Ίσως την πιό εύστοχη (και ουσιαστική) δήλωση σχετικά με την ιδρυτική ανακοίνωση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα -και μάλιστα “εν θερμώ”, την ώρα που εξελισσόταν η εκδήλωση στο Θησείο- την έκανε ο αναπληρωτής υπουργός Κώστας Κυρανάκης (Επόμενη Μέρα- Action24): “Επιτέλους, επιστρέφει η πολιτική αντιπαράθεση”…
Αν και είναι πιθανόν να υποκρύπτει την επιδίωξη αντιπαράθεσης με έναν πολιτικό που το κόμμα του νίκησε δύο φορές σε εκλογές, ο Κυρανάκης περιέγραψε τη νέα συνθήκη που αφορά και τη Ν.Δ και τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους:
Πρώτον, το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιουνίου του 2023 δημιούργησε μία ιδιότυπη πολιτική “τερατογέννεση”. Μία παντοδύναμη κυβέρνηση και μία κατακερματισμένη αντιπολίτευση. Ακόμα και για τους πλέον ευλαβείς της “πολιτικής ηθικής” η συνθήκη αυτή δεν μπορούσε παρά να παραγάγει εφησυχασμό και αλαζονεία στην κυβέρνηση. Όπερ και εγένετο. Από την άλλη προκάλεσε πολιτικό σύστημα του 1 1/2 κόμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την παραίτηση Τσίπρα, βυθίστηκε στην εσωστρέφεια και στο (προσφιλές στην αριστερά) “σπορ των διασπάσεων” που σε συνδυασμό με τον “τυφώνα Κασσελάκη” διέσυρε κυριολεκτικά το κόμμα που κυβέρνησε από το 2015 έως το 2019. Οι οιωνοί είχαν φανεί ήδη μετά το 2019 με την νωθρή, εσωστρεφή και ανερμάτιστη αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ.
Στο κενό που άφησε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατόρθωσε ποτέ να παρεισφρύσει το ΠΑΣΟΚ παρά το dna κόμματος εξουσίας που ιστορικά διαθέτει.
Δεύτερον, εάν το ΠΑΣΟΚ κατόρθωνε να αξιοποιήσει την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ και να πατήσει στον βατήρα του σχεδόν 20% των μετρήσεων μετά την επανεκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη, ίσως το Θησείο και το ΕΛ.Α.Σ να μην υπήρχαν.
Η επιστροφή Τσίπρα αποτελεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της αδυναμίας του ΠΑΣΟΚ που δεν αξιοποίησε όσο έπρεπε την ιδανική και δανεική συνθήκη της ανάδειξής του σε κόμμα αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κύλησε στην δική του εσωστρέφεια, την αμηχανία και την απορία σχετικά με το αν προτίθεται ή όχι να συνεργαστεί με τη Ν.Δ. Ακόμα και μετά την σχετική απόφαση του συνεδρίου δεν έχει πείσει, στην περίπτωση δε του “παρών” στην τρίτη θητεία Στουρνάρα και το “όχι” σε συνεννόηση για την Συνταγματική αναθεώρηση ακόμα και επί των δικών του προτάσεων, αποκαλύφθηκε εντονότερα η αμφισημία του.
Ο Τσίπρας, όσο κι αν κάποιοι στον ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλουν να το αντιληφθούν, αποτελεί ίσως την τελευταία λύση να αναζωογονηθεί ένας χώρος που οδηγούνταν στην τελική απαξίωση, πιθανότατα και στην απώλεια της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης στις επόμενες εκλογές. Το γεγονός ότι ο πρώην πρωθυπουργός καθιστά σαφές πώς δεν επιθυμεί καμία οργανική σχέση με το κόμμα που ο ίδιος έκανε κυβέρνηση δεν εκκινεί μόνο από πολιτικούς και προσωπικούς λόγους (οι τελευταίοι για συγκεκριμένα πρόσωπα). Αποτελεί όρο επιβίωσης για το νέο εγχείρημα.
Το ερώτημα είναι εάν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θα κατανοήσουν πώς πάνω από τα οφίκια και τις προσωπικές φιλοδοξίες ορισμένων μεγαλύτερη αξία έχει η διάσωση της κεντροαριστεράς.
Το ΠΑΣΟΚ από την άλλη οφείλει να αντιληφθεί πώς δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει τη Ν.Δ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη όσο είχε ανοιχτό ολόκληρο το γήπεδο της κεντροαριστεράς, τώρα έχει αντίπαλο με σοβαρές πιθανότητες να το υπερκεράσει και να σταθεί εκείνος απέναντι στον πρωθυπουργό. Το δίλημμα που κρύβεται στις δύο “φύσεις” του θα επανέλθει εάν στις εκλογές επιβεβαιωθεί η σημερινή τάση στις μετρήσεις.
Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκει στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα έναν χαρισματικό αντίπαλο με βαρύ και πληγωμένο παρελθόν. Θεωρητικά έχει λόγους να χαίρεται γιατί ένα νέο αντι-Τσίπρας (αντί για το αντι-ΣΥΡΙΖΑ) μέτωπο μπορεί να συσπειρώσει την εκλογική του βάση, ιδιαίτερα στην περίπτωση που ο Αντώνης Σαμαράς αποφασίσει να ιδρύσει το δικό του κόμμα στα δεξιά.
Όμως, δεν πρέπει να υποτιμά κανείς τον κοινωνικό “βρασμό” που ίσως παραγάγει μία νέα πολυδιάσπαση σε κόμματα μεταξύ της διαμαρτυρίας και του αντισυστημισμού.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Χάρι Μακμίλαν φέρεται να ρωτήθηκε κάποτε τι είναι αυτό που μπορεί να ανατρέψει τα σχέδια μιας κυβέρνησης: “Τα γεγονότα, φίλε μου, τα γεγονότα”, είχε πει (Events, dear boy, events).
Στα “γεγονότα”, λοιπόν, θα κριθεί η επόμενη εκλογική μάχη μετά την οκταετία Μητσοτάκη. Και ως προς αυτά πρέπει να υπάρξουν απαντήσεις από την κυβέρνηση, τον Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ, την ώρα που τα άλλα κόμματα θα ποντάρουν στον κοινωνικό θυμό.






