Η συνταγματική αναθεώρηση, τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας, η λειτουργία των κομμάτων και η θεσμική αντοχή της ελληνικής δημοκρατίας βρέθηκαν στο επίκεντρο της παρέμβασης του Προκόπη Παυλόπουλου στο ετήσιο συνέδριο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας», που διοργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας άσκησε κριτική στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται σήμερα η συνταγματική αναθεώρηση, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο «εργαλειοποίησης» του Συντάγματος και για πρακτικές που, όπως υποστήριξε, αποδυναμώνουν τη θεσμική του ισχύ.
Η παρακαταθήκη Καραμανλή και το «στιβαρό Σύνταγμα»
Αφετηρία της τοποθέτησής του αποτέλεσε η αναφορά στον Κωνσταντίνο Καραμανλή και στη θεσμική του αντίληψη για το Σύνταγμα. Ο Προκόπης Παυλόπουλος περιέγραψε τον ιδρυτή της μεταπολιτευτικής περιόδου ως πολιτικό με βαθύ σεβασμό στους θεσμούς και με «αφοσίωση μοναχού» στη συνταγματική τάξη.
Όπως υποστήριξε, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υποστήριζε ένα αυστηρό και κανονιστικά ισχυρό Σύνταγμα, το οποίο δεν θα μεταβάλλεται με ευκαιριακά πολιτικά κριτήρια. Σύμφωνα με τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η αναθεώρηση πρέπει να γίνεται μόνο όταν συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι: όταν διατάξεις έχουν ξεπεραστεί από τον χρόνο, όταν αποδεικνύονται προβληματικές ή όταν εμφανίζονται θεσμικά κενά.
Στο πλαίσιο αυτό, άσκησε αιχμηρή κριτική στις σύγχρονες προσεγγίσεις περί συνταγματικής αλλαγής, υποστηρίζοντας ότι παρατηρείται «συνταγματικός εντυπωσιασμός» και μετατροπή του Συντάγματος σε εργαλείο πολιτικής διαχείρισης.
«Δεν μπορούμε να παίζουμε με το Σύνταγμα»
Με ιδιαίτερα αυστηρό τόνο, ο Προκόπης Παυλόπουλος υποστήριξε ότι η ουσιαστική αδυναμία του ελληνικού θεσμικού πλαισίου δεν βρίσκεται στο περιεχόμενο του Συντάγματος αλλά στην εφαρμογή του.
Όπως ανέφερε, η εκάστοτε εκτελεστική εξουσία συχνά αντιμετωπίζει το Σύνταγμα ως περιοριστικό παράγοντα και επιλέγει την αναθεώρηση αντί της πλήρους εφαρμογής των προβλέψεών του.
Χρησιμοποίησε μάλιστα μια χαρακτηριστική μεταφορά, σημειώνοντας ότι «όταν στενεύει το κοστούμι του Συντάγματος», η πολιτική εξουσία καταφεύγει σε αναθεωρήσεις και διακηρυκτικές παρεμβάσεις, οδηγώντας –κατά την εκτίμησή του– σε θεσμικό ευτελισμό.
«Το Σύνταγμα δεν είναι εργαλείο», υπογράμμισε, απορρίπτοντας τις προσχηματικές αλλαγές που δεν συνοδεύονται από ουσιαστικό θεσμικό περιεχόμενο.
Η εσωκομματική δημοκρατία και το πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο
Ξεχωριστή αναφορά έκανε στη συζήτηση για τη δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων και στις προτάσεις περί συνταγματικής κατοχύρωσης της εσωτερικής τους οργάνωσης.
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξέφρασε επιφυλάξεις απέναντι στην ιδέα «συνταγματοποίησης» της κομματικής λειτουργίας, σημειώνοντας ότι μια ώριμη δημοκρατία οφείλει να διασφαλίζει δημοκρατικά οργανωμένα κόμματα χωρίς να χρειάζεται συνταγματική παρέμβαση.
Συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με τη διαχρονική κυριαρχία ενός έντονου πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου εξουσίας, το οποίο –όπως είπε– ενισχύει τα αρχηγικά χαρακτηριστικά των πολιτικών σχηματισμών και περιορίζει την εσωτερική δημοκρατία.
Κριτική στις προτάσεις για ελληνική γλώσσα και τεχνητή νοημοσύνη
Ο Προκόπης Παυλόπουλος τοποθετήθηκε και απέναντι στις προτάσεις συνταγματικής κατοχύρωσης της προστασίας της ελληνικής γλώσσας, χαρακτηρίζοντάς τες «αμήχανες» και «ατελείς».
Εξέφρασε την άποψη ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο ήδη παρέχει τη δυνατότητα νομοθετικών πρωτοβουλιών για τη στήριξη και διάδοση της ελληνικής γλώσσας, χωρίς να απαιτείται αναθεώρηση του Συντάγματος.
Ανάλογη στάση κράτησε και απέναντι στις συζητήσεις για την τεχνητή νοημοσύνη, διερωτώμενος εάν πράγματι υφίσταται συνταγματικό εμπόδιο που καθιστά αναγκαία μια νέα συνταγματική πρόβλεψη.
Πρόεδρος της Δημοκρατίας και έλεγχος συνταγματικότητας
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε και στον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας. Υποστήριξε ότι ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας πρέπει να διαθέτει ευρεία κοινοβουλευτική νομιμοποίηση, ώστε να μπορεί να ασκεί αποτελεσματικά τον θεσμικό του ρόλο.
Παράλληλα, πρότεινε την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας μέσω δυνατότητας στοιχειώδους ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων πριν από την κύρωσή τους.
Όπως υποστήριξε, ένας τέτοιος μηχανισμός θα λειτουργούσε ως αναγκαίο θεσμικό αντίβαρο απέναντι στην εκτελεστική εξουσία, ενισχύοντας τις ασφαλιστικές δικλείδες του πολιτεύματος.






