Μία εβδομάδα μετά το πολιτικό σήμα του Πρωθυπουργού για την εκκίνηση της συνταγματικής αναθεώρησης, οι διεργασίες δεν άργησαν να μεταφερθούν από τις διακηρύξεις στο πεδίο της ουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Κύκλος Ιδεών του Ευάγγελου Βενιζέλου εμφανίστηκε, όπως αναμενόταν, ως κόμβος προβληματισμού και σύγκρουσης ιδεών. Το απόγευμα της Δευτέρας, στο ξενοδοχείο King George, η αφρόκρεμα της ελληνικής συνταγματικής επιστήμης συναντήθηκε σε μια συζήτηση που ξεπέρασε κατά πολύ τον επετειακό χαρακτήρα των 50 χρόνων από το Σύνταγμα του 1975 και έθεσε επί τάπητος το πραγματικό βάθος –και τα όρια– των αλλαγών που δρομολογούνται στον καταστατικό χάρτη της χώρας.
Η αιχμή Βενιζέλου και το άρθρο 86 στο επίκεντρο
Τον τόνο έδωσε εξαρχής ο Ευάγγελος Βενιζέλος, λίγο πριν από την έναρξη των εργασιών, με μια παρέμβαση που συνδύασε θεσμική μνήμη και πολιτική αιχμή. Στο στόχαστρό του βρέθηκε η στάση της κυβέρνησης στο ζήτημα της ποινικής ευθύνης υπουργών και ειδικότερα το άρθρο 86 του Συντάγματος.
Όπως σημείωσε, η κυβέρνηση εμφανίζεται σήμερα έτοιμη να «διαμορφώσει μία τέλεια διάταξη», την ώρα που –κατά τον ίδιο– «καταστρατήγησε» την υφιστάμενη στις υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ και των Τεμπών. Υποστήριξε ότι η κοινωνία δικαίως αξιώνει ριζική αλλαγή, καθώς στην επόμενη βουλευτική περίοδο «πρέπει να ελεγχθούν πολύ συγκεκριμένες ευθύνες της παρούσας κυβέρνησης», υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι το 2019 η τότε κοινοβουλευτική πλειοψηφία της ΝΔ είχε την ευκαιρία να αναθεωρήσει τη διάταξη, αλλά δεν το έπραξε.
Η κυβερνητική οπτική και το στοίχημα της «νηφαλιότητας»
Απαντώντας από την πλευρά της κυβερνητικής πλειοψηφίας, ο Ευριπίδης Στυλιανίδης μίλησε για πρόθεση μιας «ευρείας και γενναίας αναθεώρησης», εφόσον αυτή κριθεί αναγκαία. Υπερασπίστηκε τον χρόνο εκκίνησης της διαδικασίας, ώστε –όπως είπε– να υπάρξει επαρκής περίοδος περισυλλογής και νηφάλιας αποτίμησης του τι πρέπει να αλλάξει και τι όχι.
Ο εισηγητής της ΝΔ τόνισε ότι η διαδικασία αυτή αποτελεί τεστ ωριμότητας για το σύνολο του πολιτικού συστήματος, ενώ υπογράμμισε ότι το ελληνικό Σύνταγμα απέδειξε την ανθεκτικότητά του τόσο στην κρίση χρέους όσο και στην πανδημία. Παράλληλα, ζήτησε έναν «έξυπνο εναρμονισμό» με τη διεθνή έννομη τάξη, χωρίς αλλοίωση του αξιακού πυρήνα του Συντάγματος, καλώντας την Επιτροπή Αναθεώρησης να κοιτάξει «τις επόμενες γενιές και όχι τις επόμενες εκλογές».
Δικαιοσύνη και κρίση εμπιστοσύνης
Στο πιο ανήσυχο σημείο της συζήτησης, ο Νίκος Αλιβιζάτος προειδοποίησε για μια κοινωνία που απομακρύνεται από το πολιτικό σύστημα. Επικαλέστηκε δημοσκοπικά δεδομένα που προμηνύουν ρεκόρ αποχής και ενίσχυση των αντισυστημικών κομμάτων, αποδίδοντας το φαινόμενο στην πεποίθηση ότι οι πολιτικοί δεν λογοδοτούν και ότι η κυβερνώσα πλειοψηφία «τα ελέγχει όλα».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Φίλιππος Σπυρόπουλος μίλησε για πτώση της εμπιστοσύνης τόσο στη Δικαιοσύνη όσο και στη Βουλή, ειδικά στο θέμα της δίωξης υπουργών, χαρακτηρίζοντας αναγκαία τη θεσμική αλλαγή και τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
Εθνικό και υπερεθνικό δίκαιο: τα όρια της ευρωπαϊκής επιρροής
Η συζήτηση μετατοπίστηκε στη σχέση εθνικού και υπερεθνικού δικαίου, με τον Σπύρο Βλαχόπουλο να επισημαίνει τη βαθιά διείσδυση του ενωσιακού και διεθνούς δικαίου στο συνταγματικό πεδίο, φέρνοντας ως παραδείγματα πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ και του ΕΔΔΑ. Ταυτόχρονα, τόνισε ότι κρίσιμα ζητήματα –όπως η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης ή η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων– παραμένουν αποκλειστικά εθνικής αρμοδιότητας.
Η Λίνα Παπαδοπούλου πρόσθεσε ότι το εθνικό Σύνταγμα διατηρεί τη σημασία του ακριβώς σε αυτά τα σημεία, χαρακτηρίζοντας όμως τη διαδικασία αναθεώρησης «δυσκίνητη» και ζητώντας επίσπευση σε μια εποχή ταχύτατων εξελίξεων.
Αναθεώρηση της αναθεώρησης
Ιδιαίτερη ένταση προκάλεσαν οι παρεμβάσεις για τον ίδιο τον μηχανισμό της συνταγματικής αναθεώρησης. Ο Ξενοφών Κοντιάδης άσκησε σκληρή κριτική στην εμπειρία του 2019, υποστηρίζοντας ότι απαιτούνται ευρύτερες πλειοψηφίες και μια νέα θεώρηση του άρθρου 110, ενώ έκανε λόγο για έλλειψη συνθηκών νηφάλιας συζήτησης λόγω συστηματικής καταστρατήγησης του Συντάγματος από την κυβέρνηση.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Νίκος Παπασπύρου και ο Κώστας Χρυσόγονος ανέδειξαν τα όρια της αναθεωρητικής εξουσίας και τον κίνδυνο θεσμικών ακροβασιών, ενώ ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος προειδοποίησε ότι μια επιτηδευμένη πρόωρη λήξη της βουλευτικής περιόδου ισοδυναμεί με ματαίωση της αναθεώρησης.
Παιδεία, κράτος και «δύσκαμπτοι δεινόσαυροι»
Στον δεύτερο κύκλο παρεμβάσεων, η συζήτηση άνοιξε σε επιμέρους αλλά κρίσιμα πεδία: από το άρθρο 16 και το μέλλον των πανεπιστημίων, μέχρι τη δημόσια διοίκηση και τη μονιμότητα. Η Λίνα Παπαδοπούλου περιέγραψε τα δημόσια ΑΕΙ ως «δυσκίνητους γραφειοκρατικούς δεινοσαύρους», ενώ ο Ευριπίδης Στυλιανίδης μίλησε για ανάγκη άρσης του κρατικού μονοπωλίου στην ανώτατη εκπαίδευση και για ένα κράτος που δεν «επανιδρύεται με διατάγματα», αλλά με αξιολόγηση και διαρκή επιμόρφωση.
«Να φαίνεται και τίμια»
Το ζήτημα της Δικαιοσύνης επανήλθε με έμφαση, όταν ο Ξενοφών Κοντιάδης χαρακτήρισε προβληματικό το ισχύον μοντέλο επιλογής της ηγεσίας της, σημειώνοντας ότι «η γυναίκα του Καίσαρα μπορεί να είναι τίμια, πλην όμως δεν φαίνεται επαρκώς τίμια». Η πρότασή του για επιλογή απευθείας από τις Ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων συμπύκνωσε την αγωνία μιας συζήτησης που, περισσότερο από τεχνική, αποδείχθηκε βαθιά πολιτική.
Ένα προοίμιο σύγκρουσης
Η εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών λειτούργησε τελικά ως άτυπο προοίμιο της συνταγματικής αναθεώρησης: ανέδειξε ρήγματα, αποκλίσεις και βαθιές δυσπιστίες, αλλά και το εύρος των θεμάτων που ανοίγουν. Αν κάτι κατέστη σαφές, είναι ότι η αναθεώρηση δεν θα κριθεί μόνο από τις διατάξεις που θα αλλάξουν, αλλά από το αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να πείσει ότι αυτή τη φορά το Σύνταγμα δεν θα είναι απλώς νόμιμο, αλλά και πειστικά νομιμοποιημένο στα μάτια της κοινωνίας.





