Του Γιάννη Κωνσταντινίδη, Αναπληρωτή Καθηγητή Πανεπιστημίου Μακεδονίας
Κάθε πολιτικός σχολιαστής που σέβεται τον εαυτό του χαρακτηρίζει πάντα την εκλογική αναμέτρηση που πλησιάζει ως ξεχωριστή. Και όμως υπάρχει πράγματι ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στις βουλευτικές εκλογές που έρχονται.
Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες αναμετρήσεις της μετά το 1974 περιόδου, αυτήν τη φορά δεν καταγράφεται κανένα ρεύμα προτιμήσεων υπέρ ενός κόμματος, είτε προκειμένου να ανατραπεί ένα κυβερνητικό κόμμα, όπως υπέρ του ΠΑΣΟΚ το 1981 ή της ΝΔ το 1989 ή το 2004 ή του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, είτε προκειμένου να διατηρηθεί ένα κόμμα στην εξουσία, όπως υπέρ του ΠΑΣΟΚ το 1985 ή της ΝΔ το 2023.
Σήμερα, το μόνο που καταγράφεται είναι ένα ισχυρό ρεύμα κατά της ΝΔ, και σε σημαντικό βαθμό κατά του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, χωρίς ωστόσο αυτό να μετασχηματίζεται σε θετικό ρεύμα υπέρ κάποιου αντιπάλου τους.
Πάνω από το 70% των Ελλήνων δηλώνουν ως κυρίαρχο συναίσθημά τους για την πολιτική τον θυμό ή την απογοήτευση από τη σημερινή κυβέρνηση, ενώ ακόμα και τα εμφανώς ευνοϊκά για πολλές πληθυσμιακές ομάδες κυβερνητικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης περνούν απαρατήρητα, με το 80% να κρίνουν ότι δεν θα βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση. Η απόρριψη των πολιτικών, ή και τους ύφους διακυβέρνησης, της ΝΔ, αποτυπώνεται στα ποσοστά πρόθεσης ψήφου για το κόμμα, τα οποία δεν ξεπερνούν το 20%-22% επί του συνολικού δείγματος, με σχεδόν το 30% των ερωτώμενων ωστόσο να δηλώνουν ότι δεν έχουν καταλήξει στην επιλογή τους. Το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι αυτοί, παρότι απορρίπτουν τη ΝΔ, δεν ελκύονται από καμία άλλη από τις πολλές επιλογές ψήφου διατίθενται στην αγορά -και οι οποίες μόνο λίγες δεν είναι- επιτρέπει στη ΝΔ να αυτό-παρουσιάζεται ως κυρίαρχη δύναμη. Η Ελ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα δυσκολεύεται να ξεπεράσει τα χαμηλά διψήφια ποσοστά βέβαιων ψηφοφόρων, το ΠΑΣΟΚ μένει ακόμα χαμηλότερα, ενώ μια πλειάδα παλαιότερων, νεοσύστατων και υπό ίδρυση κομμάτων δείχνουν να κερδίζουν την κοινοβουλευτική εκπροσώπησή τους, χωρίς ωστόσο να μπορούν να αποκτήσουν κομβικούς ρόλους στο κομματικό σκηνικό.
«Μα αυτό το 30% όσων καταγράφονται στις δημοσκοπήσεις να μην έχουν αποφασίσει την ψήφο τους απορρίπτουν την κυβέρνηση και συνεπώς τα ποσοστά της ΝΔ θα μείνουν χαμηλότερα ακόμα και από το 25%», θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος. Οι σταθερά χαμηλές πτήσεις των αντιπολιτευόμενων κομμάτων ωστόσο δείχνουν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων που δεν εκδηλώνουν την πρόθεση ψήφου τους δεν πείθονται από τις εναλλακτικές, ενώ η εμπέδωση της αδυναμίας τους να πλησιάσουν τα δημοσκοπικά ποσοστά της ΝΔ συρρικνώνει την εικόνα τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι περισσότεροι από το 30% των αβέβαιων ψηφοφόρων ξορκίζουν «την ώρα της κάλπης», καθώς θα είναι η στιγμή να επιλέξουν τον τρόπο με τον οποίο θα καταψηφίσουν τη ΝΔ και τον τρόπο δεν θα τον έχουν βρει. Η αποχή τους από την κάλπη είναι μια πολύ πιθανή εξέλιξη. Μια εξέλιξη που θα αυξήσει πλασματικά το 20%-22% της ΝΔ στην περιοχή του 30%. Είναι φορές που η κάλπη δεν δίνει τη λύση. Και τότε φτάνουμε να την ξορκίζουμε.






