Η παραμονή της Πρωτοχρονιάς δεν είναι μόνο το χρονικό ορόσημο ενός τέλους και μιας αρχής. Είναι, όπως υπογραμμίζει στο φετινό του μήνυμα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μια στιγμή συλλογικού αναστοχασμού: για όσα ζήσαμε, για όσα αντέξαμε, αλλά και για όσα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε μπροστά μας. Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα και αστάθεια, το πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του πρωθυπουργού επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη γιορτή, την ευγνωμοσύνη και τη σαφή πολιτική στόχευση για το 2026 και πέραν αυτού.
Η Πρωτοχρονιά ως στιγμή συλλογικής συνείδησης
Στην αφετηρία του μηνύματός του, ο πρωθυπουργός στέκεται στον ανθρώπινο χαρακτήρα της Πρωτοχρονιάς. Μιλά για τις στιγμές με αγαπημένα πρόσωπα, για τις ευχές και την ανάγκη να μετατραπούν οι εμπειρίες του χρόνου που φεύγει σε θετικό οδηγό για το μέλλον. Ταυτόχρονα, όμως, υπενθυμίζει ότι η αλλαγή του χρόνου δεν βιώνεται με τον ίδιο τρόπο από όλους.
Γιατροί και νοσηλευτές στα νοσοκομεία, ναυτικοί που ταξιδεύουν, εργαζόμενοι στην εστίαση, αστυνομικοί στους ελέγχους αλκοτέστ, στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων στα σύνορα: «κάποιοι ξαγρυπνούν για να μπορούμε όλοι εμείς να κοιμόμαστε ήσυχοι». Η επισήμανση αυτή αποκτά, όπως τονίζει, ιδιαίτερη βαρύτητα σε «ταραγμένους καιρούς», όπου η ασφάλεια, η σταθερότητα και η κοινωνική συνοχή δοκιμάζονται.
Ένας κόσμος σε αστάθεια, μια Ελλάδα σε αναζήτηση ισορροπίας
Το 2025, σύμφωνα με την αποτίμηση του πρωθυπουργού, παραδίδει έναν κόσμο σε βαθιά γεωπολιτική και οικονομική αβεβαιότητα. Πόλεμοι, ενεργειακές ανακατατάξεις, διεθνείς ανταγωνισμοί και εύθραυστες αγορές συνθέτουν ένα περιβάλλον που δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Και το 2026, όπως προειδοποιεί, ανατέλλει με «πολλαπλές προκλήσεις».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επαναφέρει ένα βασικό πολιτικό αφήγημα της τελευταίας εξαετίας: την προσαρμοστικότητα ως εθνική αναγκαιότητα. Οι κρίσεις των προηγούμενων ετών – υγειονομικές, οικονομικές, γεωπολιτικές – λειτούργησαν, κατά την κυβερνητική οπτική, ως επιταχυντές αλλαγών, αλλά και ως τεστ αντοχής για το κράτος και την κοινωνία.
Απολογισμός 2025: Μεταρρυθμίσεις, άμυνα, οικονομία
Στα «ορόσημα» του 2025, ο πρωθυπουργός ξεχωρίζει τη φορολογική μεταρρύθμιση, με έμφαση στη στήριξη της μεσαίας τάξης και των νέων. Τη συνδέει άμεσα με την αύξηση των καθαρών αποδοχών, παρουσιάζοντάς την ως ανάχωμα στο αυξημένο κόστος ζωής.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον τομέα της υγείας, με την ανακαίνιση νοσοκομείων και κέντρων υγείας, καθώς και στην παιδεία, όπου ο «εκσυγχρονισμός» παραμένει βασικός κυβερνητικός στόχος. Παράλληλα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογραμμίζει τη γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας: την ανάδειξη της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο, την αξιοποίηση υποθαλάσσιων πόρων και τις διεθνείς συνεργασίες «μεγάλης εθνικής, οικονομικής και γεωστρατηγικής σημασίας».
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ενίσχυση της άμυνας, με την άφιξη στη Σαλαμίνα της πρώτης ελληνικής φρεγάτας Belharra, του «Κίμωνα», καθώς και η ευρωπαϊκή παρουσία της χώρας, με τον Έλληνα υπουργό Οικονομικών να προεδρεύει στο Eurogroup.
Οι παθογένειες που επιμένουν και τα όρια της σύγκρουσης
Ωστόσο, το μήνυμα δεν περιορίζεται σε έναν απολογισμό επιτυχιών. Ο πρωθυπουργός αναγνωρίζει ότι «έχουμε ακόμη πολλές παθογένειες να νικήσουμε», εστιάζοντας ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα. Η ανάγκη για αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής, «σε σωστές βάσεις», με διάλογο αλλά και τολμηρές τομές, τίθεται ως κεντρικό ζητούμενο.
Στο σημείο αυτό, η αναφορά στα αγροτικά μπλόκα αποκτά πολιτικό βάρος. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθαρίζει ότι οι αλλαγές δεν μπορούν να γίνονται «με μπλόκα κατά της κοινωνίας», ειδικά όταν – όπως σημειώνει – η Πολιτεία έχει ανταποκριθεί στα περισσότερα αιτήματα. Το μήνυμα είναι σαφές: η σύγκρουση έχει όρια και η συνεννόηση προβάλλεται ως προϋπόθεση για τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που έρχονται.
Συνταγματική Αναθεώρηση και πολιτικές δοκιμασίες
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αναφορά στη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης που εκκινεί το 2026. Ο πρωθυπουργός μιλά για μια «φιλόδοξη» διαδικασία, η οποία προϋποθέτει ευρύτερες συναινέσεις και θα λειτουργήσει ως πεδίο δοκιμής για την ωριμότητα, τη συνέπεια και την επάρκεια των πολιτικών δυνάμεων.
Στο πολιτικό υπονοούμενο του μηνύματος, διακρίνεται η σαφής αντιπαράθεση ανάμεσα στη «συνεννόηση» και τη «δημαγωγία», ανάμεσα σε εκείνους που «πρώτα σκέφτονται και μετά μιλούν» και σε όσους «απλώς φωνασκούν». Πρόκειται για μια γραμμή που η κυβέρνηση προτίθεται να ακολουθήσει και το επόμενο έτος, σύμφωνα με τον ίδιο.
Από το 2026 στο 2030: Ο ορίζοντας του νεοελληνικού κράτους
Στο καταληκτικό μέρος του μηνύματος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να ανοίξει τον χρονικό ορίζοντα πέρα από τη συγκυρία. Καλεί τους πολίτες να υποδεχτούν το νέο έτος «με αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία», υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα είναι σήμερα «πιο έμπειρη και πιο δυνατή από ποτέ».
Ο ορίζοντας του 2030 αποκτά συμβολικό χαρακτήρα, καθώς συμπίπτει με τα 200 χρόνια από την επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Ένα ορόσημο που, σύμφωνα με το μήνυμα, συνδέεται με τη φιλοδοξία να εξαλειφθούν οριστικά οι παθογένειες που εξακολουθούν να το ταλανίζουν.
Ένα μήνυμα ανάμεσα στην ευχή και τη στρατηγική
Το πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του πρωθυπουργού κινείται, τελικά, σε δύο παράλληλα επίπεδα: από τη μία, την ανθρώπινη διάσταση της ευχής για υγεία, ευτυχία και ευημερία· από την άλλη, τη σαφή πολιτική στρατηγική για σταθερότητα, μεταρρυθμίσεις και αποφυγή «επικίνδυνων πειραματισμών».
Σε μια εποχή όπου οι βεβαιότητες λιγοστεύουν και οι προκλήσεις πολλαπλασιάζονται, το μήνυμα φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως πυξίδα. Το αν θα αποδειχθεί και κοινός τόπος για την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, μένει να φανεί στον χρόνο που μόλις ξεκινά.