Πριν απ’ το παρελθόν, παλιότερο απ’ το παρελθόν… Στις μέρες που η μουσική, όπως κι η ευρύτερη καλλιτεχνική και πνευματική παραγωγή, βασίζεται στον ψηφιακό αυτοματισμό στοχεύοντας στο αψεγάδιαστο κι ο ήχος, ως ανθρώπινο δημιούργημα κι αυτός, διαμορφώνεται αλγοριθμικά, τί είναι ανατρεπτικό – και τί μπορεί πια να ανατραπεί; Αν μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να άρει τους περιορισμούς της ανθρώπινης σκέψης, τότε ποιό θα είναι το φυσικό αποτύπωμα αυτής της νέας μετα-ανθρώπινης βούλησης επάνω στο γεωλογικό χρονολόγιο, επάνω στην ίδια τη Γη; Μια ασήμαντη γραμμή η Ανθρωπόκαινος, ένα λεπτό στρώμα πλαστικού, πυρηνικών και ανθρακόσκονης που επικάθησε σε στοίβες πετρωμάτων και αμέτρητων αιώνων. Τεράστια ασυμμετρία, κι όμως φτάσαμε εδώ, οι στιγμιαίοι εμείς στην αδιανόητη κλίμακα του βαθέος χρόνου, να ανασυνθέτουμε κόσμους από τα ίχνη όσων πέρασαν πριν από εμάς, ως βιολογικά είδη, σαν εμάς. Πατώντας επάνω σε αυτή τη χρονική κλίμακα, οι Darkthrone καταδύονται στην αρχέγονη μάζα θορύβου κι ανασύρουν θραύσματα από τον βαθύ χρόνο του metal σε μια διαδικασία αναζήτησης της κατά Benjamin Urgeschichte. Αποτέλεσμα αυτής, το album τους Prehistoric Metal αποτελεί την ρητή τους τοποθέτηση, ότι η τέχνη μπορεί ακόμα να αντισταθεί. Όχι μέσα από την εξέλιξη στο πεδίο της παραγωγής, ούτε μέσα από τις διακλαδώσεις του niche, αλλά μέσα από την από-ανάπτυξη.
Της Μαρίας Βασιλείου*
Στον κάθετο άξονα του χρόνου ύπαρξης της Γης, η παρουσία της ανθρωπότητας – η Ανθρωπόκαινος – δεν είναι παρά ένα λεπτό στρώμα μικροπλαστικών και ραδιενεργών αποτυπωμάτων· κι αυτό είναι, περισσότερο από κάθε τί άλλο, μια υπαρξιακή αποκάλυψη. Η υλικότητά μας είναι ανεπαρκής ως γεωλογική κατάσταση αλλά επαρκής ως δύναμη διατάραξης και ανισορροπίας, κάτι που υπενθυμίζει, ειρωνικά, τη δημιουργική πλην πτητική μας φύση. Στο πτητικότερο όλων πεδίο, τη διάνοια, αυτή η συνθήκη φτάνει στα άκρα: εξαϋλώνει κι αναλίσκεται. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι ένα εργαλείο, είναι μια εκπλήρωση. Προσφέρει απλόχερα και θριαμβευτικά αυτό που ήταν το διαρκές ζητούμενο της νεωτερικότητας· την επιτάχυνση. Εξίσου απλόχερα και θριαμβευτικά προσφέρει και κάτι ακόμα: την ψευδαίσθηση υπέρβασης των περιορισμών του χρόνου, αντιληπτού όχι ως η Κρόνια αρχή που διέπει τα γήινα πετρώματα και την φθαρτή μας ύλη, αλλά ως σύμπτωμα της ανθρώπινης εμπειρίας. Η δημιουργία γίνεται παραγωγή. Διαβρωμένη από την ταχύτητα, η ικανότητα του ανθρώπου για δράση υποχωρεί μπροστά στην αλγοριθμική ακολουθία και, αντί να αντιστέκεται – όπως θα υπογόρευε η εγγενής προμηθεϊκή της τάση – υπακούει στη στατιστική πρόβλεψη, επιλέγοντας ανερυθρίαστα τον δρόμο τον πλέον διαβατό.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο βαθύς χρόνος γίνεται κάτι περισσότερο από μια γεωλογική έννοια – γίνεται μια μεταφυσική πρόκληση. Είναι ο χρόνος που δεν μπορεί να συλληφθεί από την ανθρώπινη εμπειρία, ο χρόνος που εκτείνεται πέρα από κάθε ιστορική αφήγηση, πέρα από κάθε πολιτισμική μνήμη, πέρα από κάθε ανθρώπινη διάρκεια. Είναι ο χρόνος των πετρωμάτων, των ηπείρων, των εξαφανισμένων ειδών. Είναι ο χρόνος που δεν έχει μάρτυρες, ο χρόνος της αμείλικτης απώλειας και της ακόμα πιο αμείλικτης υπενθύμισης, ότι η παραγωγή δεν είναι μόνο θέμα ταχύτητας, αλλά πρωτίστως θέμα διάρκειας, υλικότητας και φυσικού εκτοπίσματος.
Τα άυλα data δεν έχουν χωρικές συντεταγμένες. Πριν από έναν αιώνα, ο Walter Benjamin είχε ήδη αντιληφθεί τις συνέπειες της αποσύνδεσης από το χώρο σε μία από τις κεντρικότερές του θέσεις: την απώλεια της αύρας, ως έννοιας που συμπυκνώνει ιδιότητες όπως η μοναδικότητα, η υλικότητα, η μη επαναληψιμότητα του έργου τέχνης. Αν η καθημερινή ζωή είναι γεμάτη αποσπάσματα, η ίδια η ιστορία είναι κι αυτή ένα πεδίο θραυσμάτων. Μια συσσώρευση ερειπίων που η νεωτερικότητα προσπαθεί να καλύψει με το πέπλο της προόδου, αλλά που παραμένουν εκεί, ως επίμονες υπόγειες δομές που καθορίζουν το παρόν. Η Urgeschichte, η προϊστορία του μοντέρνου, δεν είναι μια χρονική έννοια· είναι το υπόστρωμα του παρόντος, ο βαθύς χρόνος της κουλτούρας. Για τον Benjamin, η κατανόηση του παρόντος απαιτεί ανασκαφή στα ερείπια της ιστορίας – την εξερεύνηση της Urgeschichte. Κι αυτή δεν μπορεί να γίνει ως μια ομαλή, αντίστροφη γραμμική πορεία αλλά ως ένα απότομο άλμα. Ο Benjamin το ονομάζει Tigersprung: το άλμα της τίγρης στο παρελθόν. Είναι μια πράξη βίαιη, στιγμιαία κι αποφασιστική. Καθήκον του επαναστάτη και του καλλιτέχνη, η ρήξη μέσα από την ανάσυρση ενός θραύσματος ως έκρηξη που ανατινάζει το παραπέτασμα του ιστορικού παρόντος.
Δεν είναι αναχρονισμός, ούτε νοσταλγία. Από τη μπάντα που θεμελίωσε το black metal κι ύστερα έκανε επιλογές εκτροπής για να μην εγκλωβιστεί από το ίδιο της το έργο, το Prehistoric Metal είναι το Tigersprung: μια διακοπή και μια άρνηση της αλγοριθμικής προόδου, μια πράξη από-ανάπυξης που αντανακλάται σε επίπεδο εννοιολογικό, ηχητικό, στιχουργικό και σημειολογικό. Οι Darkthrone επιστρέφουν στη στιγμή που το metal ήταν μια πρωτεϊκή οντότητα και τη μετουσιώνουν σε εργαλείο υπονόμευσης, σε μέσο αντίστασης. Πρόκειται για ένα ηχητικό μανιφέστο που παραπέμπει ευθέως στην εποχή πριν τον ειδολογικό κατακερματισμό του metal, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές του 1980, όταν το heavy, το thrash, το doom και το πρώιμο black δεν διαχωρίζονταν από στεγανά και αισθητικοτεχνικές προϋποθέσεις, αλλά συνιστούσαν μια ενιαία κι αναδυόμενη, κοινωνικά δυσοίωνη τέχνη, καθοριζόμενη από το ένστικτο και όχι από τα ράφια των δισκοπωλείων ή τα keywords του streaming. Αντίστοιχα, περιφρονούν τη σύγχρονη ψηφιακή νόρμα που επιτάσσει την καθαρότητα του over-production κι επιβάλλει την ευθυγράμμιση στο ενιαίο ηχητικό πλέγμα. Ο ήχος μοιάζει να μην παράγεται, αλλά να ανασύρεται, το ίδιο κι οι στίχοι που περισσότερο υπαινίσσονται παρά αφηγούνται την αέναη κυκλικότητα του χρόνου, τις αλλεπάλληλες κοσμικές καταρρεύσεις και την ανάδυση του φόβου ως γεωλογικό κληροδότημα. Φυσικά, δεν λείπει το χιούμορ – ή ό,τι αντιλαμβάνονται για χιούμορ: Η τετραπλή πηρούνα αλωνίσματος, αντί της θρησκειολογικά και μυθολογικά βεβαρυμένης τρίαινας, παραπέμπτει ευθέως στο χώμα· τα παιχνίδια-δεινόσαυροι που εμφανίζονται στο επιτηδευμένα άτεχνο videoclip είναι φτιαγμένα από το επεξεργασμένο απομεινάρι των δεινοσαύρων, το πλαστικό· η ίδια η μπάντα, σαράντα ετών πορείας πλέον, αυτοκατατάσσεται στα απολιθώματα της σκηνής, ενώ ο Fenriz λειτουργεί εδώ και χρόνια ως αρχαιολόγος – αρχειοθέτης και φύλακας της metal προ-ιστορίας.
Στο εναλλακτικό artwork του Maciej Kamuda, οι Darkthrone εμφανίζουν έναν άνθρωπο των σπηλαίων να στέκεται όρθιος, δίπλα στη φωτιά του, κραδαίνοντας ένα πέτρινο σφυρί προς ένα κομήτη που εκείνη την ώρα σχίζει το νυχτερινό ουρανό. Η εικόνα αυτή θυμίζει το προϊστορικό βλέμμα που επιχειρεί να ανασυνθέσει ο Werner Herzog στο ντοκυμαντέρ του «Cave of Forgotten Dreams». Απέναντι στην ασύλληπτη κοσμική δύναμη, ο άνθρωπος στρέφεται στην τέχνη, ίσως όχι τόσο για να ερμηνεύσει την πρώτη, αλλά για να την αντέξει. Ο παραλληλισμός ανάμεσα σε δύο υπαρξιακές τελετουργίες που προσπαθούν να φέρουν στα ανθρώπινα μέτρα δύο εξωανθρώπινες συνθήκες, είναι αναπόφευκτος. Στο τέλος, οι Darkthrone διεκδικούν τη διάρκεια μέσα στην εποχή της επιτάχυνσης. Δεν προτείνουν μια καταφυγή στο παρελθόν ως σωτηρία της τέχνης από την άλωση της εξέλιξης, αλλά υπενθυμίζουν την αναγκαία συνθήκη της χρονικότητας. Καθώς η γλώσσα, η εικόνα κι ο ήχος οδηγούνται μέσα από την αλγοριθμική βελτιστοποίηση προς την επικράτηση μιας νέας κανονιστικής δομής, οι πράξεις αντίδρασης αναχαιτίζονται: η πρωτοπορία μπορεί να προβλεφθεί, η επανάσταση να σχεδιαστεί, η ζωή να εξομοιωθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, η τέχνη που επιλέγει να στραφεί προς το αρχέγονο, προς το ακατέργαστο, προς τον βαθύ χρόνο, δεν είναι αναχρονισμός, είναι μια απόπειρα διάρρηξης του παρόντος, και μια αυθεντική πράξη αντίστασης.
*Επικοινωνιολόγος






