ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
Το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο ενεργειακής πολιτικής σε σύμβολο στρατηγικής αποφασιστικότητας. Αυτό όμως αντιστρέφει τη σχέση μέσου και σκοπού. Ο στρατηγικός στόχος είναι η αξιόπιστη ηλεκτρική διασύνδεση της Κύπρου με την Ευρώπη. Το συγκεκριμένο έργο, ο Great Sea Interconnector (GSI), είναι το μέσο για να επιτευχθεί.
Γι’ αυτό και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι, αν η διασύνδεση είναι χρήσιμη. Είναι αν, ο σημερινός σχεδιασμός μπορεί να την προσφέρει με βιώσιμο κόστος και διαχειρίσιμο ρίσκο.
Οι τεχνικές απαιτήσεις είναι μεγάλες, το κόστος παραμένει υπό συζήτηση, το χρονοδιάγραμμα έχει μετακινηθεί και η γεωπολιτική αβεβαιότητα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως εξωτερικός παράγοντας. Επηρεάζει την ίδια την υλοποίηση του έργου.
Η Τουρκία: ούτε “βέτο”, ούτε αμελητέα παράμετρος
Το γεωπολιτικό πρόβλημα δεν εμφανίστηκε τώρα. Συνδέεται με την εκκρεμή οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών Ελλάδας και Τουρκίας και αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περιοχή νότια και νοτιοανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου.
Με έναν ευρύτερο τρόπο, πληρώνουμε το κόστος της έλλειψης πολιτικής βούλησης για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών – είτε μέσω απευθείας διαπραγμάτευσης είτε, όπου αυτό είναι δυνατό, μέσω προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ιδίως η εκκρεμότητα της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι πλέον μόνο διπλωματικό πρόβλημα. Μπορεί να μετατρέπεται σε κόστος για συγκεκριμένες υποδομές.
Γι’ αυτό, η γεωπολιτική παράμετρος δεν είναι επιτρεπτό να έχειαντιμετωπιστεί, ως κάτι που θα λυθεί «στην πορεία». Έπρεπε εξαρχής να αποτελεί στοιχείο του σχεδιασμού.
Χρειάζεται, εδώ, μια κρίσιμη διάκριση. Οι έρευνες για την όδευση του καλωδίου θα πραγματοποιηθούν πέρα από τα χωρικά ύδατα, δηλαδή σε περιοχή που – στην καθημερινή γλώσσα – αποκαλείται «διεθνή ύδατα». Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι ο βυθός βρίσκεται εκτός κάθε δικαιώματος ή δικαιοδοσίας. Η υφαλοκρηπίδα αφορά ακριβώς τον βυθό και το υπέδαφος, πέρα από την αιγιαλίτιδα ζώνη (που αποκαλείται και χωρικά ύδατα).
Στην θαλάσσιαπεριοχή ανοιχτά της Κάσου συναντώνται διαφορετικές και αλληλοεπικαλυπτόμενες αντιλήψεις για τα δικαιώματα στον βυθό, που συνδέονται αφενός, από την ελληνική πλευρά με υφαλοκρηπίδα ελληνικών δικαιωμάτων και τη μερική οριοθέτηση Ελλάδας-Αιγύπτου και, αφετέρου, από την τουρκική πλευρά με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η Αθήνα δεν αναγνωρίζει νομική ισχύ του τελευταίου έναντι της Ελλάδας, ενώ η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας παραμένει εκκρεμής.
Το ότι η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει το τουρκολιβυκό μνημόνιο, όμως, δεν σημαίνει ότι αυτό παύει να αποτελεί πολιτική και γεωπολιτική πραγματικότητα. Αυτό είναι, μεταξύ άλλων, το κόστος της μη επίλυσης των διμερών διαφορών. Η Τουρκία θεωρεί, ότι το μνημόνιο αποτυπώνει δικά της δικαιώματα και θα επιδιώξει να μην παραμείνει αυτή η θέση μόνο στα χαρτιά, αλλά να την υποστηρίξει και στην πράξη, όπου θεωρεί ότι διακυβεύονται τα συμφέροντά της.
Από αυτή την άποψη, γίνεται κατανοητή και η τουρκική καχυποψία απέναντι στο καλώδιο. Η Άγκυρα μπορεί να θεωρεί ότι η κατασκευή και, κυρίως, οι απαιτούμενες έρευνες και εργασίες στην επίμαχη περιοχή θα αποτελέσουν έμπρακτη αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας, που η ίδια θεωρεί ότι διαθέτει στην υφαλοκρηπίδα. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσει κανείς αυτή την τουρκική αντίληψη, για να αναγνωρίσει ότι αποτελεί μέρος της πραγματικής γεωπολιτικής εξίσωσης.
Επομένως, το ζήτημα των ερευνών δεν είναι ζήτημα εθνικής κυριαρχίας επί της θάλασσας. Αφορά τα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης, που Ελλάδα και Τουρκία υποστηρίζουν ότι διαθέτουν στον βυθό και στο υπέδαφος, σε μια περιοχή διεθνών υδάτων, όπου η μεταξύ τους οριοθέτηση δεν έχει ολοκληρωθεί.
Οι έρευνες αυτές πρέπει να προηγούνται της πόντισης του καλωδίου και είναι αναγκαία προϋπόθεση γι’ αυτήν. Εκεί βρίσκεται σήμερα το πρακτικό πρόβλημα.
Η Τουρκία δεν λέει ότι το έργο δεν πρέπει να γίνει. Ζητά προηγούμενη ενημέρωση και, στη δική της αντίληψη, συντονισμό για τις δραστηριότητες στις περιοχές, που θεωρεί ότι εμπίπτουν στην υφαλοκρηπίδα της. Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, υποστηρίζει ότι δεν απαιτείται τουρκική άδεια για ένα έργο υποδομής, που προχωρά σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο.
Η Τουρκία μπορεί να ενημερωθεί για το πότε, πού και με ποιον τρόπο θα πραγματοποιηθούν οι έρευνες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Ελλάδα αποδέχεται τις τουρκικές απόψεις. Αντίστοιχα, η τουρκική πλευρά μπορεί να λάβει την ενημέρωση, χωρίς η ελληνική πλευρά να εγκαταλείπει τις δικές της νομικές θέσεις. Οι δύο πλευρές μπορούν να διατηρήσουν τις θέσεις τους για την υφαλοκρηπίδα και να τις επαναφέρουν, όταν έρθει η ώρα της ουσιαστικής οριοθέτησης.
Η διαφορά μεταξύ ενημέρωσης και άδειας είναι, επομένως, ουσιαστική. Το ζητούμενο είναι να διαμορφωθεί μια διαδικασία που θα είναι αρκετά σαφής, ώστε να αποφευχθεί μια νέα ένταση στη θάλασσα, αλλά και αρκετά προσεκτική, ώστε καμία πλευρά να μη θεωρήσει ότι εγκαταλείπει τις επίσημες θέσεις της.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο είναι να βρεθεί ένας τρόπος ενημέρωσης και πρακτικού συντονισμού, που θα επιτρέπει στο έργο να προχωρήσει, ενώ Ελλάδα και Τουρκία θα διατηρούν αμετάβλητες τις θέσεις τους, μέχρι την οριστική συμφωνία για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών.
Και εδώ χρειάζεται να αποφευχθεί μια ακόμη παρανόηση. Η είσοδος της γαλλικής εταιρίαςMeridiam στο έργο δεν μετατρέπει το GSI σε ελληνοτουρκική αντιπαράθεση με γαλλική στρατιωτική πλάτη. Η Meridiam είναι επενδυτής, όχι στρατιωτικός παράγοντας. Δεν χρειάζεται, ούτε πρέπει, να φτάσουμε σε σημείο στρατιωτικής αναμέτρησης, για την πραγματοποίηση ερευνών σε διεθνή ύδατα. Η παρουσία ενός γαλλικού επενδυτικού ομίλου δεν σημαίνει, ότι η Γαλλία θα στείλει φρεγάτες για να αντιμετωπίσει την Τουρκία. Και ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι η Άγκυρα θα εγκαταλείψει τις θέσεις της, επειδή στο έργο συμμετέχει ένας γαλλικός επενδυτής.
Αντίθετα, η συμμετοχή της Meridiam πρέπει να ιδωθεί πρωτίστως, ως στοιχείο της επενδυτικής και χρηματοδοτικής δομής του έργου. Η γεωπολιτική διαφορά Ελλάδας-Τουρκίας παραμένει και δεν λύνεται με την είσοδο ενός επενδυτή.
Αν δεν υπάρξει συμφωνία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, η οποία θα έλυνε οριστικά το πρόβλημα, χρειάζεται μια πρακτική διευθέτηση για τις συγκεκριμένες εργασίες. Θα μπορούσε να περιλαμβάνει ενημέρωση των ενδιαφερόμενων κρατών από την εταιρεία που θα πραγματοποιήσει τις έρευνες, ενδεχομένως με τη συμμετοχή της επίσημηςγαλλικής πλευράς, καθώς και μια άτυπη ελληνοτουρκική συνεννόηση για τον τρόπο διεξαγωγής τους. Χωρίς αυτά, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προχωρήσει το έργο. Αν χρειαστεί, θα μπορούσε να εξεταστεί ακόμη και κάποια μορφή διεθνούς μεσολάβησης.
Ο στόχος δεν θα είναι να λυθεί μέσω του καλωδίου η διαφορά της υφαλοκρηπίδας. Θα είναι να αποφευχθεί μια νέα κρίση γύρω από το καλώδιο.
Απαιτούνται, επομένως, ψυχραιμία, σοβαρότητα και ευελιξία. Όχι υπερβολές, δραματοποιήσεις, μαξιμαλιστικές επιδιώξεις και μονομερείς προσεγγίσεις. Η διαχείριση μιας τόσο σύνθετης τεχνικής και γεωπολιτικής υπόθεσης χρειάζεται ρεαλισμό και διάθεση πρακτικών λύσεων, χωρίς να τίθενται σε αμφισβήτηση οι βασικές θέσεις της κάθε πλευράς.
Ένα τεχνικό εγχείρημα υψηλού ρίσκου
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη: το GSI είναι από μόνο του ένα εξαιρετικά δύσκολο τεχνικό έργο.
Η διαδρομή Κρήτης-Κύπρου φθάνει περίπου τα 900 χιλιόμετρα και το καλώδιο θα πρέπει να εγκατασταθεί σε βάθη έως και 3.000 μέτρα. Εφόσον ολοκληρωθεί, θα αποτελεί τη μακρύτερη υποθαλάσσια ηλεκτρική διασύνδεση στον κόσμο.
Αυτά δεν είναι απλώς εντυπωσιακά τεχνικά μεγέθη. Μεγαλύτερη απόσταση και μεγαλύτερα βάθη σημαίνουν μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και μεγαλύτερη έκθεση σε καθυστερήσεις.
Και στα μεγάλα έργα υποδομής ο χρόνος έχει κόστος.
Ήδη η Nexans, άλλη γαλλική εταιρεία που έχει αναλάβει την κατασκευή του καλωδίου, έχει ανακοινώσει αναπρογραμματισμό των δραστηριοτήτων της, ο οποίος θα καθυστερήσει την ημερομηνία παράδοσης του έργου. Κάθε τέτοια μεταβολή μπορεί να αυξήσει το χρηματοδοτικό κόστος και να επηρεάσει το τελικό κόστος της επένδυσης.
Η οικονομική εξίσωση αλλάζει
Το επίσημο ύψος του προϋπολογισμού παραμένει στα 1,9 δισ. ευρώ, όμως από κυπριακής πλευράς έχει ήδη επισημανθεί ότι το τελικό κόστος ενδέχεται να είναι υψηλότερο. Πολλοί αναλυτές αναφέρουν ότι μέχρι τώρα έχει ήδη φτάσει στα 3 δισ. ευρώ.
Η είσοδος της γαλλικής εταιρείαςMeridiam, με ποσοστό 66%, και η παραμονή του ελληνικούΑΔΜΗΕ με 34% αλλάζουν ασφαλώς την επενδυτική δομή. Ενισχύουν την κεφαλαιακή βάση του έργου και αποτελούν ένδειξη επενδυτικής εμπιστοσύνης. Δεν αποτελούν, όμως, από μόνες τους απόδειξη ότι το συνολικό οικονομικό μοντέλο έχει οριστικά κλείσει.
Η κυπριακή πλευρά εξακολουθεί να αναμένει την επικαιροποιημένη δέουσα μελέτη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, πριν λάβει τις τελικές αποφάσεις για τη συμμετοχή της.
Η Meridiam μειώνει ένα μέρος του επενδυτικού ρίσκου.Δεν εξαφανίζει το ρίσκο του έργου.
Το ευρωπαϊκό ενδιαφέρονέχει βεβαίωςιδιαίτερη σημασία. Η διασύνδεση της Κύπρου με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο υπηρετεί έναν ευρύτερο στόχο ευρωπαϊκής ενεργειακής ολοκλήρωσης και η ευρωπαϊκή συμμετοχή στη χρηματοδότηση και στην αξιολόγηση του έργου προσθέτει βάρος στην προσπάθεια.
Αλλά ούτε εδώ πρέπει να δημιουργούνται λάθος προσδοκίες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αναμιγνύεται στις διμερείς ελληνοτουρκικές διαφορές, ούτε αναλαμβάνει να οριοθετήσει τις θαλάσσιες ζώνες των κρατών-μελών της. Η ευρωπαϊκή στήριξη μπορεί να ενισχύσει το έργο ως ευρωπαϊκή υποδομή, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση ή να λύσει το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας.
Αυτό έχει σημασία ιδιαίτερα για την Κύπρο, όπου το κόστος μιας ενδεχόμενης υπέρβασης δεν είναι αφηρημένο μέγεθος. Αφορά τελικά το κράτος, τους καταναλωτές και τη βιωσιμότητα της ίδιας της διασύνδεσης.
Ο γεωπολιτικός κίνδυνος έχει οικονομική τιμή
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ο γεωπολιτικός κίνδυνος μετατρέπεται γρήγορα σε οικονομικό κίνδυνο.
Μια καθυστέρηση λόγω ελληνοτουρκικής έντασης μπορεί να σημαίνει πρόσθετο κόστος, αλλαγή χρηματοδοτικών όρων, μεγαλύτερη κρατική συμμετοχή ή επιβάρυνση των καταναλωτών. Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος έχει τη νομικά ισχυρότερη θέση. Είναι και ποιος πληρώνει, αν το έργο καθυστερήσει, ακριβύνει ή δεν ολοκληρωθεί.
Η στρατηγική αξία μιας υποδομής δεν δικαιολογεί αυτομάτως οποιοδήποτε οικονομικό κόστος.
Νέες περιφερειακές παραδοχές
Υπάρχει, όμως, και μια ακόμη μεταβολή που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Το ενδιαφέρον του Ισραήλ για την συγκεκριμένη διασύνδεση προς την Κύπρο και την Ελλάδα έχει (επιεικώς) μειωθεί. Παράλληλα, η συζήτηση σχετικά μεδιαφορετικέςκαι εναλλακτικές διαδρομές για τη σύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου με ευρύτερα δίκτυα (όπως το IMEC), αλλάζει τις αρχικές γεωπολιτικές και οικονομικές παραδοχές.
Ηισραηλινή συμμετοχή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται, ως αυτονόητο στοιχείο της οικονομικής εξίσωσης ή ως δεδομένη προοπτική, που ενισχύει τη βιωσιμότητα του έργου.
Και αυτό έχει σημασία. Όσο μεταβάλλονται οι παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε ο αρχικός σχεδιασμός, τόσο λιγότερο πειστικό είναι να αντιμετωπίζεται ο ίδιος σχεδιασμός ως αμετάβλητος.Το GSI πρέπει να αξιολογηθεί με τα σημερινά δεδομένα – όχι με εκείνα που ίσχυαν όταν σχεδιάστηκε.
Η πρόταση: έλεγχος πριν από την επόμενη δέσμευση
Πριν από οποιαδήποτε νέα μη αναστρέψιμη σημαντική κεφαλαιακή δέσμευση, Ελλάδα, Κύπρος και επενδυτές θα έπρεπε να κάνουν έναν κοινό, ανεξάρτητο και επικαιροποιημένο «έλεγχο αντοχής του σημερινού σχεδιασμού».
Ο έλεγχος αυτός θα πρέπει να απαντήσει σε πέντε ερωτήματα:
Πρώτον, ποιο είναι το πραγματικό κόστος; Όχι μόνο ο αρχικός προϋπολογισμός των 1,9 δισ. ευρώ, αλλά και το κόστος πιθανών καθυστερήσεων, τεχνικών αλλαγών και πρόσθετων απαιτήσεων.
Δεύτερον, ποιο είναι το πραγματικό χρονοδιάγραμμα; Με βάση όχι μόνο το τεχνικό σκέλος, αλλά και διαφορετικά σενάρια γεωπολιτικής εξέλιξης (κυρίως την στάση της Τουρκίας).
Τρίτον, πώς κατανέμεται το ρίσκο;Μεταξύ Meridiam και άλλων επενδυτών, ΑΔΜΗΕ, Ελλάδας, Κύπρου, ευρωπαϊκής χρηματοδότησης και τελικά καταναλωτών.
Τέταρτον, ποιες είναι οι εναλλακτικές λύσεις;Τεχνικές, χρηματοδοτικές, χρονικές ή -ακόμη και- γιασυγκεκριμένα σημεία της σχεδιαζόμενηςδιαδρομής του καλωδίου.
Πέμπτον, ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την ασφαλή υλοποίηση στο γεωπολιτικό πεδίο;Εδώ πρέπει να συμπεριληφθεί και το ζήτημα των ερευνών του βυθού, που θα προηγηθούν της πόντισης του καλωδίου. Αν δεν υπάρξει οριστική συμφωνία για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας, πρέπει να υπάρξει τουλάχιστον μια πρακτική διαδικασία ενημέρωσης και συνεννόησης για τις συγκεκριμένες εργασίες. Όχι για να αναγνωριστεί τουρκικό δικαίωμα έγκρισης, αλλά για να καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση των ερευνών χωρίς νέα αντιπαράθεση.
Αν τα δεδομένα δείξουν ότι ο σημερινός σχεδιασμός αντέχει, το έργο πρέπει να προχωρήσει. Αν χρειάζονται διορθώσεις, πρέπει να γίνουν τώρα. Και αν απαιτείται ουσιαστικός επανασχεδιασμός, είναι προτιμότερο να γίνει πριν από νέες μεγάλες δεσμεύσεις, παρά αφού έχουν αυξηθεί ακόμη περισσότερο το κόστος και το ρίσκο.
Αυτό δεν είναι υπαναχώρηση. Είναι επενδυτική και πολιτική υπευθυνότητα.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος,
επικεφαλής του Προγράμματος “Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων” στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)






