Θα ήταν σκόπιμο να επιχειρηθεί η αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου εμπροσθοβαρώς, με δαπάνη των διαθέσιμων πόρων εξαρχής; Το άγνωστο της διάρκειας του πολέμου, της κλίμακας των καταστροφών που θα προκαλέσει και άλλων παραγόντων που γνωρίζουμε ή που «δεν γνωρίζουμε ότι δεν γνωρίζουμε», συνηγορούν σε αρνητική απάντηση.
Η ροή και οι τιμές των καυσίμων είναι οι πιο καθοριστικοί αλλ’ ούτε αυτοί είναι οι μοναδικοί αστάθμητοι παράγοντες που εμποδίζουν τις προβλέψεις. Εξ όνυχος: Ο Τουρισμός δεν θα επηρεαστεί αν ο πόλεμος λήξει σύντομα, ίσως μάλιστα αυξηθεί αν γίνουν μετακινήσεις τουριστικών ροών από τον Κόλπο και την Τουρκία προς εμάς, ενώ θα υφίστατο σοβαρό πλήγμα αν αίφνης διαπιστωνόταν ότι κάποιος βαλλιστικός κατευθυνόταν προς τη χώρα μας και θα επηρεαστεί αρνητικά αν υπάρξουν στασιμοπληθωριστικά φαινόμενα στον κόσμο.
Όσοι σπεύδουν να εισηγηθούν η κυβέρνηση να ανοίξει γρήγορα το πουγκί και να αρχίσει να μοιράζει λεφτά, ίσως θα έπρεπε να το ξανασκεφτούν, γιατί καμιά φορά οι συστάσεις τους μπορεί να γίνουν πραγματικότητα. Αφενός, είναι κάτι που η κυβέρνηση έχει μάθει και της αρέσει να κάνει -στα χρόνια 2020-23 μοίρασε 60 δισ. ευρώ με αφορμή την πανδημία και την ενεργειακή κρίση.
Αφετέρου, αυτό που περιμένει απ’ την Κομισιόν είναι οι «δημοσιονομικές ευελιξίες» (μια ρήτρα διαφυγής) για να το ξανακάνει: Να μπορεί κάθε χώρα να δαπανά για ενίσχυση κατηγοριών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, χωρίς οι δαπάνες να προσμετρώνται στον προσδιορισμό του πλαφόν των κρατικών δαπανών -να ξοδεύει πιο πολλά χωρίς να της επιβάλλονται ποινές. Θα ήταν, άλλωστε, ένας δρόμος προς τις εκλογές -αν δεν παραταθεί ο πόλεμος.
Αυτό που επείγει δεν είναι να ανοίξει κάποιο πουγκί. Με φόντο τον πόλεμο, το επιτακτικό είναι να αντιμετωπισθούν σοβαρές παθογένειες και κεντρικά προβλήματα που προϋπήρχαν του πολέμου και, τώρα, εξαιτίας του τείνουν να γίνουν εκρηκτικά.
Παράδειγμα, η ακρίβεια.
Η κυριαρχία των καρτέλ σε πολλές αγορές είναι μια παθογένεια που παράγει ακρίβεια και, σε μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, ανέχεια. Αυτό το κεντρικό, βασανιστικό πρόβλημα, δεν είναι παράγωγο του πολέμου. Και πριν τον πόλεμο ο πληθωρισμός έτρεχε καθ’ ημάς με πάνω από 60% ταχύτερα από όσο στην Ευρωζώνη. Σταθερά η ελληνική αγορά ήταν στην πρώτη ή στις πρώτες θέσεις των ανατιμήσεων σε είδη πρώτης ανάγκης, τρόφιμα και ενοίκια. Ενώ, με κριτήριο τον μέσο μισθό η Ελλάδα είναι προτελευταία, με κριτήριο την αγοραστική δύναμη του μισθού είναι τελευταία μεταξύ των 27 της Ε.Ε. κι όσοι Έλληνες απειλούνται από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό αυξήθηκαν στο 27,5% του πληθυσμού πέρσι, από 26,9% το 2024.
Πόσο ακριβώς θα ενταθεί η ακρίβεια, είναι κάτι που δεν μπορεί να προβλεφθεί. Όλα τα σενάρια προβλέπουν, πάντως, ότι θα ενταθεί: Το ΚΕΠΕ εκτιμά πληθωρισμό από 3,8% έως πάνω από 4% και 5%, η διεύθυνση μελετών της Εθνικής βλέπει εκτίναξη του πληθωρισμού στο 4% μέχρι τέλος Μαρτίου. Η εξέλιξη μπορεί να αποδειχτεί πολύ χειρότερη αν ο πόλεμος παραταθεί και επαληθευτεί ένα πιθανό σενάριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που προβλέπει πληθωρισμό στο 4,4% φέτος και στο 4,8% το 2027 μέσο όρο στην Ευρωζώνη, καθώς καθ’ ημάς ο πληθωρισμός είναι σταθερά στα ανώτερα όρια.
Διά ταύτα τί; Η ελληνική και –περισσότερο- η διεθνής εμπειρία υποδεικνύουν ότι η αντιμετώπιση της ακρίβειας προϋποθέτει δέσμες πολιτικών. Αφενός αυτές δεν συνάδουν με την πολιτική αύξησης των πληθωριστικών εσόδων για να μοιράζονται επιδόματα, αφετέρου στον πυρήνα τους έχουν μια κεντρική ιδέα, την απελευθέρωση των εξυγιαντικών δυνάμεων του υγιούς ανταγωνισμού, και μια ισχυρή ανεξάρτητη αρχή, την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Το γεγονός ότι καθ’ ημάς, αντ’ αυτών επιλέγονται κάποιες πρόσκαιρες γραφειοκρατικές διαδικασίες που αφήνουν άθικτες βασικές αιτίες του προβλήματος, επιβεβαιώνει ότι το πιο επείγον δεν είναι κάποια έκτακτα μέτρα αλλά μια μόνιμη αλλαγή πολιτικής.
Άρθρο του Κώστα Καλλίτση από το KREPORT



