Δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει από την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2011, όταν η πλατεία Συντάγματος πλημμύρισε από δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Ήταν η εποχή που ολόκληρη η χώρα παρακολουθούσε πλήθη να κατασκηνώνουν στο κέντρο της Αθήνας, δημιουργώντας μια πρωτόγνωρη εικόνα πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής. Σήμερα, κοιτάζοντας την άδεια από σκηνές πλατεία, με τα συνθήματα και τις κατσαρόλες να έχουν πια σιγήσει, γεννάται το αναπόφευκτο ερώτημα: πού πήγαν τελικά όλοι αυτοί οι Αγανακτισμένοι;
από τον Δρ. Ιάκωβο-Αντώνιο Αρμάο*
Ας θυμηθούμε ποιοι ήταν οι Αγανακτισμένοι. Ένα κίνημα που γεννήθηκε μέσα από το Facebook και από τη φράση που κυκλοφορούσε τότε από τους ισπανούς «Indignados»: “Ησυχία, μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες!”. Εμπνευσμένοι από τις μαζικές συγκεντρώσεις στην Puerta del Sol της Μαδρίτης, άνθρωποι χωρίς κομματική ταυτότητα, χωρίς προηγούμενη δράση και χωρίς κοινή ιδεολογία άρχισαν να κατεβαίνουν στο Σύνταγμα. Στις 5 Ιουνίου 2011 η πλατεία γνώρισε μία από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις της ιστορίας της, με περίπου 500.000 ανθρώπους. Δεν ήταν όλοι ίδιοι, ούτε ζητούσαν όλοι τα ίδια, μοιράζονταν όμως κάτι κοινό: την αγανάκτηση ότι η ζωή τους άλλαζε χωρίς να τους ρωτήσει κανείς.
H τότε άρχουσα πολιτική τάξη μιλούσε για περιθωριακούς, ψεκασμένους ή για ακραίους. Σήμερα με πιο ψύχραιμο μάτι κανείς δεν μπορεί παρά να ομολογήσει ότι περισσότερο απ’ όλα ήταν άνθρωποι που αισθανόντουσαν αδύναμοι και οργισμένοι. Το θυμικό έγινε η κύρια έκφραση. Κι επειδή κανείς δεν μπορούσε τότε να το αντιμετωπίσει απλά βρέθηκαν άνθρωποι είτε θελημένα είτε άθελά τους να το εκμεταλλευτούν.
Η αρχή δεν ήταν αυτή. Στην πλατεία η απουσία κομματικών συμβόλων και συνδικαλιστικής εκπροσώπησης έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Μείωσε το αίσθημα ότι κάποιος έπρεπε να “ανήκει” κάπου για να συμμετάσχει και άνοιξε χώρο στους λεγόμενους “απλούς πολίτες”, στους ανθρώπους που μέχρι τότε μπορεί να παρακολουθούσαν την πολιτική από απόσταση. Αυτό που τους ένωνε δεν ήταν ένα συγκροτημένο πολιτικό πρόγραμμα, αλλά η απελπισία απέναντι σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης που απλά δεν είχε να τους δώσει τίποτα. Υποσχόταν πολλά και στην πράξη προσέφερε ελάχιστα.
Όμως, το πλήθος αυτό δεν ήταν ομοιογενές, γεγονός που αποτυπώθηκε και στην πλατεία. Το κίνημα σημαδεύτηκε από την εσωτερική αντίθεση και τη σαφή χωρική διάκριση ανάμεσα στην “πάνω” και την “κάτω” πλατεία. Στα “ορεινά”, μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη, συγκεντρωνόταν το πιο θυμικό κομμάτι, με ελληνικές σημαίες, χειρονομίες και επιθετικά συνθήματα προς το Κοινοβούλιο. Αντίθετα, γύρω από το σιντριβάνι στην “κάτω” πλατεία, κυριαρχούσαν οι δημοκρατικές συνελεύσεις και κύκλοι πολιτικού διαλόγου. Η διάκριση αυτή δεν ήταν μονάχα χωρική. Έδειχνε, ότι στην ίδια πλατεία συνυπήρχαν πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι, με διαφορετικές αγωνίες, διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετικά πιστεύω. Είχαν όμως μια κοινή συνισταμένη: την ίδια αίσθηση ότι δεν άντεχαν άλλο.
Αν και το κίνημα των Αγανακτισμένων προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από τα κόμματα, το πολιτικό σύστημα σύντομα το εργαλειοποίησε, διοχετεύοντας την οργή και τον αντικοινοβουλευτισμό στον αντιμνημονιακό αγώνα και ενσωματώνοντας τα συνθήματα και τις θέσεις των πλατειών.
Η εργαλειοποίηση αυτή όμως δεν άργησε να αποδειχθεί αδιέξοδη. Μετά το “ΟΧΙ” του δημοψηφίσματος, η διάψευση των προσδοκιών οδήγησε σε βαθιά απογοήτευση. Πολλοί Αγανακτισμένοι δεν βρήκαν συνέχεια ούτε στον δρόμο ούτε στην κάλπη, όπως αποτυπώθηκε στη χαμηλή συμμετοχή των εκλογών του Σεπτεμβρίου 2015 (56,16%). Ένα κομμάτι εκείνης της αγανάκτησης, χωρίς πειστική διέξοδο, γύρισε στην αποχή, η οποία παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο σταθερά σημάδια της ρωγμής εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και πολιτικού συστήματος.
Η λέξη “αγανάκτηση” άλλωστε δεν δήλωνε ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο, αλλά ένα συναισθηματικό όριο αντοχής. Μόλις το όριο αυτό ξεπεράστηκε και η προσδοκία για αλλαγή κατέρρευσε, πολλοί πολίτες επέλεξαν τη βουβή αντίδραση. Ο ρεαλισμός της επιβίωσης επικράτησε. Η κοινωνική κόπωση έκανε την πρακτική εμφάνισή της. Η εκλογική αδιαφορία και η αποχή έγιναν το σιωπηλό ίχνος της χαμένης εμπιστοσύνης, οδηγώντας το ετερόκλητο πλήθος της πλατείας πίσω στη ρουτίνα, και στα αδιέξοδα της καθημερινότητας.
Αν το 2011 η πλατεία φώναζε εναντίον των μνημονίων, σήμερα η ίδια δυσπιστία επιστρέφει με άλλα αιτήματα: δικαιοσύνη, λογοδοσία, διαφάνεια, αξιοπρέπεια. Αυτό φάνηκε και σε μεταγενέστερες κοινωνικές συγκεντρώσεις, όπου το κέντρο βάρους δεν ήταν πλέον μόνο η λιτότητα, αλλά η αίσθηση ότι οι θεσμοί δεν ακούν, δεν προστατεύουν και δεν λογοδοτούν.
Οπότε, πού βρίσκονται σήμερα οι Αγανακτισμένοι; Βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στην ίδια την κοινωνία. Είναι ένα μεγάλο σιωπηλό τμήμα που ή απέχει από τις εκλογικές διαδικασίες ή προχωρά σε αμφιλεγόμενες επιλογές. Η εξέλιξη των τελευταίων δεκαπέντε ετών δημιούργησε μια κοινωνία βαθιά δύσπιστη απέναντι στους θεσμούς. Η κοινωνική απορρύθμιση, η αίσθηση ότι πολλά προβλήματα κρύβονται κάτω από το χαλί και η ολοένα μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε όσους ευημερούν και σε όσους απλώς επιβιώνουν, ενίσχυσαν αυτό το κλίμα ανασφάλειας και απογοήτευσης.
Δεκαπέντε χρόνια μετά, η αγανάκτηση έχασε τη μαζική, εκρηκτική της μορφή, αλλά παραμένει ένας εν υπνώσει κοινωνικός καταλύτης, έχοντας αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην πολιτική της χώρας.
*Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας – Επικοινωνιολόγος






