Η επίκληση της «ευρωπαϊκής αφύπνισης» απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ έχει γίνει πλέον μανιέρα: Δηλώσεις με στόμφο, άρθρα με ευρωπατριωτικό πάθος, επίκληση «ορίων» και «αξιοπρέπειας». Εκεί όμως που τελειώνει η ρητορική και η σαχλαμάρα της κάθε Κάλας, πέφτει η αμήχανη σιωπή. Διότι ελάχιστοι από όσους ζητούν αντίδραση μπαίνουν στον κόπο να εξηγήσουν τι ακριβώς θα σήμαινε αυτό στην πράξη – και αν θα ήταν καν εφικτό.
Να αντιδράσει, λοιπόν, η Ευρώπη. Με ποιον τρόπο;
Με κυρώσεις κατά των ΗΠΑ;
Με διακοπή αγορών αμερικανικού LNG, τη στιγμή που έχει κλείσει τους αγωγούς από Ανατολάς και δεν διαθέτει εναλλακτική;
Με αυστηρότερα πρόστιμα στις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες;
Με κλείσιμο αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε ευρωπαϊκό έδαφος;
Με άρνηση αγοράς ανταλλακτικών για τα αμερικανικά οπλικά συστήματα που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής άμυνας;
Τα ερωτήματα είναι συγκεκριμένα. Οι απαντήσεις, όμως, απουσιάζουν. Αντί αυτών, γενικόλογες διαπιστώσεις περί «υποτέλειας» και «αποικιακής σχέσης», χωρίς καμία αποσαφήνιση του κόστους, των συνεπειών ή των πραγματικών συσχετισμών ισχύος.
Η Ευρώπη που δεν υπάρχει ως ενιαία πολιτική οντότητα
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Η «Ευρώπη» δεν είναι κράτος. Δεν είναι καν Ομοσπονδία. Ουσιαστικά δεν είναι τίποτα ενιαίο. Δεν διαθέτει ενιαία κυβέρνηση, ενιαία εξωτερική πολιτική, ενιαία στρατηγική ασφάλειας. Υπάρχουν ευρωπαϊκές χώρες, με διαφορετικά συμφέροντα, διαφορετικές εξαρτήσεις και συχνά αντικρουόμενες προτεραιότητες.
Αυτές οι χώρες βρίσκονται, η κάθε μια ξεχωριστά και κατ’ ομάδες, σε στρατηγική σύμπραξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες εδώ και περίπου ογδόντα χρόνια, από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μια σύμπραξη που δεν περιορίστηκε στη στρατιωτική ομπρέλα του ΝΑΤΟ, αλλά διαπέρασε το σύνολο των πολιτικών, οικονομικών, πολιτιστικών και θεσμικών επιλογών τους. Η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας, η ενεργειακή στρατηγική, η χρηματοπιστωτική λειτουργία και μεγάλο μέρος της τεχνολογικής εξάρτησης έχουν δομηθεί με δεδομένη τη σύμπλευση με τις ΗΠΑ.
Όταν οι ΗΠΑ αποφασίζουν, η Ευρώπη ακολουθεί
Το ιστορικό προηγούμενο είναι απολύτως διαφωτιστικό.
Όταν οι ΗΠΑ επιβάλλουν μονομερείς κυρώσεις σε τρίτες χώρες, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τις υιοθετούν σχεδόν αυτομάτως. Το έκαναν με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, το έκαναν με τον Αφγανιστάν και με το Ιράκ, το κάνουν τώρα με τη Ρωσία.
Όταν η Ουάσιγκτον αποφάσισε τον πόλεμο στο Ιράκ, με αιτιάσεις που αποδείχθηκαν ψευδείς, η Ευρώπη ακολούθησε, με μοναδική σοβαρή εξαίρεση τη Γαλλία του Ζακ Σιράκ – μια εξαίρεση που σήμερα δύσκολα θα επαναλαμβανόταν διότι οι σημερινοί ηγέτες δεν φτάνουν όλοι μαζί ούτε στο μικρό δαχτυλάκι του Σιράκ. Ο δε Μακρόν είναι η παρανυχίδα του. Και ούτε.
Όταν οι ΗΠΑ επέβαλαν το καθεστώς FATCA, απαιτώντας από ευρωπαϊκές τράπεζες να αναφέρουν οικονομικά στοιχεία Αμερικανών πελατών, οι ευρωπαϊκοί χρηματοπιστωτικοί θεσμοί συμμορφώθηκαν χωρίς ουσιαστική αντίσταση, παρότι η αμερικανική διοίκηση δεν είχε ουσιαστική ή τυπική δικαιοδοσία εκτός συνόρων.
Το μήνυμα ήταν σαφές: όποιος αμφισβητεί το αμερικανικό πλαίσιο, πληρώνει βαρύ τίμημα.
Το μάθημα της BNP και το δολάριο ως όπλο
Η υπόθεση της BNP Paribas αποτελεί ίσως το πιο ωμό παράδειγμα. Ευρωπαϊκή τράπεζα τόλμησε να χρηματοδοτήσει συναλλαγές με χώρες που βρίσκονταν στη μαύρη λίστα της Ουάσιγκτον. Η απάντηση ήταν πρόστιμο ύψους 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το πρόστιμο πληρώθηκε, παρά τις πολιτικές παρεμβάσεις, παρά τις διαμαρτυρίες, παρά τις διπλωματικές προσπάθειες.
Ο λόγος απλός και αμείλικτος: χωρίς πρόσβαση στο δολάριο, καμία μεγάλη τράπεζα δεν επιβιώνει. Και το δολάριο παραμένει το νόμισμα των παγκόσμιων συναλλαγών.
Ισχύς χωρίς αυταπάτες
Ας τεθεί, λοιπόν, το ερώτημα χωρίς υπεκφυγές. Πώς ακριβώς «αντιδράς» όταν ο άλλος ελέγχει το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, το μεγαλύτερο μέρος της ψηφιακής τεχνολογίας, τους βασικούς μηχανισμούς των διεθνών αγορών – από τα επενδυτικά funds έως τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης – και διαθέτει περίπου 800 στρατιωτικές βάσεις σε όλο τον κόσμο;
Η απάντηση δεν είναι ευχάριστη, αλλά είναι αναγκαία: η Ευρώπη μπορεί να μιλήσει για στρατηγική αυτονομία μόνο αν είναι διατεθειμένη να πληρώσει το κόστος της. Και μέχρι στιγμής, ούτε οι κοινωνίες της ούτε οι πολιτικές της ηγεσίες δείχνουν έτοιμες γι’ αυτό.
Από τη ρητορική στη σοβαρή συζήτηση
Η κριτική στον Τραμπ, στις πιέσεις των ΗΠΑ και στη σχέση εξάρτησης της Ευρώπης είναι θεμιτή. Αυτό που λείπει είναι η ειλικρίνεια. Χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις, χωρίς ανάλυση των συνεπειών και χωρίς επίγνωση των πραγματικών συσχετισμών ισχύος, η επίκληση της «ευρωπαϊκής αντίδρασης» καταλήγει σε κενό σύνθημα.
Αν θέλουμε σοβαρά να μιλήσουμε για ανεξαρτησία, ας ξεκινήσουμε τουλάχιστον από το να λέμε την αλήθεια. Όχι μόνο για το τι θα θέλαμε να κάνει η Ευρώπη, αλλά και για το τι μπορεί – και κυρίως τι δεν μπορεί – να κάνει σήμερα.
(Η εικόνα είναι από την ταινία The Mouse That Roared (1959) μία ευφυή πολιτική σάτιρα του Ψυχρού Πολέμου, που, μέσα από το χιούμορ και την υπερβολή, αποδομεί τη λογική της ισχύος και της πυρηνικής αποτροπής. Η υπόθεση ακολουθεί το φανταστικό, πάμφτωχο δουκάτο της Γκραντ Φενγουίκ, το οποίο κηρύσσει «πόλεμο» στις Ηνωμένες Πολιτείες με την ελπίδα να ηττηθεί και να επωφεληθεί από την αμερικανική βοήθεια, για να καταλήξει όμως, από μια σειρά κωμικών ανατροπών, νικητής. Ο Πίτερ Σέλερς, σε τριπλό ρόλο, δίνει ρεσιτάλ λεπτού σαρκασμού, ενώ η ταινία, πίσω από την ανάλαφρη επιφάνειά της, ασκεί αιχμηρή κριτική στην αυτοκρατορική αλαζονεία, τη γραφειοκρατία και τον παραλογισμό των διεθνών σχέσεων)






