Πώς η σύγκρουση εξελίσσεται σε πολιτική παγίδα για τον Λευκό Οίκο
Ο Ντόναλντ Τραμπ οικοδόμησε επί χρόνια την πολιτική του ταυτότητα πάνω στην κριτική προς τους «αιώνιους πολέμους» των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή, υποσχόμενος ότι η δική του προεδρία δεν θα επαναλάμβανε τα λάθη του παρελθόντος. Σήμερα όμως βρίσκεται αντιμέτωπος με μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, καθώς η στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ιράν εξελίσσεται σε σύνθετη πολιτική και στρατηγική κρίση, με αυξανόμενο κόστος στο εσωτερικό των ΗΠΑ και περιορισμένες επιλογές εξόδου.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν ενίσχυση της κοινωνικής κόπωσης απέναντι στη σύγκρουση, ενώ η εμπιστοσύνη προς τον Αμερικανό πρόεδρο εμφανίζεται μειωμένη σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής της θητείας του.
Η στρατηγική της γρήγορης νίκης δεν επιβεβαιώθηκε
Η αμερικανική στρατηγική βασίστηκε στην εκτίμηση ότι η στρατιωτική υπεροχή, οι αεροπορικές επιδρομές, οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς και τα προηγμένα τεχνολογικά συστήματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν γρήγορα την Τεχεράνη σε υποχώρηση.
Ωστόσο, παρά τις εκτεταμένες επιθέσεις σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, υποδομές και κέντρα διοίκησης, το πολιτικό αποτέλεσμα παραμένει αμφίβολο.
Το ιρανικό καθεστώς διατήρησε τη συνοχή του, ενίσχυσε την εσωτερική συσπείρωση και δεν εμφανίζεται διατεθειμένο να προχωρήσει σε άνευ όρων υποχωρήσεις.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η Ουάσιγκτον υπολόγισε πως η πίεση ισχύος θα ήταν αρκετή για να επιβάλει πολιτική λύση. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο σύνθετη, καθώς η Τεχεράνη αντιμετωπίζει τη σύγκρουση ως ζήτημα επιβίωσης, αποκτώντας μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από αυτή που είχαν προβλέψει οι αμερικανικοί σχεδιασμοί.
Τα Στενά του Ορμούζ και το νέο πεδίο πίεσης
Η σύγκρουση δημιούργησε παράλληλα νέες οικονομικές παραμέτρους.
Το Ιράν απέκτησε αυξημένη δυνατότητα πίεσης μέσω της απειλής διατάραξης της διεθνούς αγοράς ενέργειας από τα Στενά του Ορμούζ, εντείνοντας τις ανησυχίες για την παγκόσμια οικονομία και για πιθανές πληθωριστικές πιέσεις.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα στρατηγικό παράδοξο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όσο αυξάνεται η στρατιωτική πίεση προς την Τεχεράνη, τόσο αυξάνεται και το οικονομικό κόστος για τις δυτικές οικονομίες.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν κόπωση της αμερικανικής κοινωνίας
Τα στοιχεία των τελευταίων ερευνών κοινής γνώμης καταγράφουν σταθερή επιδείνωση της κοινωνικής αποδοχής της σύγκρουσης.
Δημοσκόπηση του Fox News κατέγραψε ότι το 61% των ψηφοφόρων επιθυμεί περιορισμένη χρονικά στρατιωτική εμπλοκή, ενώ το 39% τάσσεται υπέρ της συνέχισης των επιχειρήσεων έως την πλήρη επίτευξη των αμερικανικών στόχων.
Έρευνα των New York Times και Siena College έδειξε ότι το 52% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων θεωρεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να τερματίσουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ακόμη και χωρίς συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Παράλληλα, μόλις το 37% στηρίζει συνέχιση ή επανεκκίνηση των επιχειρήσεων εφόσον αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις.
Η εμπιστοσύνη προς τον Τραμπ υποχωρεί
Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα ευρήματα που αφορούν προσωπικά τον Αμερικανό πρόεδρο.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του CNN, μόλις το 20% των Αμερικανών δηλώνει ότι έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στις αποφάσεις του Ντόναλντ Τραμπ για το Ιράν. Αντίθετα, το 59% δηλώνει περιορισμένη ή μηδενική εμπιστοσύνη.
Παράλληλα, έρευνες δείχνουν έντονο σκεπτικισμό για την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής των ΗΠΑ.
Μόλις το 22% θεωρεί ότι η σύγκρουση μπορεί να εξαλείψει αποτελεσματικά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, ενώ περίπου οι μισοί εκτιμούν ότι ο βασικός στρατηγικός στόχος δεν θα επιτευχθεί.
Έρευνα των Washington Post και ABC News κατέγραψε επίσης ότι το 65% των πολιτών δεν εμφανίζεται βέβαιο πως μια συμφωνία θα αποτρέψει μελλοντικά την απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν.
Οι διαπραγματεύσεις προκαλούν πιέσεις και στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών
Οι προσπάθειες αναζήτησης διπλωματικής λύσης προκαλούν παράλληλα εσωκομματικές αντιδράσεις.
Τμήμα των πιο σκληρών Ρεπουμπλικανών εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι σε ενδεχόμενη συμφωνία, εκτιμώντας ότι μια συμβιβαστική λύση μπορεί να επιτρέψει στο Ιράν να εξέλθει από τη σύγκρουση ισχυρότερο.
Το πολιτικό δίλημμα για τον Λευκό Οίκο γίνεται όλο και πιο σύνθετο.
Μια συμβιβαστική συμφωνία ενδέχεται να εκληφθεί ως υποχώρηση από τους αρχικούς στόχους. Μια παρατεταμένη στρατιωτική εμπλοκή όμως ενέχει τον κίνδυνο βαθύτερης πολιτικής φθοράς.
Ο Τραμπ αντιμέτωπος με τις ίδιες του τις δεσμεύσεις
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής και πολιτικής του διαδρομής, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε θέσει ιδιαίτερα υψηλούς στόχους για το Ιράν.
Είχε μιλήσει για πλήρη εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος και για τερματισμό της χρηματοδότησης οργανώσεων όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.
Σήμερα όμως οι συζητήσεις κινούνται προς πιο περιορισμένες και σύνθετες λύσεις.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί μια στρατηγική παγίδα. Η αποκλιμάκωση μπορεί να εμφανιστεί ως πολιτικός συμβιβασμός. Η συνέχιση της σύγκρουσης μπορεί να εντείνει τη φθορά σε μια περίοδο κατά την οποία μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας εμφανίζεται κουρασμένο από τη σύγκρουση και δύσπιστο απέναντι στις προοπτικές επιτυχίας.





