Οι πρώτες εκδηλώσεις του Ινστιτούτου Τσίπρα πριν την έκδοση της “Ιθάκης”, ως (αυτοκριτικός) απολογισμός πριν την επιστροφή, αλλά και η πρώτη σειρά ομιλιών του στις παρουσιάσεις του βιβλίου έδωσαν το στίγμα ενός rebranding που μετακινεί τον πρώην πρωθυπουργό από την ριζοσπαστική αριστερά της εποχής πριν και, εν μέρει, κατά την διακυβέρνηση (2015-19) στην πιό ευρύχωρη κεντροαριστερά, με έμφαση, μάλιστα, στο πρώτο συνθετικό: κέντρο.
Το τελευταίο διάστημα με τις εμφανίσεις του ο Αλέξης Τσίπρας (συνέντευξη στον Ant1, συμμετοχή στο πάνελ του βιβλίου του Λεωνίδα Μακρή για τον Γιάννη Μπουτάρη, συζήτηση με την Μαρία Νικόλτσιου στο Delphi Forum) δίνει την εντύπωση πώς επιχειρεί να επανασυνδεθεί με το δεύτερο συνθετικό: αριστερά.
Ακριβέστερα, δείχνει να προσπαθεί να επανανοηματοδοτήσει τον όρο στις νέες διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες και να πείσει ότι δεν προδίδει την ιδεολογική καταγωγή του αλλά προσπαθεί να την τοποθετήσει ρεαλιστικά και τεκμηριωμένα στο νέο πολιτικό περιβάλλον και τις ανάγκες του.
Προς τούτο, προσέρχεται ως αρωγός και “ερμηνευτής” ένας από τους πιό στενούς διαχρονικά συνεργάτες του, ο έμπειρος Θανάσης Καρτερός με άρθρο του στην “Εφημερίδα των Συντακτών”.
Γράφει χαρακτηριστικά: Δεν είναι πάντως μόνο η επιμονή του να δηλώνει αριστερός που καθορίζει την πολιτική του ταυτότητα. Είναι το «πού» το οποίο έγινε σαφές στους Δελφούς. Η αντίθεση στην παντοδυναμία των καρτέλ και η προσπάθεια να αμβλυνθούν οι τεράστιες οικονομικές αντιθέσεις. Η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου. Η δραστική μείωση στη φορολογία της εργασίας. Οι αλλαγές στη φορολογική κλίμακα. Το εργασιακό καθεστώς. Η ανάταξη του κοινωνικού κράτους, με έμφαση στο ΕΣΥ και στην Παιδεία. Και βέβαια η μεγάλη πρόκληση αλλαγής του κράτους στην κατεύθυνση της δικαιοσύνης, της αποτελεσματικότητας, της διαφάνειας και της εντιμότητας. Ολα αυτά συνηγορούν ότι δεν έρχεται να διαχειριστεί, αλλά να ξεβολέψει. Ενα στοίχημα αλλαγής, που αλλάζει ήδη πολλά στο πολιτικό σκηνικό…
Το rebranding δεν αφορούσε, προφανώς, κάποια θεραπεία με ιδεολογικά βλαστοκύτταρα που θα τον μεταμόρφωναν από αριστερό σε κεντρώο. Από την άλλη, απαιτείται κόπος και… τρόπος για να πείσει κανείς τι είναι αριστερό σήμερα και τι διαφορά έχει ο αριστερός του 2012 ή του 2015 με αυτό που επιδιώκει τώρα να προβάλλει. Σε μία εποχή που η αριστερά κατακρημνίζεται στο ευρωπαϊκό πολιτικό πεδίο και που πολλοί καθ΄ ημάς (από τη Ν.Δ έως τον αντισυστημισμό) δηλώνουν εμφατικά πώς ο συγκεκριμένος ιδεολογικός διαχωρισμός δεν υφίσταται.
Η φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων, σε διάφορες εκδοχές, για παράδειγμα δεν υποδηλώνει από μόνη της ως θέση κάποια ρηξικέλευθη ή και ρομαντική αριστερή άποψη.
Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία έχει ήδη εισάγει “φόρο αλληλεγγύης” για μεγάλες περιουσίες (solidarity wealth tax) πάνω από 3 εκατ. ευρώ, μια κίνηση που υποστηρίζεται από την αριστερή πτέρυγα της κυβέρνησης.
Πάνω από 100 ευρωβουλευτές από τις ομάδες των Σοσιαλιστών (S&D), των Πρασίνων και της Ευρωπαϊκής Αριστεράς υποστηρίζουν την πρωτοβουλία “Tax the Rich”, με εκπροσώπους όπως οι Matthias Ecke και Jonás Fernández.
Στην Γερμανία, στελέχη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και των Πρασίνων συζητούν τη φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων. Η Heidi Reichinnek (Die Linke) επίσης κάνει καμπάνια υπέρ της φορολόγησης των πλουσίων.
Στην Δανία, η Mette Frederiksen έχει ταχθεί υπέρ της επαναφοράς φόρου περιουσίας για τους πολύ πλούσιους Δανούς, με στόχο τη χρηματοδότηση κοινωνικών υπηρεσιών.
Στην Γαλλία, η Aurore Lalucq, ευρωβουλευτής της ομάδας Place Publique, είναι κεντρικό πρόσωπο στην πρωτοβουλία Ευρωπαίων πολιτών για τον φόρο πλούτου. Την ιδέα υποστηρίζει επίσης το Νέο Λαϊκό Μέτωπο (NFP), το οποίο ζητά υψηλότερη φορολογία στις επιχειρήσεις και τους πλούσιους.
Ακόμα και στο Βέλγιο, ο Paul Magnette, ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS), είναι από τους πρωτεργάτες της πρωτοβουλίας για έναν ευρωπαϊκό φόρο πλούτου.
Στους Δελφούς ο Αλέξης Τσίπρας υποστήριξε πώς η πρότασή του είναι ρεαλιστική και πώς μπορεί να πείσει τους “έχοντες” για την ανάγκη ενός “πατριωτικού φόρου”. Αναμφίβολα είναι δίκαιο, είτε το ονομάσει κανείς αριστερό είτε όχι, ιδιαίτερα εάν συγκριθεί η φορολόγηση των μερισμάτων και της εργασίας, ή εάν προσέξει την προνομιακή ασυλία της (υπερ)κερδοφορίας των τραπεζών. Πόσο είναι εφικτό να πεισθούν όσοι θα θιγούν από ένα τέτοιο μέτρο είναι μία άλλη ιστορία.
Το νέο πολιτικό εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού, πάντως, δεν θα κριθεί στο εκλογικό πεδίο από το εάν είναι αρκετά αριστερό αλλά από το εάν όσα προτείνει είναι πραγματικά εφαρμόσιμα. Η “ελπίδα” του 2015 στη σημερινή κοινωνία των χαμηλών προσδοκιών και της μεγάλης ανασφάλειας δεν επιδέχεται επανάληψης χωρίς αξιόπιστα επιχειρήματα που δεν θα αφήνουν κενά.
Την δικαιοσύνη (και στην φορολογία) δεν την θέλουν μόνο αριστεροί, την θέλουν όλοι, αρκεί να αξιολογηθεί ως πραγματικά ρεαλιστική.



