Του Διευθυντή Ερευνών της OPINION POLL – Πολιτικού Αναλυτή Ζαχαρία Ζούπη
Το κίνημα των «Αγανακτισμένων» αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες μορφές κοινωνικής και πολιτικής κινητοποίησης στην Ελλάδα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, ιδιαίτερα μετά την υπογραφή του πρώτου (2010) και του δεύτερου Μνημονίου (2012). Εμφανίστηκε ως έκφραση εκρηκτικής μαζικής κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι στις πολιτικές λιτότητας, στην οικονομική ύφεση και στην κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος. Το φαινόμενο αυτό εντάσσεται στο ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνές κύμα κινητοποιήσεων της περιόδου, με αναφορές στο ισπανικό κίνημα των Indignados, αλλά στην ελληνική περίπτωση απέκτησε ιδιαίτερη ένταση λόγω της βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής αποδιάρθρωσης που προκάλεσαν τα Μνημόνια.
Η ανάπτυξη του κινήματος των Αγανακτισμένων δεν μπορεί να ερμηνευτεί μόνο ως αντίδραση σε συγκεκριμένες κυβερνητικές αποφάσεις, αλλά ως αποτέλεσμα ενός συνόλου κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών παραγόντων. Πρώτος και βασικότερος παράγοντας υπήρξε η οικονομική κρίση και η επιβολή πολιτικών λιτότητας. Η εφαρμογή των Μνημονίων συνοδεύτηκε από περικοπές μισθών και συντάξεων, αύξηση της φορολογίας, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους. Η ανεργία, ιδιαίτερα στους νέους, εκτοξεύθηκε, ενώ μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης βρέθηκαν αντιμέτωπα με φτωχοποίηση και κοινωνική ανασφάλεια. Δεύτερος σημαντικός παράγοντας ήταν η κρίση αντιπροσώπευσης και νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος. Τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, κυρίως το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία, θεωρήθηκαν από πολλούς πολίτες συνυπεύθυνα για τη δημοσιονομική κατάρρευση και για την υπαγωγή της χώρας σε καθεστώς επιτήρησης. Η δυσπιστία προς τους θεσμούς, το κοινοβούλιο και το κομματικό σύστημα ενίσχυσε την αναζήτηση εναλλακτικών μορφών πολιτικής έκφρασης έξω από τις παραδοσιακές κομματικές δομές. Τρίτος παράγοντας ήταν η κοινωνική απογοήτευση και η αίσθηση απώλειας κυριαρχίας. Για σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας, τα Μνημόνια δεν εκλήφθηκαν μόνο ως οικονομικά προγράμματα, αλλά ως περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, καθώς οι αποφάσεις εμφανίζονταν να λαμβάνονται υπό την πίεση της τρόικας (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ).
Παράλληλα, καθοριστική υπήρξε η χρήση των κοινωνικών δικτύων και των νέων μορφών οριζόντιας οργάνωσης. Το κίνημα οργανώθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσω διαδικτυακών καλεσμάτων, χωρίς κεντρική ηγεσία, γεγονός που προσέλκυσε πολίτες διαφορετικών ιδεολογικών αφετηριών. Το κίνημα εμφανίστηκε δυναμικά την άνοιξη του 2011, με επίκεντρο την Πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, αλλά και άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας. Οι συγκεντρώσεις χαρακτηρίζονταν από μαζική συμμετοχή, συνελεύσεις πολιτών, αντισυστημικό λόγο και έντονη αντίθεση στα μέτρα λιτότητας. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του κινήματος ήταν η ιδεολογική ετερογένεια. Στις πλατείες συνυπήρχαν πολίτες της Αριστεράς, αντιεξουσιαστές, πατριωτικές, εθνικιστικές ομάδες, ακόμα και νεοναζίστες αλλά και πολίτες χωρίς προηγούμενη πολιτική ένταξη. Η κοινή βάση ήταν η αντίθεση στο Μνημόνιο και στο πολιτικό σύστημα, όχι ένα ενιαίο ιδεολογικό πρόγραμμα.
Η κορύφωση του κινήματος σημειώθηκε το καλοκαίρι του 2011, όταν οι διαδηλώσεις απέκτησαν μεγάλη ένταση και επηρέασαν άμεσα το πολιτικό κλίμα. Υπήρχαν εκδηλώσεις που χαρακτηρίστηκαν από βία, εχθροπάθεια, ακόμα και μίσος . Ωστόσο, μετά την ψήφιση των μέτρων και τη σταδιακή κόπωση του κόσμου, το κίνημα ως οργανωμένη κινητοποίηση άρχισε να υποχωρεί. Το δεύτερο Μνημόνιο το 2012 λειτούργησε ως νέα κορύφωση κοινωνικής έντασης, αλλά πλέον η δυναμική των πλατειών είχε αρχίσει να μετασχηματίζεται σε πολιτική και εκλογική έκφραση. Άλλωστε ειδικά ενόψει των Βουλευτικών εκλογών του 2012 ιδρύθηκαν σειρά κομμάτων που σήμερα δεν υπάρχουν ή βρίσκονται σε κατάσταση μαρασμού.
Το κίνημα των Αγανακτισμένων δεν εξελίχθηκε σε πολιτικό κόμμα, αλλά άφησε βαθύ αποτύπωμα στο πολιτικό σύστημα. Πρώτον, συνέβαλε στην κατάρρευση του μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Το ΠΑΣΟΚ, που είχε υπογράψει το πρώτο Μνημόνιο, υπέστη δραματική εκλογική συρρίκνωση, ενώ η Νέα Δημοκρατία βρέθηκε επίσης αντιμέτωπη με μεγάλη κοινωνική φθορά. Δεύτερον, ενίσχυσε την άνοδο αντισυστημικών πολιτικών δυνάμεων. Κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να εκφράσει σημαντικό μέρος της αντιμνημονιακής δυσαρέσκειας και από μικρό κόμμα της Αριστεράς αναδείχθηκε σε κόμμα εξουσίας το 2015. Παράλληλα, όμως, ενισχύθηκαν και άλλες πολιτικές δυνάμεις, ακόμη και από την άκρα δεξιά, όπως η Χρυσή Αυγή, γεγονός που δείχνει ότι το αντισυστημικό ρεύμα δεν είχε ενιαία πολιτική κατεύθυνση.
Σήμερα, το πολιτικό αποτύπωμα του κινήματος των Αγανακτισμένων δεν υπάρχει ως ενιαίο συλλογικό υποκείμενο, αλλά έχει διαχυθεί σε διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις. Η ιδεολογική και πολιτική ανομοιογένεια , οι διαφορετικές στρατηγικές δεν μπορούσαν να συγκροτήσουν κάποιο πολιτικό υποκείμενο. Ένα μέρος της κοινωνικής και πολιτικής δυναμικής του κινήματος εκφράστηκε μέσω του ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα την περίοδο 2012–2015, όταν η αντιμνημονιακή ρητορική μετατράπηκε σε κυβερνητική προοπτική. Ωστόσο, η υπογραφή του τρίτου Μνημονίου το 2015 δημιούργησε απογοήτευση σε σημαντικό τμήμα αυτής της βάσης. Άλλο μέρος του αντισυστημικού λόγου μετακινήθηκε προς λαϊκιστικές ή εθνικιστικές πολιτικές εκφράσεις, ενώ ένα τμήμα οδηγήθηκε σε πολιτική αποστράτευση και αποχή, λόγω απογοήτευσης από τη δυνατότητα αλλαγής μέσω της θεσμικής πολιτικής.
Δεκαπέντε χρόνια μετά τίποτα δεν είναι το ίδιο. Το κίνημα αυτό δέχτηκε έντονη κριτική για τους στόχους, τις μορφές που χρησιμοποίησε. Πολλοί το αναφέρουν ως παράδειγμα προς αποφυγή λόγω της μορφής των αντιδράσεων. Σήμερα όσοι συγκρίνουν την κοινωνική δυσαρέσκεια για την ακρίβεια και τα προβλήματα στο βιοτικό επίπεδο σ΄αυτήτην φάση , δείχνουν να μην μπορούν να κατανοήσουν το χάσμα ανάμεσα στις δύο αυτές περιόδους και το βάθος τις κοινωνικής , οικονομικής κρίσης εκείνης της περιόδου . Κάτι έμεινε όμως . Σε κοινωνικό επίπεδο, το ευνουχισμένο πια αυτό κίνημα άφησε ως κληρονομιά μια μόνιμη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, αλλά και μια ενίσχυση της πολιτικής συμμετοχής σε ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, δημοκρατίας και δικαιωμάτων.






