Η φετινή Σύνοδος του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός εξελίσσεται σε κάτι πολύ περισσότερο από έναν ακόμη κύκλο οικονομικών και πολιτικών συζητήσεων. Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες – δια στόματος του ίδιου του προέδρου τους – αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής κατάληψης εδάφους συμμαχικής χώρας.
Η Γροιλανδία, αυτόνομη περιοχή της Δανίας, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας κρίσης που απειλεί να αναδιαμορφώσει τις ισορροπίες στο ΝΑΤΟ και να θέσει υπό αμφισβήτηση μια συμμαχία επτά δεκαετιών.
Η ρητορική Τραμπ και το μήνυμα της ισχύος
Ο Ντόναλντ Τραμπ φτάνει στο Νταβός δηλώνοντας βέβαιος ότι θα πετύχει μια «πολύ καλή συμφωνία για όλους» γύρω από τη Γροιλανδία, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι τόσο το ΝΑΤΟ όσο και οι ίδιοι οι Γροιλανδοί θα είναι «ενθουσιασμένοι». Την ίδια στιγμή, όμως, αρνείται να αποκλείσει οποιοδήποτε μέσο, επαναλαμβάνοντας πως «χρειαζόμαστε τη Γροιλανδία» και αφήνοντας τη χαρακτηριστική απειλή: «Θα το μάθετε», όταν ρωτήθηκε πόσο μακριά είναι διατεθειμένος να φτάσει.
Για πολλούς Ευρωπαίους διπλωμάτες, αυτή η ασάφεια δεν είναι αθώα. Ερμηνεύεται ως στρατηγική πίεσης, μια επίδειξη ισχύος που συνδυάζει οικονομικούς εκβιασμούς, απειλές για δασμούς και ανοιχτή αμφισβήτηση της εδαφικής κυριαρχίας κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.
Οι ευρωπαϊκές προσπάθειες αποκλιμάκωσης
Η πρώτη επιλογή των Ευρωπαίων παραμένει η αποκλιμάκωση. Σύμφωνα με αξιωματούχους από το περιβάλλον του Τραμπ, υπάρχουν στο εσωτερικό της αμερικανικής διοίκησης φωνές που ανησυχούν για τη ρητορική δημόσιου εξευτελισμού ευρωπαίων ηγετών και πιέζουν για χαμήλωμα των τόνων. Στο ίδιο πλαίσιο, οι Ευρωπαίοι επιχειρούν να πείσουν τον Τραμπ να αποσύρει τις απειλές για νέους δασμούς σε συμμάχους που αντιτίθενται στην ιδέα της προσάρτησης.
Η στόχευση είναι σαφής: να μετατοπιστεί η συζήτηση από την «πλήρη και ολοκληρωτική» κυριαρχία των ΗΠΑ στη Γροιλανδία σε μια πιο λειτουργική, αν και πολιτικά φορτισμένη, συνεργασία.
Οι εναλλακτικές που βρίσκονται στο τραπέζι
Στις παρασκηνιακές συνομιλίες έχουν τεθεί διάφορες εναλλακτικές. Μία από αυτές προβλέπει την ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί, σε συνδυασμό με εμπορικές και οικονομικές συμφωνίες, ώστε ο Τραμπ να μπορεί να παρουσιάσει μια «νίκη» χωρίς τυπική αλλαγή κυριαρχίας. Άλλη πρόταση αφορά την υπαγωγή της Γροιλανδίας σε ένα καθεστώς Ελεύθερης Σύνδεσης με τις ΗΠΑ, αντίστοιχο με εκείνο των νησιών Παλάου και Μάρσαλ.
Παράλληλα, συζητείται η επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας του 1951 μεταξύ ΗΠΑ, Δανίας και Γροιλανδίας, με ρητή πρόβλεψη αποκλεισμού κινεζικών επενδύσεων. Ωστόσο, από αμερικανικής πλευράς, η επιμονή στην ιδέα της «αγοράς» του νησιού παραμένει, ενισχύοντας την αίσθηση ότι ο Λευκός Οίκος χρησιμοποιεί τις εναλλακτικές περισσότερο ως διαπραγματευτικό εργαλείο παρά ως πραγματικές επιλογές.
Οι επιλογές και τα διλήμματα της Ευρώπης
Η ευρωπαϊκή απάντηση δεν είναι ενιαία. Κάποιοι ηγέτες, όπως ο Εμανουέλ Μακρόν, μιλούν ανοιχτά για «θεμελιωδώς απαράδεκτους» δασμούς που χρησιμοποιούνται ως μοχλός πίεσης κατά της εδαφικής κυριαρχίας. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, από την πλευρά της, θέτει το ζήτημα σε πιο στρατηγικό πλαίσιο, ζητώντας «μια νέα μορφή ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας».
Αναλυτές όπως ο Ίαν Μπρέμερ προειδοποιούν ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι έτοιμη να αντιδράσει με επαρκή ισχύ, αλλιώς οι απειλές θα κλιμακωθούν. Η μέχρι σήμερα στρατηγική κατευνασμού – η λογική ότι «αξίζει να υποχωρήσεις για να αποφύγεις τη σύγκρουση» – δείχνει να εξαντλεί τα όριά της.
Το «εμπορικό μπαζούκα» και ο κίνδυνος σύγκρουσης
Στο παρασκήνιο, Γαλλία και Γερμανία κινούνται προς την ενεργοποίηση του λεγόμενου «μέσου κατά του καταναγκασμού», του ισχυρότερου εμπορικού όπλου της ΕΕ. Το εργαλείο αυτό επιτρέπει από την επιβολή δασμών έως τον αποκλεισμό αμερικανικών εταιρειών από ευρωπαϊκούς διαγωνισμούς και τον περιορισμό εξαγωγών στρατηγικών αγαθών. Παράλληλα, παραμένει στο τραπέζι και ένα πακέτο δασμών ύψους 93 δισ. ευρώ, το οποίο είχε παγώσει πέρυσι.
Η χρήση του «μπαζούκα» δεν θεωρείται εύκολη απόφαση. Θα είχε σοβαρό οικονομικό κόστος και θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη εμπορικό πόλεμο. Ωστόσο, όπως παραδέχονται διπλωμάτες, «δεν βρισκόμαστε πια στο nice-to-do, αλλά στο need-to-do».
Επίδειξη ή πραγματική απειλή;
Παρά την κλιμάκωση, ορισμένοι γύρω από τον Τραμπ πιστεύουν ότι πρόκειται περισσότερο για επίδειξη ισχύος, για ένα τεστ αντοχών της Ευρώπης, χωρίς πραγματική πρόθεση στρατιωτικής επέμβασης. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο το τελικό αποτέλεσμα, αλλά η διαδρομή. Η ανοιχτή αμφισβήτηση της εδαφικής ακεραιότητας συμμάχου και η χρήση οικονομικών κυρώσεων ως εργαλείου γεωπολιτικής πίεσης έχουν ήδη προκαλέσει βαθιά ρήγματα εμπιστοσύνης.
Όπως συνοψίζει εύστοχα ο Ίαν Μπρέμερ, «κανείς δεν ξέρει τι θα πει ο Τραμπ – ίσως ούτε και ο ίδιος». Και αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα είναι που καθιστά το Νταβός κομβικό: είτε θα αποτελέσει σημείο αποκλιμάκωσης είτε την αρχή μιας νέας, πιο συγκρουσιακής φάσης στις διατλαντικές σχέσεις.




