Του Κωνσταντίνου Βέργου*
Τα προβλήματα στα οποία έχει εισέλθει η αμερικανική οικονομία φαίνεται να οδηγούν σε αυξημένη αντιπαράθεση μεταξύ του Προέδρου Τραμπ και του Προέδρου της Αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Τζερόμ Πάουελ.
Η αντιπαράθεση αυτή οδηγεί σε κάποια αναζωπύρωση κινδύνων για την παγκόσμια οικονομία, οι οποίοι, εφόσον πάρουν τη μορφή σύγκρουσης, ενδέχεται να επηρεάσουν τις ροές κεφαλαίων και τις προσδοκίες πολιτικής στις ΗΠΑ και σε άλλες μεγάλες αγορές.
Επιπτώσεις στην παγκόσμια ανάπτυξη
Ενώ οι παρούσες εκτιμήσεις είναι για ανάπτυξη των ΗΠΑ μεταξύ 2% και 2,5%, ενδεχόμενη αύξηση της πολιτικής αστάθειας, σε συνδυασμό με τη συγκρουσιακή πολιτική που έχει διαμορφωθεί μεταξύ μεγάλων εμπορικών εταίρων, οδηγεί σε κάπως χαμηλότερη αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ. Για παράδειγμα, η πρόσφατη, παράνομη και πρωτοφανής απαγωγή του εκλεγμένου Προέδρου της Βενεζουέλας, με ψευδείς κατηγορίες περί ναρκοεμπορίου, είναι ενδεικτική του συγκρουσιακού δρόμου που έχει επιλέξει η κυβέρνηση των ΗΠΑ κατά τους τελευταίους μήνες, σε εναρμόνιση με τα συμφέροντα εταιρειών πολέμου. Εφόσον αυτή η επιλογή ακολουθηθεί από συγκρούσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ενδέχεται να πλήξει τις αγορές.
Ας σημειωθεί ότι χρηματοοικονομικοί κύκλοι στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων τραπεζιτών, έχουν προειδοποιήσει για οδυνηρές επιπτώσεις στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι τραπεζίτες φοβούνται, παράλληλα, μια μετατόπιση από την πολιτική ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών που ισχύει στις μεγάλες χώρες.
Οι κοινωνικές επιπτώσεις, από την άλλη, μπορεί βραχυπρόθεσμα να είναι μηδενικές ή και θετικές, αναλόγως της κατεύθυνσης προς την οποία η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί να κινηθούν τα επιτόκια.
Όσον αφορά το δολάριο, ενδέχεται να διατηρήσει σχετικά χαμηλή ισοτιμία σε σχέση με το ευρώ και τη βρετανική λίρα, ενώ ευνοείται περαιτέρω ανοδική τάση των τιμών του χρυσού, καθώς οι επενδυτές θα στραφούν σε ακίνητα και χρυσό ως σταθερότερες αξίες, τόσο στις ΗΠΑ όσο και παγκοσμίως, σε μια εποχή αστάθειας.
Επιπτώσεις στα επιτόκια και τις αγορές
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αναμένεται να διατηρήσει σταθερό το βασικό της επιτόκιο στο παρόν χαμηλό επίπεδο έως το τέλος του 2026, καθώς η Γερμανία εμφανίζει ασθενική οικονομική δραστηριότητα και ασκεί πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Στην παρούσα φάση, η ΕΕ φαίνεται επίσης να εστιάζει το ενδιαφέρον της στη στροφή σχεδόν χρεοκοπημένων γερμανικών βιομηχανιών προς την παραγωγή όπλων και πολεμοφοδίων.
Η αβεβαιότητα έχει προκαλέσει κάποιες εκροές από αμερικανικά μετοχικά κεφάλαια προς τις ευρωπαϊκές και, κυρίως, τις ασιατικές αγορές, με τις τελευταίες να απορροφούν τα τέσσερα πέμπτα των κεφαλαίων. Παράλληλα, οι αγορές ομολόγων των ΗΠΑ προεξοφλούν αύξηση επιτοκίων για τα μακροπρόθεσμα ομόλογα.
Συνολικά, σε χρηματιστηριακό επίπεδο, οι εξελίξεις αυτές αυξάνουν το κόστος για εταιρείες που έχουν μακροπρόθεσμα χρέη και ενδέχεται να οδηγήσουν σε νευρικότητα εταιρείες που επηρεάζονται από τα μακροπρόθεσμα επιτόκια, όπως οι εταιρείες τεχνολογίας και οι τράπεζες. Λόγω του μεγάλου ρόλου των τεχνολογικών εταιρειών στις αγορές, η νευρικότητα στα χρηματιστήρια αναμένεται να αυξηθεί.
Κωνσταντίνος Βέργος
Καθηγητής Χρηματοοικονομικών
Πανεπιστήμιο Πόρτσμουθ, Μεγάλη Βρετανία





