Η νέα δημοσκόπηση της MRB για το OPEN αποτυπώνει ένα πολιτικό τοπίο με έντονες αντιφάσεις: από τη μία, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί καθαρό και άνετο προβάδισμα, επιβεβαιώνοντας τη θέση της ως κυρίαρχη δύναμη του συστήματος εξουσίας· από την άλλη, η αντιπολίτευση εμφανίζεται κατακερματισμένη, με μετατοπίσεις που δείχνουν αναζήτηση εναλλακτικής εκπροσώπησης.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά η παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού, όχι τόσο ως ώριμου πολιτικού παίκτη, αλλά ως εν δυνάμει πολιτικού συμβόλου που διερευνάται από την κοινή γνώμη.
Σταθερή πρωτιά της ΝΔ και απόσταση ασφαλείας
Στην αναγωγή στο σύνολο, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 29,2%, ανοίγοντας διαφορά 16 μονάδων από το δεύτερο κόμμα. Πρόκειται για ένα εύρημα που επιβεβαιώνει ότι, παρά τη φθορά της κυβερνητικής θητείας, δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένας πειστικός αντίπαλος πόλος εξουσίας. Η πρόθεση ψήφου, με τη ΝΔ στο 22,3%, δείχνει μεν απώλειες, αλλά όχι ικανές να αμφισβητήσουν την πολιτική της ηγεμονία.
Η άνοδος της Πλεύσης Ελευθερίας και το μήνυμα διαμαρτυρίας
Η Πλεύση Ελευθερίας καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση με 13,2% στην αναγωγή και 10,1% στην πρόθεση ψήφου, ξεπερνώντας παραδοσιακά κόμματα εξουσίας. Η επίδοση αυτή δεν συνιστά απλώς κομματική ενίσχυση, αλλά αντανακλά μια ψήφο διαμαρτυρίας με έντονα χαρακτηριστικά αντισυστημικής στάσης, προσωποκεντρικής πολιτικής και ηθικής καταγγελίας του πολιτικού κατεστημένου.
ΠΑΣΟΚ και Ελληνική Λύση σε παράλληλη τροχιά
Το ΠΑΣΟΚ και η Ελληνική Λύση ισοβαθμούν στο 12,7% στην αναγωγή και στο 9,7% στην πρόθεση ψήφου, αποτυπώνοντας δύο εντελώς διαφορετικές πολιτικές διαδρομές που, ωστόσο, συναντώνται στο ίδιο εκλογικό ύψος. Για το ΠΑΣΟΚ, το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει τη στασιμότητα και την αδυναμία ανάκτησης πρωταγωνιστικού ρόλου. Για την Ελληνική Λύση, δείχνει τη σταθεροποίηση ενός δεξιού, εθνικιστικού ακροατηρίου που παραμένει ενεργό.
Η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ και ο κατακερματισμός της Αριστεράς
Ιδιαίτερα χαμηλά κινείται ο ΣΥΡΙΖΑ, με 4,6% στην αναγωγή και μόλις 3,5% στην πρόθεση ψήφου, επιβεβαιώνοντας τη βαθιά πολιτική και οργανωτική του κρίση. Το ΚΚΕ διατηρεί μια σταθερή βάση (7,9%), ενώ τα μικρότερα αριστερά σχήματα παραμένουν κατακερματισμένα και εκτός δυναμικής. Η εικόνα αυτή συνθέτει ένα τοπίο αδυναμίας συγκρότησης εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης από τα αριστερά.
Καταλληλότητα για πρωθυπουργός και το ισχυρό «κανένας»
Στο ερώτημα της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται με 23,2%, διατηρώντας σαφές προβάδισμα. Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Ζωή Κωνσταντοπούλου με 15,7%, γεγονός που συνδέεται άμεσα με τη δημοσκοπική άνοδο της Πλεύσης Ελευθερίας. Ωστόσο, το πιο ηχηρό μήνυμα προέρχεται από το 37% που επιλέγει την απάντηση «ο άλλος», στην οποία περιλαμβάνονται ο Αλέξης Τσίπρας και η Μαρία Καρυστιανού. Πρόκειται για ένδειξη βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης προς το υφιστάμενο πολιτικό προσωπικό.
Οι θέσεις της Καρυστιανού και το σαφές κοινωνικό όριο
Οι απαντήσεις για τη Μαρία Καρυστιανού αποκαλύπτουν ένα κρίσιμο στοιχείο: οι πολίτες διαχωρίζουν τη θεσμική πολιτική από τον ακτιβισμό ή τον δημόσιο λόγο. Στις δηλώσεις της για τις αμβλώσεις, το 69,3% δηλώνει ότι «μάλλον» ή «σίγουρα» διαφωνεί, ενώ μόλις το 19,6% εκφράζει συμφωνία. Παράλληλα, το 79,9% τάσσεται υπέρ της διατήρησης του ισχύοντος νομικού πλαισίου για τις αμβλώσεις, δείχνοντας ότι το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί κοινωνικά παγιωμένη κατάκτηση με ευρεία αποδοχή.
Θα ψήφιζαν κόμμα Καρυστιανού; Ένα διχασμένο ακροατήριο
Στο ερώτημα αν οι πολίτες θα ψήφιζαν ένα κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, το 32,4% απαντά θετικά («σίγουρα» ή «μάλλον»), ενώ το 58% απαντά αρνητικά. Το εύρημα αυτό δεν δείχνει άμεση πολιτική δυναμική εξουσίας, αλλά καταγράφει μια υπαρκτή δεξαμενή δυσαρέσκειας που παραμένει ρευστή και αναζητά έκφραση εκτός των παραδοσιακών κομματικών σχημάτων.
Ένα πολιτικό σύστημα χωρίς αντίπαλο δέος
Συνολικά, η δημοσκόπηση της MRB αποτυπώνει ένα πολιτικό σύστημα με κυρίαρχο πόλο τη Νέα Δημοκρατία, αλλά χωρίς ισχυρό αντίπαλο δέος. Η άνοδος εναλλακτικών και προσωποπαγών σχημάτων, καθώς και η διερεύνηση προσώπων εκτός κλασικής πολιτικής, λειτουργούν περισσότερο ως σύμπτωμα κρίσης εκπροσώπησης παρά ως άμεση απειλή ανατροπής. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν είναι ποιος προηγείται, αλλά ποιος μπορεί πειστικά να αμφισβητήσει την πολιτική κυριαρχία που καταγράφεται στις κάλπες των δημοσκοπήσεων.






