Ανάπτυξη 2,3% το 2027, από 2% φέτος, και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 2,6%, από 3,8% το 2026, προβλέπει το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού που κατατέθηκε στη Βουλή. Το οικονομικό επιτελείο στηρίζει το βασικό σενάριο στις επενδύσεις, στην ενίσχυση των εισοδημάτων και στην προσδοκία ότι οι διεθνείς τιμές ενέργειας θα υποχωρήσουν σταδιακά.
Η πρόβλεψη για την ελληνική οικονομία παραμένει υψηλότερη από εκείνη της Ευρωζώνης, με την κυβέρνηση να εκτιμά ότι η Ελλάδα θα καταγράψει για έβδομη συνεχόμενη χρονιά ρυθμό ανάπτυξης αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Την ίδια στιγμή, όμως, η πορεία του πληθωρισμού εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς τιμές ενέργειας και τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι επενδύσεις αποτελούν τον βασικό κινητήρα του αναπτυξιακού σχεδιασμού. Προβλέπεται αύξησή τους κατά 7,9% το 2027, έναντι 7,7% φέτος, με το ποσοστό τους ως προς το ΑΕΠ να ανεβαίνει από 17,8% σε 18,6%.
Παράλληλα, το οικονομικό επιτελείο επιχειρεί να ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα μέσω φορολογικών παρεμβάσεων, αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις και νέων μέτρων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 960 ευρώ τον Απρίλιο του 2027, με στόχο τα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028.
Η κυβέρνηση καλείται, έτσι, να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο στόχους: τη διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών, σε μια οικονομία όπου η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί την πιο άμεση πίεση. Οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό προϋποθέτουν, πάντως, ότι δεν θα υπάρξει νέο μεγάλο ενεργειακό σοκ.
Η ενέργεια παραμένει ο μεγαλύτερος κίνδυνος
Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 2,6% το 2027 αποτελεί βασική παραδοχή του προϋπολογισμού. Το σενάριο στηρίζεται στη σταδιακή υποχώρηση των διεθνών τιμών ενέργειας, καθώς το ενεργειακό κόστος επηρεάζει τόσο την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών όσο και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι διαταραχές στις θαλάσσιες εμπορικές διαδρομές και οι περιορισμοί στο διεθνές εμπόριο αποτελούν τις βασικές εστίες αβεβαιότητας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η μέση μηνιαία τιμή του Brent έφθασε τα 120,4 δολάρια το βαρέλι τον Απρίλιο του 2026. Παρότι ακολούθησε αποκλιμάκωση, στις αρχές Σεπτεμβρίου οι τιμές κινήθηκαν και πάλι πάνω από τα 100 δολάρια.
Ο προϋπολογισμός προβλέπει 200 εκατ. ευρώ για δαπάνες που ενδέχεται να απαιτηθούν από τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης. Το ποσό λειτουργεί ως δημοσιονομικό «μαξιλάρι» σε μια συγκυρία όπου οι εξελίξεις στις αγορές ενέργειας μπορούν να μεταβάλουν γρήγορα τις προβλέψεις για πληθωρισμό και ανάπτυξη.
Σε όρους εναρμονισμένου πληθωρισμού, η πρόβλεψη για το 2027 διαμορφώνεται στο 2,4%, έναντι 3,6% φέτος. Η διαφορά από τον εθνικό δείκτη Τιμών Καταναλωτή οφείλεται στη διαφορετική μεθοδολογία των δύο δεικτών.
Οι επενδύσεις σηκώνουν το βάρος της ανάπτυξης
Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αναμένεται να αυξηθεί κατά 7,9% το 2027 και να συμβάλει περίπου κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα στην αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ.
Η μεγαλύτερη ώθηση αναμένεται από τις κατασκευές και τον εξοπλισμό, ενώ το συνολικό ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί στο 18,6%.
Το στοίχημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η οικονομία πρέπει να διατηρήσει τον ρυθμό της σε μια περίοδο κατά την οποία σταδιακά περιορίζεται η ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης. Το νέο επενδυτικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ύψους 1,5 δισ. ευρώ μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, αποτελεί ένα από τα εργαλεία που καλούνται να καλύψουν μέρος αυτού του κενού.
Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1,5%, από 1,4% το 2026, ενώ η δημόσια κατανάλωση αναμένεται να ενισχυθεί κατά 1,4%. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών προβλέπεται να αυξηθούν κατά 3,1%, ενώ οι εισαγωγές κατά 4%, εξέλιξη που συνδέεται και με την αυξημένη ζήτηση εισαγόμενων προϊόντων λόγω της επενδυτικής δραστηριότητας.
Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 5,9%.
Ανεργία κάτω από 8% και νέες αυξήσεις εισοδημάτων
Η ανεργία αναμένεται να υποχωρήσει στο 7,9% το 2027 από 8,4% φέτος, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2008.
Οι ονομαστικές αμοιβές ανά εργαζόμενο προβλέπεται να αυξηθούν κατά 3,9%, ενώ σε πραγματικούς όρους η αύξηση εκτιμάται στο 1,4%. Από τον Απρίλιο του 2027 προβλέπεται επίσης νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα.
Ο κατώτατος μισθός αναμένεται να αυξηθεί στα 960 ευρώ τον Απρίλιο του 2027 και στα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028. Παράλληλα, προβλέπεται οριζόντια αύξηση των μισθών στο Δημόσιο και επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά για δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς από τον Δεκέμβριο του 2027.
Στο ίδιο πακέτο εντάσσεται η αύξηση της ετήσιας ενίσχυσης των συνταξιούχων και άλλων δικαιούχων στα 400 ευρώ καθαρά από τον Νοέμβριο του 2026, καθώς και η τιμαριθμοποίηση των αναπηρικών επιδομάτων.
Φορολογικά έσοδα 77,9 δισ. ευρώ
Τα φορολογικά έσοδα του 2027 προβλέπεται να ανέλθουν σε 77,878 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,149 δισ. ευρώ ή 2,8% σε σχέση με το 2026.
Για φέτος οι φορολογικές εισπράξεις εκτιμώνται στα 75,729 δισ. ευρώ, δηλαδή 2,085 δισ. ευρώ πάνω από τον αρχικό στόχο. Σημαντική συμβολή στην υπέρβαση έχει ο ΦΠΑ, με τα έσοδά του να εκτιμάται ότι θα είναι αυξημένα κατά 1,548 δισ. ευρώ έναντι του προϋπολογισμού.
Οι συνολικές δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού προβλέπεται να περιοριστούν στα 85,046 δισ. ευρώ το 2027 από 87,971 δισ. ευρώ το 2026. Η βασική αιτία είναι η ολοκλήρωση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης εντός του 2026.
Πρωτογενές πλεόνασμα 3,3% και χρέος στο 128,8% του ΑΕΠ
Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται να διαμορφωθεί στα 9,152 δισ. ευρώ ή 3,3% του ΑΕΠ το 2027, έναντι 9,548 δισ. ευρώ ή 3,6% φέτος.
Το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα παραμένει θετικό, στο 0,3% του ΑΕΠ, από 0,6% το 2026.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πορεία του δημόσιου χρέους. Σε απόλυτους αριθμούς προβλέπεται να μειωθεί από 358,1 δισ. ευρώ το 2026 σε 353,69 δισ. ευρώ το 2027. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, η αποκλιμάκωση είναι μεγαλύτερη, από 136,7% σε 128,8%.
Η κυβέρνηση συνδέει την εξέλιξη με τη διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων, την ανάπτυξη και τη στρατηγική πρόωρης αποπληρωμής χρέους.
Τα μέτρα των 2,2 δισ. ευρώ και το «Σπίτι μου ΙΙΙ»
Στο προσχέδιο έχουν ενσωματωθεί οι παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν στη 90ή ΔΕΘ, με συνολικό δημοσιονομικό κόστος περίπου 2,2 δισ. ευρώ για το 2027.
Μεταξύ άλλων προβλέπονται φορολογικές ελαφρύνσεις για συνεπείς ελεύθερους επαγγελματίες, μείωση της προκαταβολής φόρου των ατομικών επιχειρήσεων από 55% σε 50%, μηδενικός φορολογικός συντελεστής έως τις 20.000 ευρώ για κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και τρίτεκνους, καθώς και νέα κίνητρα για επενδύσεις.
Στο στεγαστικό πεδίο προωθείται το «Σπίτι μου ΙΙΙ», με συνολικούς πόρους 2 δισ. ευρώ. Η κατεύθυνση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια αξιοποίησης χρηματοδοτικών εργαλείων για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στην κατοικία, ενώ η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα αναμένεται να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στη χρηματοδότηση νέων προγραμμάτων.
Παράλληλα, δημιουργείται ειδικός επενδυτικός λογαριασμός για παιδιά, με κρατική συνεισφορά ίση με την ετήσια κατάθεση του γονέα, έως 1.200 ευρώ τον χρόνο. Πρόκειται για το μέτρο που έχει ήδη παρουσιαστεί ως «κουμπαράς» για τη νέα γενιά.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις προβλέπεται νέο δανειοδοτικό και εγγυοδοτικό πρόγραμμα ύψους 1,5 δισ. ευρώ μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Το πραγματικό τεστ αρχίζει με την εφαρμογή
Το προσχέδιο του προϋπολογισμού παρουσιάζει μια οικονομία με υψηλότερη ανάπτυξη από την Ευρωζώνη, χαμηλότερη ανεργία, αύξηση επενδύσεων και συνεχή αποκλιμάκωση του χρέους. Ταυτόχρονα, όμως, η επίτευξη των στόχων εξαρτάται από μια σειρά παραμέτρων που βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό εκτός του άμεσου ελέγχου της κυβέρνησης.
Η ενέργεια παραμένει ο σημαντικότερος κίνδυνος για τον πληθωρισμό, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι διεθνείς εμπορικές αναταράξεις μπορούν να επηρεάσουν τόσο το κόστος όσο και την επενδυτική δραστηριότητα.
Το κρίσιμο στοιχείο για το 2027 θα είναι, επομένως, αν η προβλεπόμενη ανάπτυξη του 2,3% θα μεταφραστεί σε πραγματική βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος και σε περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις. Η δημοσιονομική εικόνα είναι βελτιωμένη, όμως η αντοχή της οικονομίας θα κριθεί από το κατά πόσο η επενδυτική δυναμική μπορεί να συνεχιστεί και μετά την ολοκλήρωση του κύκλου του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το οικονομικό επιτελείο καταθέτει έτσι έναν προϋπολογισμό που στηρίζεται σε τρεις παραδοχές: ανάπτυξη μέσω επενδύσεων, ενίσχυση εισοδημάτων και αποκλιμάκωση της ενεργειακής πίεσης. Η τελευταία είναι και η πιο αβέβαιη. Αν επιβεβαιωθεί, το 2027 μπορεί να αποτελέσει χρονιά περαιτέρω σταθεροποίησης. Αν ανατραπεί από ένα νέο ενεργειακό ή γεωπολιτικό σοκ, αρκετές από τις προβλέψεις του προσχεδίου θα βρεθούν ξανά υπό πίεση.






