Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον μόνο κοινωνικό ζήτημα, αλλά έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες οικονομικής ασφυξίας για τα νοικοκυριά. Τα επικαιροποιημένα στοιχεία της Eurostat για το 2025 επιβεβαιώνουν ότι η χώρα εξακολουθεί να καταγράφει τη μεγαλύτερη στεγαστική επιβάρυνση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με το κόστος κατοικίας να απορροφά περίπου το ένα τρίτο του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι περίπου του ενός πέμπτου στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ένα πρόβλημα που δεν αφορά πλέον μόνο τους οικονομικά αδύναμους ή τους νέους, αλλά διαπερνά πλέον το σύνολο της ελληνικής μεσαίας τάξης.
Τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν τη διαρκή επιδείνωση
Τα τελευταία δεδομένα της έρευνας EU-SILC της Eurostat, όπως αποτυπώνονται στον επίσημο δείκτη ILC_MDED01, παρουσιάζουν με σαφήνεια το μέγεθος της πίεσης που ασκεί η κατοικία στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Πρόκειται για έναν από τους πλέον αξιόπιστους ευρωπαϊκούς δείκτες, καθώς δεν περιορίζεται στο ενοίκιο ή στη δόση ενός στεγαστικού δανείου. Αντιθέτως, υπολογίζει το συνολικό κόστος διαβίωσης μιας κατοικίας, συμπεριλαμβάνοντας:
- τα ενοίκια,
- τους τόκους στεγαστικών δανείων,
- την ηλεκτρική ενέργεια,
- τη θέρμανση,
- την ύδρευση,
- τα κοινόχρηστα,
- την ασφάλιση,
- καθώς και τις βασικές δαπάνες συντήρησης.
Με αυτόν τον τρόπο αποτυπώνεται η πραγματική οικονομική επιβάρυνση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά και όχι μόνο το κόστος απόκτησης ή μίσθωσης της κατοικίας.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης, γεγονός που αποκαλύπτει πως το στεγαστικό πρόβλημα δεν παρουσιάζει σημάδια αποκλιμάκωσης, αλλά αντίθετα βαθαίνει χρόνο με τον χρόνο.
Δεν είναι οι ακριβότερες κατοικίες – Είναι τα χαμηλά εισοδήματα
Η πρώτη ανάγνωση των στοιχείων θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα διαθέτει τις ακριβότερες κατοικίες στην Ευρώπη. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Το ελληνικό πρόβλημα δεν προκύπτει επειδή τα ενοίκια ή οι τιμές αγοράς βρίσκονται στις υψηλότερες ευρωπαϊκές θέσεις σε απόλυτους αριθμούς. Προκύπτει επειδή το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει αισθητά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ παράλληλα το κόστος κατοικίας αυξάνεται σταθερά.
Η ανισορροπία αυτή δημιουργεί μια πρωτοφανή πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Στην πράξη, ένας μέσος Έλληνας αφιερώνει περίπου το ένα τρίτο του διαθέσιμου εισοδήματός του αποκλειστικά για να διατηρεί την κατοικία του, όταν ο μέσος Ευρωπαίος δαπανά περίπου το ένα πέμπτο.
Η διαφορά των περίπου 17 ποσοστιαίων μονάδων δεν αποτελεί απλώς στατιστικό στοιχείο. Αντανακλά τη σημαντική απώλεια αγοραστικής δύναμης των ελληνικών νοικοκυριών και εξηγεί γιατί η καθημερινότητα γίνεται ολοένα δυσκολότερη ακόμη και για εργαζόμενους με σταθερή απασχόληση.
Οι πιο ευάλωτοι δαπανούν σχεδόν έξι στα δέκα ευρώ για τη στέγη
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα για τα νοικοκυριά που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας.
Στην κατηγορία αυτή, το κόστος της κατοικίας απορροφά περισσότερο από το μισό του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ σε πολλές περιπτώσεις προσεγγίζει ακόμη και το 60%.
Με άλλα λόγια, περίπου έξι από κάθε δέκα ευρώ που διαθέτει ένα φτωχό νοικοκυριό κατευθύνονται αποκλειστικά στην κάλυψη στεγαστικών αναγκών.
Το αποτέλεσμα είναι προφανές.
Όσο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος καταναλώνεται στη στέγη, τόσο λιγότεροι πόροι απομένουν για διατροφή, υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, μετακινήσεις ή ακόμη και για τη δημιουργία μιας στοιχειώδους οικονομικής αποταμίευσης.
Η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι αποκαλυπτική. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται περίπου στο 37%-38%, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι ευάλωτοι Έλληνες πολίτες υφίστανται πολύ μεγαλύτερη οικονομική πίεση από τους περισσότερους Ευρωπαίους.
Οι πόλεις μετατρέπονται στο επίκεντρο της στεγαστικής κρίσης
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό κατοίκων πόλεων που ζουν σε συνθήκες «στεγαστικής υπερ-επιβάρυνσης», δηλαδή δαπανούν περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για την κατοικία.
Στις ελληνικές πόλεις το ποσοστό αυτό προσεγγίζει το 29%, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση κυμαίνεται γύρω στο 10%.
Η εικόνα αυτή αντανακλά τις έντονες πιέσεις που προκαλούν:
- η συνεχής αύξηση των ενοικίων,
- η περιορισμένη προσφορά διαθέσιμων κατοικιών,
- η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων σε πολλές περιοχές,
- η ενεργειακή ακρίβεια,
- αλλά και η αδυναμία των εισοδημάτων να ακολουθήσουν τον πληθωρισμό.
Η αναζήτηση κατοικίας, ιδιαίτερα στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, έχει εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές προκλήσεις για νέους εργαζόμενους, οικογένειες αλλά και συνταξιούχους.
Η μεσαία τάξη χάνει σταδιακά την οικονομική της αντοχή
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια η στεγαστική κρίση θεωρούνταν κυρίως πρόβλημα των οικονομικά ασθενέστερων.
Σήμερα η εικόνα έχει αλλάξει.
Η συνεχής αύξηση των ενοικίων, η επιβάρυνση από τους λογαριασμούς ενέργειας, η άνοδος των κοινοχρήστων και των εξόδων συντήρησης έχουν επεκτείνει την πίεση και στα μεσαία εισοδήματα.
Ακόμη και οικογένειες με δύο εργαζόμενους δυσκολεύονται πλέον να διατηρήσουν ένα ισορροπημένο οικογενειακό προϋπολογισμό, καθώς η κατοικία απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος των αποδοχών τους.
Το αποτέλεσμα είναι η συρρίκνωση της κατανάλωσης, η αναβολή σημαντικών αγορών, η δυσκολία αποταμίευσης και η διαρκής ανασφάλεια απέναντι σε οποιαδήποτε έκτακτη οικονομική επιβάρυνση.
Η στεγαστική υπερ-επιβάρυνση γίνεται το νέο κοινωνικό πρόβλημα
Ο δείκτης της λεγόμενης «στεγαστικής υπερ-επιβάρυνσης», δηλαδή της περίπτωσης όπου ένα νοικοκυριό αφιερώνει πάνω από το 40% του εισοδήματός του για τη στέγη, αποτελεί ίσως τον πιο χαρακτηριστικό δείκτη της κρίσης.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται σταθερά στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης, γεγονός που υποδηλώνει ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό ούτε περιορίζεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.
Αντίθετα, εξελίσσεται σε διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας, καθώς η κατοικία μετατρέπεται από βασικό κοινωνικό αγαθό σε διαρκή οικονομική δοκιμασία.
Η πραγματική διάσταση του προβλήματος
Τα νέα στοιχεία της Eurostat δεν αποκαλύπτουν μια άγνωστη πραγματικότητα. Επιβεβαιώνουν όμως, με αριθμούς πλέον, ότι η στεγαστική κρίση επιδεινώνεται και αποκτά χαρακτηριστικά μόνιμου προβλήματος.
Η μεγάλη απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο από την αύξηση των ενοικίων ή του ενεργειακού κόστους. Αντανακλά κυρίως τη χρόνια αδυναμία των εισοδημάτων να συμβαδίσουν με το κόστος ζωής, την περιορισμένη προσφορά προσιτής κατοικίας και την απουσία μιας συνεκτικής στεγαστικής πολιτικής που να αντιμετωπίζει τα αίτια του προβλήματος.
Όσο αυτή η ανισορροπία διευρύνεται, τόσο η κατοικία θα μετατρέπεται στον μεγαλύτερο οικονομικό «πονοκέφαλο» για τα ελληνικά νοικοκυριά. Και όσο το ένα τρίτο –ή και περισσότερο– του διαθέσιμου εισοδήματος κατευθύνεται στη στέγη, η συζήτηση για την ακρίβεια δεν μπορεί παρά να ξεκινά από το ίδιο το σπίτι. Εκεί όπου αποτυπώνεται με τον πιο καθαρό τρόπο η πραγματική πίεση που δέχεται η ελληνική κοινωνία.






