Λίγο πριν τις 9 το βράδυ της 24ης Μαρτίου 1999, οι σειρήνες αεροπορικής επιδρομής ήχησαν ταυτόχρονα στην Πρίστινα, το Βελιγράδι, την Ποντγκόριτσα και το Νόβι Σαντ. Ήταν η αρχή μιας στρατιωτικής επιχείρησης που θα διαρκούσε 78 ημέρες και θα σφράγιζε τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.
Η αεροπορική εκστρατεία του ΝΑΤΟ, με την κωδική ονομασία Operation Allied Force, αποτέλεσε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες στρατιωτικές παρεμβάσεις της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, με βαριές ανθρώπινες απώλειες.
78 ημέρες βομβαρδισμών και δεκάδες χιλιάδες επιδρομές
Κατά τη διάρκεια των 78 ημερών, τα βομβαρδιστικά της Συμμαχίας πραγματοποίησαν περίπου 35.788 αποστολές, πλήττοντας περισσότερες από 200 πόλεις και υποδομές σε ολόκληρη τη χώρα.
Στόχοι δεν ήταν μόνο στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αλλά και γέφυρες, εργοστάσια, τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, ακόμη και ενεργειακές υποδομές. Οι επιθέσεις επεκτάθηκαν σε αστικά κέντρα, με αποτέλεσμα χιλιάδες θύματα μεταξύ των αμάχων και εκτεταμένες καταστροφές.
Το Κοσσυφοπέδιο αποτέλεσε το επίκεντρο της σύγκρουσης, ωστόσο οι βομβαρδισμοί κάλυψαν σχεδόν το σύνολο της επικράτειας της Γιουγκοσλαβίας, μετατρέποντας τη χώρα σε ένα ενιαίο πεδίο πολεμικών επιχειρήσεων.
Απεμπλουτισμένο ουράνιο και βόμβες διασποράς
Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε η χρήση όπλων που θεωρούνται εξαιρετικά επικίνδυνα για τον ανθρώπινο οργανισμό και το περιβάλλον. Σύμφωνα με στοιχεία του Πεντάγωνο, περίπου μία στις πέντε βόμβες που χρησιμοποιήθηκαν περιείχε απεμπλουτισμένο ουράνιο.
Η συνολική ποσότητα εκτιμάται σε περίπου 500.000 βλήματα, γεγονός που έχει συνδεθεί με μακροχρόνιες επιπτώσεις στην υγεία του πληθυσμού και στο οικοσύστημα της περιοχής.
Παράλληλα, καταγράφηκε εκτεταμένη χρήση βομβών διασποράς – όπλων που απαγορεύονται από διεθνείς συμβάσεις λόγω του αδιακρίτου χαρακτήρα τους και της υψηλής επικινδυνότητας για αμάχους ακόμη και χρόνια μετά τη σύγκρουση. Υπολογίζεται ότι εξαπολύθηκαν περισσότερες από 35.000 τέτοιες δέσμες.
Το αφήγημα της «ανθρωπιστικής επέμβασης»
Η επέμβαση του ΝΑΤΟ παρουσιάστηκε διεθνώς ως επιχείρηση για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Κοσσυφοπέδιο, εν μέσω της σύγκρουσης μεταξύ σερβικών δυνάμεων και αλβανόφωνων πληθυσμών.
Ωστόσο, η εξέλιξη της κατάστασης μετά την ανάπτυξη των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων προκάλεσε νέα κύματα βίας. Σύμφωνα με καταγεγραμμένα στοιχεία, το 1999 σημειώθηκαν εκατοντάδες δολοφονίες και απαγωγές Σέρβων στην περιοχή.
Μέχρι το 2009, με τη διεθνή στρατιωτική παρουσία να παραμένει, οι αριθμοί αυτοί αυξήθηκαν σημαντικά, με περισσότερες από 1.100 δολοφονίες, 1.300 απαγωγές και εκατοντάδες τραυματισμούς, αναδεικνύοντας τη σύνθετη και διαρκώς ασταθή πραγματικότητα που ακολούθησε το τέλος των βομβαρδισμών.
Η στάση της Ελλάδας και οι πολιτικές αντιδράσεις
Η συμμετοχή της Ελλάδας στην κρίση του 1999 αποτέλεσε αντικείμενο έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, υπό τον Κώστα Σημίτη, δήλωνε ότι η χώρα δεν συμμετείχε ενεργά στις επιχειρήσεις.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, στρατιωτικές δυνάμεις και εξοπλισμός του ΝΑΤΟ διέρχονταν από την ελληνική επικράτεια με κατεύθυνση το Κοσσυφοπέδιο, γεγονός που πυροδότησε αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και σε επίπεδο κοινωνικών κινητοποιήσεων.
Η περίοδος εκείνη σημαδεύτηκε από μαζικές διαδηλώσεις σε πολλές ελληνικές πόλεις, με αίτημα τον τερματισμό των βομβαρδισμών και την απομάκρυνση της χώρας από κάθε εμπλοκή.
Μια επέμβαση που εξακολουθεί να διχάζει
Περισσότερες από δύο δεκαετίες μετά, οι βομβαρδισμοί της Γιουγκοσλαβίας εξακολουθούν να αποτελούν σημείο έντονου διεθνούς διαλόγου. Για κάποιους αποτέλεσαν αναγκαία παρέμβαση για την αποτροπή ανθρωπιστικής κρίσης. Για άλλους, συνιστούν παραβίαση του διεθνούς δικαίου και παράδειγμα μονομερούς στρατιωτικής δράσης.
Το βέβαιο είναι ότι η 24η Μαρτίου 1999 παραμένει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη των Βαλκανίων ως η απαρχή μιας περιόδου βαθιάς καταστροφής, οι συνέπειες της οποίας εξακολουθούν να είναι ορατές μέχρι σήμερα.






