Οι τρεις τελευταίες δημοσκοπήσεις των Marc, MRB, Pulse και Opinion Poll, που πραγματοποιήθηκαν στον απόηχο της ΔΕΘ, παρουσιάζουν επιμέρους διαφοροποιήσεις στα ποσοστά, συγκλίνουν όμως σε μια σειρά από βασικά πολιτικά συμπεράσματα.
Του Διευθυντή Ερευνών της Opinion poll, Ζαχαρία Ζούπη
Το πρώτο και πλέον σαφές είναι ότι η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πρώτη θέση με σημαντική απόσταση από τη δεύτερη πολιτική δύναμη. Το δεύτερο είναι ότι η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα έχει πλέον καταγραφεί ως δεύτερος πόλος στις μετρήσεις, ενώ το ΠΑΣΟΚ παραμένει τρίτο, εμφανίζοντας ωστόσο στις τελευταίες μετρήσεις ενδείξεις ενίσχυσης.
Στην εκτίμηση ψήφου, η Marc καταγράφει ΝΔ 31%, ΕΛ.Α.Σ. 16% και ΠΑΣΟΚ 11,5%, ενώ η MRB δίνει 29%, 17,4% και 12,4% αντίστοιχα. Η Opinion Poll κινείται στο ίδιο εύρος, με 31% για τη ΝΔ, 15,9% για την ΕΛ.Α.Σ. και 12,1% για το ΠΑΣΟΚ. Έτσι, παρά τις διαφορές μεταξύ των εταιρειών, το εύρος των μετρήσεων για τα τρία πρώτα κόμματα είναι σχετικά περιορισμένο.
Το εύρημα αυτό έχει πολιτική σημασία: η βασική εικόνα του κομματικού ανταγωνισμού εμφανίζεται, στην παρούσα συγκυρία, περισσότερο σταθερή παρά ανατρεπτική.
Η ΝΔ προηγείται, αλλά η κοινωνική αξιολόγηση της κυβέρνησης είναι πολύ πιο σύνθετη
Το σημαντικότερο στοιχείο που προκύπτει από τη συνδυασμένη ανάγνωση των ερευνών είναι ότι το δημοσκοπικό προβάδισμα της ΝΔ συνυπάρχει με σημαντική κριτική προς την κυβέρνηση.
Η Opinion Poll καταγράφει μόλις 13,3% θετικές και 19,4% μάλλον θετικές αξιολογήσεις για το κυβερνητικό έργο, έναντι 18,3% μάλλον αρνητικών και 46,4% αρνητικών αξιολογήσεων.
Αντίστοιχα, στη MRB το 58,9% αξιολογεί αρνητικά την αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών εξαγγελιών στη ΔΕΘ, ενώ μόλις 30,2% τις αξιολογεί θετικά. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 53,7% θεωρεί πως τα μέτρα ήταν λιγότερα από όσα επέτρεπε η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η Marc: το 55% αξιολογεί αρνητικά ή μάλλον αρνητικά τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη, έναντι 38,4% που τις αξιολογεί θετικά ή μάλλον θετικά.
Επομένως, η πολιτική εικόνα δεν μπορεί να περιγραφεί απλώς ως κυβερνητική επιδοκιμασία. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν ταυτόχρονα δύο πραγματικότητες: από τη μία, η ΝΔ διατηρεί σαφές προβάδισμα στην πρόθεση/εκτίμηση ψήφου· από την άλλη, ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας εξακολουθεί να αξιολογεί αρνητικά την κυβερνητική επίδοση και ειδικά την οικονομική της αποτελεσματικότητα.
Η ακρίβεια παραμένει ο πυρήνας της πολιτικής πίεσης
Το σημείο όπου οι δημοσκοπήσεις συναντώνται ακόμη πιο καθαρά είναι η οικονομία και το κόστος ζωής.
Στην Opinion Poll, η ακρίβεια και ο πληθωρισμός αναδεικνύονται ως το σημαντικότερο πρόβλημα, ενώ η οικονομική κατάσταση αποτελεί βασικό κριτήριο με το οποίο οι πολίτες αξιολογούν τις πολιτικές επιλογές. Παράλληλα, μόλις 38,3% θεωρεί ότι η κυβέρνηση προσπαθεί, μέσα στα δημοσιονομικά περιθώρια, να βελτιώσει τα εισοδήματα και το βιοτικό επίπεδο, ενώ 59,6% απαντά αρνητικά.
Η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί δείχνει ότι το πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν είναι μόνο εάν τα μέτρα ανακοινώνονται, αλλά εάν γίνονται αντιληπτά από τους πολίτες ως αλλαγή στην πραγματική οικονομική τους κατάσταση.
Αυτό εξηγεί και μια φαινομενική αντίφαση των δημοσκοπήσεων: η ΝΔ διατηρεί την πρώτη θέση, αλλά οι θετικές αξιολογήσεις για συγκεκριμένες κυβερνητικές πολιτικές δεν είναι αντίστοιχα υψηλές.
Το προβάδισμα της ΝΔ δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε συνολική πολιτική αποδοχή
Ένα ακόμη κοινό στοιχείο των ερευνών είναι η διάκριση ανάμεσα στην εκλογική πρόθεση και στην πολιτική εμπιστοσύνη.
Στην Opinion Poll, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός με 27,9%, έναντι 13,9% του Αλέξη Τσίπρα και 7,4% του Νίκου Ανδρουλάκη.
Στη MRB ο Μητσοτάκης καταγράφεται στο 23,7%, ο Τσίπρας στο 14% και ο Ανδρουλάκης στο 6,9%, ενώ στη Marc τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 31%, 14,9% και 8%.
Το ενδιαφέρον εδώ δεν βρίσκεται μόνο στη διαφορά των ποσοστών μεταξύ των εταιρειών. Βρίσκεται στο γεγονός ότι οι έρευνες αποτυπώνουν σαφή απόσταση ανάμεσα στον πρώτο και στους επόμενους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κοινωνική αξιολόγηση της κυβέρνησης είναι αντίστοιχα θετική.
Με άλλα λόγια, η δημοσκοπική πρωτιά της ΝΔ συνυπάρχει με μια ευρύτερη αναζήτηση απαντήσεων στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα.
Η αντιπολίτευση έχει πλέον διαφορετικό πρόβλημα: η δυσαρέσκεια δεν αρκεί
Η δεύτερη σημαντική διαπίστωση αφορά την αντιπολίτευση.
Η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζεται πλέον σταθερά στη δεύτερη θέση στις μετρήσεις, αλλά η απόσταση από τη ΝΔ παραμένει διψήφια. Στη Marc είναι 15 μονάδες, στη MRB 11,6 μονάδες και στην Opinion Poll 15,1 μονάδες.
Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται στην τρίτη θέση και στις έρευνες. Ωστόσο, η MRB καταγράφει άνοδο του στο 12,4%, ενώ η Marc το τοποθετεί στο 11,5% και η Opinion Poll στο 12,1%.
Αυτό δημιουργεί ένα σύνθετο πολιτικό σκηνικό: η φθορά ή η αρνητική αξιολόγηση της κυβέρνησης δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε αντίστοιχη μετακίνηση προς έναν συγκεκριμένο αντίπαλο πολιτικό φορέα.
Η ίδια εικόνα προκύπτει και από την Opinion Poll, όπου σημαντικά ποσοστά πολιτών δηλώνουν ότι δεν εμπιστεύονται κανέναν από τους βασικούς πολιτικούς αρχηγούς για την υλοποίηση των οικονομικών υποσχέσεων.
Επομένως, το κεντρικό ερώτημα για την αντιπολίτευση δεν είναι μόνο αν μπορεί να καταγράψει δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά αν μπορεί να μετατρέψει αυτή τη δυσαρέσκεια σε συγκεκριμένη πρόταση διακυβέρνησης που θα αποκτήσει ευρύτερη κοινωνική εμπιστοσύνη.
Η ΔΕΘ δεν ανέτρεψε τους πολιτικούς συσχετισμούς
Οι δημοσκοπήσεις μετά τη ΔΕΘ έχουν ιδιαίτερη σημασία επειδή αποτυπώνουν τις πρώτες αντιδράσεις στις εξαγγελίες κυβέρνησης και κομμάτων.
Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι αυτή μιας μεγάλης μετακίνησης των πολιτικών συσχετισμών.
Στη MRB, η ΝΔ παραμένει στο 29%, η ΕΛ.Α.Σ. στο 17,4% και το ΠΑΣΟΚ ανεβαίνει στο 12,4%. Στη Marc η ΝΔ βρίσκεται στο 31%, η ΕΛ.Α.Σ. στο 16% και το ΠΑΣΟΚ στο 11,5%.
Παράλληλα, οι αξιολογήσεις των κυβερνητικών μέτρων παραμένουν περισσότερο αρνητικές παρά θετικές και στις δύο έρευνες. Αυτό δείχνει ότι η ΔΕΘ δεν άλλαξε μέχρι στιγμής τον βασικό κομματικό χάρτη, αλλά ανέδειξε εκ νέου το ζήτημα της οικονομικής αποτελεσματικότητας.
Το πραγματικό πολιτικό στοίχημα βρίσκεται πλέον στην καθημερινότητα
Αν συνδυαστούν τα ευρήματα των ερευνών, το βασικό πολιτικό συμπέρασμα είναι ίσως πιο σύνθετο από μια απλή αποτύπωση της κομματικής κατάταξης.
Η ΝΔ διατηρεί την πρώτη θέση και σημαντική απόσταση από τη δεύτερη δύναμη. Η ΕΛ.Α.Σ. έχει εγκατασταθεί δημοσκοπικά στη δεύτερη θέση, ενώ το ΠΑΣΟΚ παραμένει τρίτο και εμφανίζει σε ορισμένες μετρήσεις ενίσχυση.
Όμως, παράλληλα, η οικονομία, η ακρίβεια, το διαθέσιμο εισόδημα και η αποτελεσματικότητα των μέτρων παραμένουν τα ζητήματα στα οποία κρίνεται η πολιτική αξιολόγηση.
Αυτό δημιουργεί μια διπλή εικόνα.
Από τη μία πλευρά, οι σημερινοί κομματικοί συσχετισμοί εμφανίζονται σχετικά σταθεροί. Από την άλλη, υπάρχει ένα σημαντικό κοινωνικό αίτημα για βελτίωση της καθημερινότητας, το οποίο δεν αποτυπώνεται με αντίστοιχη ένταση στις θετικές αξιολογήσεις της κυβερνητικής πολιτικής.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο κοινό μήνυμα των δημοσκοπήσεων:
Το πολιτικό προβάδισμα και η κοινωνική ικανοποίηση δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Η κυβέρνηση εξακολουθεί να διαθέτει σαφές δημοσκοπικό προβάδισμα, όμως οι πολίτες αξιολογούν αυστηρά το κατά πόσο οι κυβερνητικές πολιτικές μεταφράζονται σε πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Ταυτόχρονα, η αντιπολίτευση, παρά την καταγραφή της ΕΛ.Α.Σ. στη δεύτερη θέση και την άνοδο του ΠΑΣΟΚ σε ορισμένες μετρήσεις, δεν έχει ακόμη μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε αντίστοιχη ανατροπή των βασικών πολιτικών συσχετισμών.
Έτσι, το επόμενο διάστημα το ενδιαφέρον δεν θα βρίσκεται μόνο στο εάν αλλάζουν κατά μία ή δύο μονάδες τα ποσοστά των κομμάτων. Θα βρίσκεται κυρίως στο εάν η οικονομική καθημερινότητα αλλάξει την αξιολόγηση των πολιτών για την κυβέρνηση και εάν τα κόμματα της αντιπολίτευσης μπορέσουν να παρουσιάσουν πειστικές και συγκεκριμένες εναλλακτικές προτάσεις διακυβέρνησης.
Οι σημερινές μετρήσεις καταγράφουν, περισσότερο από μια πολιτική ανατροπή, ένα σκηνικό σταθερών συσχετισμών αλλά ανοιχτών κοινωνικών και πολιτικών προκλήσεων.






