02 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • To the Point
  • Στεγαστική κρίση: Οι ιδιοκτήτες χωρίς δάνειο και οι συνταξιούχοι που δεν αντέχουν το κόστος κατοικίας

Στεγαστική κρίση: Οι ιδιοκτήτες χωρίς δάνειο και οι συνταξιούχοι που δεν αντέχουν το κόστος κατοικίας

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα έχει μια πλευρά που συνήθως μένει έξω από τη συζήτηση: αφορά και ανθρώπους που έχουν ήδη δικό τους σπίτι.

Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 δείχνουν ότι η στεγαστική υπερεπιβάρυνση δεν ταυτίζεται με το ενοίκιο ή τη δόση ενός στεγαστικού δανείου. Αφορά σε μεγάλο βαθμό ιδιοκτήτες χωρίς εκκρεμές δάνειο, ενώ η πίεση γίνεται ιδιαίτερα έντονη στους ηλικιωμένους.

Η εικόνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν συνδυαστεί με την εξέλιξη του κόστους στέγασης: ο γενικός δείκτης στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης στην Ελλάδα υποχώρησε το 2025 από 28,9% σε 26,4%, όμως στους πολίτες ηλικίας 65 ετών και άνω αυξήθηκε για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά.

Πρόκειται για μια αντίφαση που έχει ιδιαίτερη σημασία για τη στεγαστική κρίση: η χώρα εμφανίζει βελτίωση στον συνολικό δείκτη, την ώρα που ένα από τα πιο ευάλωτα τμήματα του πληθυσμού βλέπει την επιβάρυνσή του να αυξάνεται.

Και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα διαθέσιμα εισοδήματα, με τη στέγαση και την ενέργεια να αποτελούν βασικές πηγές επιβάρυνσης των νοικοκυριών.

Ο δείκτης στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης πέφτει, οι ηλικιωμένοι επιβαρύνονται περισσότερο

Το 2025, το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το συνολικό κόστος στέγασης απορροφούσε τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Το αντίστοιχο ποσοστό στους πολίτες ηλικίας 65 ετών και άνω έφτασε το 31,8%, έναντι μόλις 8,5% στην ΕΕ-27.

Η εξέλιξη στους ηλικιωμένους είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική. Ο δείκτης αυξήθηκε από 19,3% το 2021 σε 24,9% το 2022, 27,2% το 2023, 30,4% το 2024 και 31,8% το 2025.

Δηλαδή, μέσα σε τέσσερα χρόνια η στεγαστική υπερεπιβάρυνση στους 65+ αυξήθηκε κατά 12,5 ποσοστιαίες μονάδες, την ώρα που ο συνολικός δείκτης το 2025 κινήθηκε πτωτικά.

Ακόμη πιο δύσκολη είναι η κατάσταση για τους ηλικιωμένους που ζουν μόνοι. Εκεί η στεγαστική υπερεπιβάρυνση φτάνει το 62,1%, δηλαδή σχεδόν δύο στους τρεις. Στην ΕΕ-27 το αντίστοιχο ποσοστό είναι 17,5%.

Στα ζευγάρια με τουλάχιστον έναν ενήλικα ηλικίας 65 ετών και άνω, ο δείκτης διαμορφώνεται στο 23,3%, έναντι 5,1% στην ΕΕ.

Ιδιοκτήτης χωρίς δάνειο δεν σημαίνει σπίτι χωρίς κόστος

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο βρίσκεται αλλού: στους ιδιοκτήτες κύριας κατοικίας χωρίς στεγαστικό δάνειο.

Με βάση τον συνδυασμό των επίσημων στοιχείων της Eurostat, περίπου έξι στους δέκα ανθρώπους που βρίσκονται σε στεγαστική υπερεπιβάρυνση στην Ελλάδα κατοικούν σε ιδιόκτητη κύρια κατοικία χωρίς εκκρεμές στεγαστικό δάνειο.

Το εύρημα αλλάζει ουσιαστικά τη συζήτηση για τη στεγαστική πολιτική. Γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να έχει εξοφλήσει το σπίτι του και παρ’ όλα αυτά να αδυνατεί να ανταποκριθεί στο κόστος διατήρησής του.

Η κατοχή της κατοικίας απαλλάσσει από το ενοίκιο ή τη δόση του στεγαστικού, όχι όμως από τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και θέρμανσης, το νερό, τα κοινόχρηστα, τις επισκευές, τη συντήρηση και τις φορολογικές επιβαρύνσεις.

Στους ηλικιωμένους που ζουν μόνοι, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο καθαρό.

Το κόστος ανεβαίνει, το εισόδημα δεν ακολουθεί

Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), το μέσο μηνιαίο συνολικό κόστος στέγασης των νοικοκυριών ιδιοκτητών στην Ελλάδα ανέρχεται σε 674,8 PPS, έναντι 499,2 PPS στην ΕΕ-27.

Η διαφορά αγγίζει περίπου το 35%.

Την ίδια στιγμή, το διάμεσο ισοδύναμο εισόδημα των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω στην Ελλάδα διαμορφώνεται στα 12.388 PPS, έναντι 20.886 PPS στην ΕΕ-27. Το ελληνικό εισόδημα των ηλικιωμένων αντιστοιχεί δηλαδή περίπου στο 59% του ευρωπαϊκού επιπέδου.

Η πίεση γίνεται ακόμη πιο ευδιάκριτη όταν εξετάζεται η πορεία από το 2019 έως το 2025. Το κόστος στέγασης ενός ηλικιωμένου που ζει μόνος σε ιδιόκτητη κατοικία αυξήθηκε περίπου 38%, από 293,1 σε 405,8 PPS τον μήνα.

Στο ίδιο διάστημα, το διάμεσο ισοδύναμο εισόδημα των 65+ αυξήθηκε περίπου 27%, από 9.723 σε 12.388 PPS.

Η διαφορά δεν είναι απλώς στατιστική. Σημαίνει ότι το κόστος κατοικίας αυξήθηκε ταχύτερα από το εισόδημα των ηλικιωμένων που καλούνται να το καλύψουν.

Ο λογαριασμός που δεν φαίνεται στην ιδιοκτησία

Το πρόβλημα αποτυπώνεται και στους απλήρωτους λογαριασμούς.

Σχεδόν ένας στους δύο ηλικιωμένους που ζουν μόνοι και αντιμετωπίζουν υψηλή στεγαστική επιβάρυνση βρίσκεται αντιμέτωπος με καθυστερήσεις στους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Το σχετικό ποσοστό φτάνει το 43,7%, έναντι μόλις 4,8% στην ΕΕ-27.

Παράλληλα, το 27,1% δηλώνει ότι δεν μπορεί να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς θερμό, έναντι 11,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με το ενεργειακό κόστος. Οι πρόσφατες αυξήσεις στη στέγαση και την ενέργεια επιβαρύνουν το διαθέσιμο εισόδημα ακόμη και εκείνων που δεν πληρώνουν ενοίκιο.

Έτσι δημιουργείται μια κατηγορία πολιτών που δεν εμφανίζεται ως «ενοικιαστής σε στεγαστική κρίση», αλλά στην πράξη δυσκολεύεται να συντηρήσει την κατοικία της.

Το κενό της στεγαστικής πολιτικής

Οι περισσότερες παρεμβάσεις της στεγαστικής πολιτικής έχουν ως βασικούς στόχους την πρόσβαση στην ιδιοκτησία, την ενίσχυση της ενοικιαζόμενης κατοικίας και την αύξηση της προσφοράς ακινήτων.

Υπάρχουν επίσης προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης και ανακαίνισης που μπορούν να αφορούν ιδιοκτήτες. Το ερώτημα όμως είναι διαφορετικό: τι γίνεται με τον άνθρωπο που έχει ήδη σπίτι, δεν χρωστά στεγαστικό, αλλά το εισόδημά του δεν επαρκεί για να καλύψει το λειτουργικό κόστος της κατοικίας;

Τα στοιχεία δείχνουν ότι δεν πρόκειται για μια μικρή ή περιθωριακή ομάδα. Η στεγαστική κρίση έχει μετακινηθεί από το ερώτημα «πού θα βρω σπίτι;» και στο ερώτημα «μπορώ να αντέξω οικονομικά να κρατήσω το σπίτι που έχω;».

Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τους συνταξιούχους και τους ηλικιωμένους που ζουν μόνοι, καθώς η δυνατότητα αύξησης του εισοδήματός τους είναι περιορισμένη ενώ αρκετές δαπάνες κατοικίας δεν μπορούν να αποφευχθούν.

Τι ζητούν τα στοιχεία να απαντηθεί

Η πρώτη ανάγκη είναι να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η συγκεκριμένη κατηγορία των υπερεπιβαρυμένων ιδιοκτητών. Η ΕΛΣΤΑΤ θα μπορούσε να δημοσιεύει αναλυτικά το κόστος κατοικίας ανά συνιστώσα —ενέργεια, κοινόχρηστα, συντήρηση, φόροι— και να διασταυρώνει συστηματικά την ηλικία με το καθεστώς κατοχής.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά την ίδια τη στεγαστική πολιτική. Εφόσον ένα σημαντικό μέρος των στεγαστικά υπερεπιβαρυμένων πολιτών είναι ιδιοκτήτες χωρίς στεγαστικό δάνειο, χρειάζεται να αποσαφηνιστεί ποιο μόνιμο μέτρο απευθύνεται σε αυτούς.

Και το τρίτο είναι η δημιουργία ενός σταθερού μηχανισμού στήριξης για ηλικιωμένους και χαμηλοσυνταξιούχους ιδιοκτήτες, με κριτήριο το πραγματικό κόστος διατήρησης της κατοικίας και όχι μόνο το αν υπάρχει ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο.

Γιατί η ιδιοκτησία ενός σπιτιού αποτελεί περιουσιακό στοιχείο, αλλά δεν πληρώνει από μόνη της τον λογαριασμό του ρεύματος, τη θέρμανση, τα κοινόχρηστα ή την επισκευή της στέγης.

Δείτε επίσης