Μια υπόθεση που προκαλεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο δίνονται οι δημόσιες συμβάσεις έρχεται στο προσκήνιο, καθώς, σύμφωνα με στοιχεία του ΚΗΜΔΗΣ που επικαλείται η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.), εταιρεία με κύριο ΚΑΔ «υπηρεσίες ξενοδοχείου ημιδιαμονής» φέρεται να έχει εξασφαλίσει 28 συμβάσεις με φορείς του Δημοσίου, συνολικής αξίας περίπου 800.000 ευρώ.
Το θέμα αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή οι συμβάσεις, σύμφωνα με την ίδια καταγγελία, αφορούν αντικείμενα που εκτείνονται από χρηματοοικονομικές συμβουλές έως υπηρεσίες ψηφιακού μετασχηματισμού. Δηλαδή δραστηριότητες που απέχουν σημαντικά από την κύρια επιχειρηματική ταυτότητα που εμφανίζεται για την εταιρεία.
Η υπόθεση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι απευθείας αναθέσεις και ο τρόπος ελέγχου των δημόσιων δαπανών βρίσκονται σταθερά στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει ήδη καταγράψει προβλήματα στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται η διαδικασία, μεταξύ άλλων επαναλαμβανόμενες αναθέσεις στον ίδιο ανάδοχο και ανεπαρκή τεκμηρίωση της επιλογής. Οι απευθείας αναθέσεις και τα στοιχεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου
Οι 28 συμβάσεις των 800.000 ευρώ
Το στοιχείο που ξεχωρίζει στην υπόθεση είναι ο αριθμός και το συνολικό ύψος των συμβάσεων. 28 αναθέσεις και περίπου 800.000 ευρώ δεν παραπέμπουν σε μία μεμονωμένη συναλλαγή ή σε μια ασυνήθιστη σύμπτωση, αλλά σε μια διαδρομή συνεργασιών με δημόσιους φορείς που χρειάζεται να αποτυπωθεί με ακρίβεια: ποιοι φορείς έκαναν τις αναθέσεις, ποιο ήταν το αντικείμενο κάθε σύμβασης, ποια διαδικασία ακολουθήθηκε και ποια ήταν τα κριτήρια επιλογής.
Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο. Η ύπαρξη μιας δημόσιας σύμβασης σε μια εταιρεία δεν αποδεικνύει από μόνη της παρανομία. Το ίδιο ισχύει και για μια απευθείας ανάθεση, εφόσον αυτή γίνεται μέσα στο προβλεπόμενο θεσμικό πλαίσιο. Το ζήτημα είναι εάν το αντικείμενο της σύμβασης, η τεχνογνωσία του αναδόχου, η διαδικασία επιλογής και το τίμημα μπορούν να αιτιολογηθούν με τρόπο που να αντέχει στον δημόσιο έλεγχο.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένο όταν ο κύριος ΚΑΔ της εταιρείας παραπέμπει σε ξενοδοχειακές υπηρεσίες ημιδιαμονής, ενώ οι συμβάσεις που της ανατίθενται αφορούν εξειδικευμένες συμβουλευτικές εργασίες. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο αντικείμενα δεν αποτελεί αυτομάτως πρόβλημα, αλλά είναι ακριβώς το στοιχείο που απαιτεί εξήγηση.
Από τα δωμάτια ημιδιαμονής στις συμβουλευτικές υπηρεσίες
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ΕΛ.Α.Σ., στο ίδιο επιχειρηματικό σχήμα εμφανίζονται δραστηριότητες που περιλαμβάνουν λογιστικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες, πώληση καπνικών προϊόντων, υπηρεσίες ευεξίας και ξενοδοχειακή δραστηριότητα ημιδιαμονής.
Το ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απόφαση της Enterprise Greece για απευθείας ανάθεση ύψους 16.533,34 ευρώ, με αντικείμενο την «παροχή εξειδικευμένων συμβουλευτικών υπηρεσιών υποστήριξης Ωρίμανσης Έργων». Ανάδοχος εμφανίζεται η συγκεκριμένη εταιρεία.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί ένα εύλογο δημοσιογραφικό ερώτημα: ποια ακριβώς ήταν η τεχνογνωσία που οδήγησε στην επιλογή της εταιρείας για την παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών και ποια άλλα κριτήρια αξιολογήθηκαν;
Δεν είναι το ίδιο ερώτημα με το αν η σύμβαση είναι νόμιμη. Η νομιμότητα είναι ζήτημα των αρμόδιων ελεγκτικών μηχανισμών. Η διαφάνεια, όμως, απαιτεί να είναι κατανοητό και ελέγξιμο από την κοινωνία γιατί ένας συγκεκριμένος ανάδοχος κρίθηκε κατάλληλος.
Το δεύτερο σκέλος: 96 συμβάσεις και 25 εκατ. ευρώ
Η καταγγελία της ΕΛ.Α.Σ. δεν περιορίζεται στην εταιρεία με τον ΚΑΔ της ημιδιαμονής. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, τα ίδια φυσικά πρόσωπα συνδέονται μέσω άλλης συμβουλευτικής εταιρείας με 96 συμβάσεις του Δημοσίου συνολικής αξίας περίπου 25 εκατ. ευρώ, ενώ μέχρι το 2019 η συγκεκριμένη εταιρεία φέρεται να είχε σχεδόν μηδενική παρουσία στις κρατικές συμβάσεις.
Εδώ βρίσκεται ίσως το ουσιαστικότερο ζήτημα της υπόθεσης. Δεν αρκεί να εξεταστεί κάθε σύμβαση ξεχωριστά. Χρειάζεται να αποτυπωθεί συνολικά το επιχειρηματικό και συμβατικό δίκτυο: ποιοι είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι, ποια φυσικά πρόσωπα συμμετέχουν στις εταιρείες, ποιοι δημόσιοι φορείς ανέθεσαν έργα και με ποιες διαδικασίες.
Η συζήτηση για τις δημόσιες συμβάσεις έχει άλλωστε επανέλθει δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο, με την αντιπολίτευση να ζητά μεγαλύτερη λογοδοσία για τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος. Οι δημόσιες συμβάσεις στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης
Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος ελέγχει τις αναθέσεις
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι τελικά το ευτράπελο της εικόνας μιας εταιρείας που εμφανίζεται με δραστηριότητα ξενοδοχείου ημιδιαμονής και ταυτόχρονα αναλαμβάνει συμβουλευτικά έργα του Δημοσίου. Το ουσιαστικό θέμα είναι εάν υπάρχουν επαρκείς μηχανισμοί ώστε κάθε δημόσιος φορέας να μπορεί να εξηγήσει με σαφήνεια γιατί επέλεξε τον συγκεκριμένο ανάδοχο, πώς καθορίστηκε το τίμημα και ποιο ήταν το αποτέλεσμα της σύμβασης.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν ένας ανάδοχος εμφανίζεται επανειλημμένα σε δημόσιες συμβάσεις. Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει επισημάνει ακριβώς τον κίνδυνο που δημιουργούν οι επαναλαμβανόμενες αναθέσεις στον ίδιο ανάδοχο όταν δεν υπάρχουν επαρκώς προκαθορισμένα και επαληθεύσιμα κριτήρια επιλογής.
Η ΕΛ.Α.Σ. χαρακτηρίζει την υπόθεση «λεηλασία του δημοσίου χρήματος άνευ προηγουμένου» και υποστηρίζει ότι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός ευρύτερου μοντέλου διαχείρισης των κρατικών πόρων. Πρόκειται για πολιτική αξιολόγηση του κόμματος, όχι για διαπιστωμένο πόρισμα ελεγκτικής αρχής.
Και ακριβώς γι’ αυτό η υπόθεση δεν πρέπει να μείνει στις καταγγελίες. Η απάντηση είναι σχετικά απλή: να δημοσιοποιηθούν αναλυτικά οι 28 συμβάσεις, τα αντικείμενά τους, οι διαδικασίες ανάθεσης, οι προσφορές όπου προβλέπονται, τα παραδοτέα και οι πληρωμές.
Γιατί στο τέλος της ημέρας το κρίσιμο δεν είναι αν μια εταιρεία έχει ταυτόχρονα ξενοδοχειακές, λογιστικές ή συμβουλευτικές δραστηριότητες. Το κρίσιμο είναι αν για κάθε ευρώ που βγήκε από το Δημόσιο μπορεί να δοθεί μια καθαρή, τεκμηριωμένη και ελέγξιμη απάντηση για το γιατί δόθηκε και τι παραδόθηκε σε αντάλλαγμα.
Η υπόθεση των 28 αναθέσεων και των περίπου 800.000 ευρώ είναι, επομένως, πρωτίστως μια υπόθεση διαφάνειας. Και η διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις δεν εξαντλείται στην ανάρτηση μιας απόφασης στη «Διαύγεια» ή μιας σύμβασης στο ΚΗΜΔΗΣ. Αρχίζει από τη δυνατότητα του πολίτη να καταλάβει ποιος πήρε τα χρήματα, για ποιο έργο, με ποια διαδικασία και με ποιο αποτέλεσμα.






