η μικρότερη δόση για το παλιό χρέος μπορεί να συνοδεύεται από μια πολύ υψηλότερη μηνιαία επιβάρυνση για το νεότερο.
Η αγορά ζητά, επομένως, μια συνολικότερη λύση: ένταξη περισσότερων οφειλών στο ίδιο πρόγραμμα, περιορισμό των προσαυξήσεων και όρους αποπληρωμής που να ανταποκρίνονται στην πραγματική οικονομική κατάσταση κάθε οφειλέτη. Αντίστοιχες παρεμβάσεις έχουν τεθεί στη δημόσια συζήτηση μέσα από προτάσεις για νέο πλαίσιο ρύθμισης χρεών και για μεγαλύτερη ευελιξία στην εξυπηρέτηση των οφειλών προς τον ΕΦΚΑ.
Η εικόνα των ληξιπρόθεσμων χρεών
Τα στοιχεία της τριμηνιαίας έκθεσης Σεπτεμβρίου 2026 του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Στα τέλη Ιουλίου, οι οφειλέτες προς τη φορολογική διοίκηση έφτασαν τους 3.985.112, αυξημένοι κατά 129.337 μέσα σε έναν μήνα. Η αύξηση συνδέεται κυρίως με τη λήξη της πρώτης δόσης του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων.
Το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο προς την Εφορία διαμορφώθηκε σε 109,77 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 2,06 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Η συνολική υποχώρηση, ωστόσο, δεν αποτυπώνει την εικόνα σε όλες τις κατηγορίες οφειλών.
Τα χρέη από 10.000 έως 100.000 ευρώ αυξήθηκαν κατά 612,3 εκατ. ευρώ, ενώ στην κατηγορία από 100.000 έως ένα εκατομμύριο ευρώ η αύξηση έφτασε το 1 δισ. ευρώ. Πρόκειται για στοιχεία που δείχνουν ότι οι πιέσεις παραμένουν έντονες σε σημαντικές κατηγορίες φορολογουμένων και επιχειρήσεων.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση στα ασφαλιστικά ταμεία. Στα τέλη Ιουνίου 2026, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ανήλθαν σε 52,42 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά περίπου 2,13 δισ. ευρώ σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Από αυτό το ποσό, τα 30,30 δισ. ευρώ αφορούν κύριες οφειλές και τα υπόλοιπα 22,12 δισ. ευρώ προσαυξήσεις, τόκους και έξοδα. Η σχέση αυτή αποκαλύπτει πόσο σημαντικά επιβαρύνει το αρχικό χρέος η συσσώρευση πρόσθετων χρεώσεων.
Στις οφειλές άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, οι προσαυξήσεις και τα πρόστιμα ανέρχονται συνολικά σε 7,21 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας τις κύριες οφειλές, οι οποίες διαμορφώνονται σε 5,73 δισ. ευρώ. Οι συνολικοί οφειλέτες προς τα ασφαλιστικά ταμεία ανέρχονται σε 1.510.679 φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Δύο ρυθμίσεις για το ίδιο χρέος
Η υποχρέωση παράλληλης εξυπηρέτησης διαφορετικών ρυθμίσεων αποτελεί ένα από τα βασικότερα εμπόδια για την ένταξη των οφειλετών στο νέο καθεστώς. Η ρύθμιση των 72 δόσεων αφορά οφειλές που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, ενώ το νέο σχήμα των 120 δόσεων διευρύνει το χρονικό όριο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Για τα χρέη που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2025 και μετά, εξακολουθεί να ισχύει η πάγια ρύθμιση των έως 24 δόσεων. Επομένως, ένας επαγγελματίας που έχει παλιές οφειλές και παράλληλα έχει αφήσει απλήρωτους νεότερους φόρους ή ασφαλιστικές εισφορές μπορεί να χρειάζεται να καταβάλλει δύο διαφορετικές δόσεις κάθε μήνα.
Σε αυτές προστίθενται οι τρέχουσες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, καθώς και τα λειτουργικά έξοδα μιας επιχείρησης ή οι βασικές δαπάνες ενός νοικοκυριού. Η επιμήκυνση της αποπληρωμής μειώνει τη δόση του παλιού χρέους, αλλά δεν εγγυάται ότι ο οφειλέτης θα μπορέσει να καλύψει το σύνολο των υποχρεώσεών του.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η ΓΣΕΒΕΕ ζητά να ενταχθεί το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών στις 120 δόσεις. Αντίστοιχα, ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς ζητά να συμπεριληφθούν και τα νεότερα χρέη, ώστε η ρύθμιση να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων.
Τι προβλέπει η ρύθμιση των 120 δόσεων
Το νέο πλαίσιο προσφέρει ουσιαστικές διευκολύνσεις σε όσους πληρούν τις προϋποθέσεις ένταξης. Η διάρκεια αποπληρωμής αυξάνεται από έξι σε δέκα χρόνια, ενώ η ελάχιστη μηνιαία καταβολή ορίζεται στα 30 ευρώ.
Η προθεσμία υποβολής αιτήσεων παρατείνεται έως τις 30 Ιουνίου 2027. Όσοι έχουν ήδη ενταχθεί στις 72 δόσεις μπορούν να ζητήσουν τη μεταφορά τους στο νέο σχήμα, εφόσον πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις.
Βασικός όρος είναι οι επιλέξιμες οφειλές να μην βρίσκονταν σε καθεστώς ρύθμισης στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, με εξαίρεση όσους μεταφέρονται από το προηγούμενο σχήμα των 72 δόσεων. Η μετάβαση δεν γίνεται αυτόματα, αλλά απαιτεί αίτηση.
Η μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής μειώνει τη μηνιαία επιβάρυνση, χωρίς όμως να συνεπάγεται διαγραφή των προσαυξήσεων. Το συνολικό κόστος εξακολουθεί να εξαρτάται από τους όρους της ρύθμισης και τη διάρκεια εξόφλησης.
Το αίτημα για μείωση των προσαυξήσεων
Οι φορείς της αγοράς αναγνωρίζουν ότι η αύξηση των δόσεων αποτελεί βελτίωση, επιμένουν όμως ότι το ύψος της συνολικής οφειλής παραμένει καθοριστικό για τη δυνατότητα αποπληρωμής.
Η ΓΣΕΒΕΕ ζητά διαγραφή προσαυξήσεων και προστίμων, υποστηρίζοντας ότι σημαντικό μέρος των χρεών δημιουργήθηκε μέσα στις διαδοχικές οικονομικές κρίσεις και ιδιαίτερα κατά την πανδημία. Από την πλευρά του, ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς προτείνει ουσιαστικό περιορισμό των προσαυξήσεων και κίνητρα για όσους ολοκληρώνουν με συνέπεια τις ρυθμίσεις τους.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το ύψος της μηνιαίας δόσης. Όταν οι πρόσθετες επιβαρύνσεις έχουν αυξήσει σημαντικά την αρχική οφειλή, η δυνατότητα εξόφλησης γίνεται δυσκολότερη ακόμη και με μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.
Το ζητούμενο για την αποτελεσματικότητα της νέας ρύθμισης είναι, συνεπώς, αν οι όροι της θα επιτρέψουν στους οφειλέτες να παραμείνουν συνεπείς σε βάθος χρόνου. Διαφορετικά, οι 120 δόσεις κινδυνεύουν να προσφέρουν μικρότερη μηνιαία επιβάρυνση χωρίς να αντιμετωπίζουν την αιτία που οδηγεί πολλούς φορολογουμένους και επαγγελματίες σε αδυναμία πληρωμής.






