Η επίθεση με drones στον πετρελαιαγωγό Ανατολής-Δύσης της Σαουδικής Αραβίας προσθέτει ένα νέο μέτωπο σε μια ήδη εύθραυστη ενεργειακή ισορροπία στη Μέση Ανατολή.
Η προέλευση των drones από το Ιράκ, η εμπλοκή που εξετάζει η Βαγδάτη και η παράλληλη ενίσχυση των Χούθι στην Υεμένη δημιουργούν ένα γεωγραφικό τόξο πίεσης γύρω από τις βασικές ενεργειακές και εμπορικές οδούς της περιοχής. Την ίδια ώρα, το πετρέλαιο περνά ξανά το όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, καθώς οι αγορές προεξοφλούν μεγαλύτερο κίνδυνο διαταραχών στην προσφορά.
Ο αγωγός που παρακάμπτει το Ορμούζ
Ο αγωγός Ανατολής-Δύσης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες υποδομές ενεργειακής ασφάλειας της Σαουδικής Αραβίας. Με μήκος περίπου 1.200 χιλιομέτρων, μεταφέρει αργό από τις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές στα ανατολικά προς τις εγκαταστάσεις και τα λιμάνια της χώρας στα δυτικά.
Η σημασία του είναι μεγαλύτερη από την ίδια τη λειτουργία του ως αγωγού. Δημιουργεί έναν εναλλακτικό δρόμο για το σαουδαραβικό πετρέλαιο, περιορίζοντας την εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ, από όπου περνά σημαντικό μέρος της παγκόσμιας θαλάσσιας διακίνησης πετρελαίου.
Γι’ αυτό και ένα πλήγμα στη συγκεκριμένη υποδομή έχει διαφορετικό βάρος από μια ακόμη επίθεση σε πετρελαϊκή εγκατάσταση. Αγγίζει απευθείας την προσπάθεια του Ριάντ να διαθέτει εναλλακτικές διαδρομές εξαγωγής σε περίπτωση που το Ορμούζ καταστεί επικίνδυνο ή περιοριστεί η ναυσιπλοΐα.
Η προσωρινή διακοπή λειτουργίας του αγωγού, ακόμη και αν αποδειχθεί σύντομη, λειτουργεί επομένως ως προειδοποίηση για το πόσο ευάλωτο παραμένει το ενεργειακό σύστημα της περιοχής.
Το Ιράκ στο επίκεντρο της νέας κρίσης
Η παραδοχή της Βαγδάτης ότι τα drones εκτοξεύθηκαν από την επαρχία Μαϊσάν, κοντά στα σύνορα με το Ιράν, αυξάνει την πολιτική πίεση στο Ιράκ. Ο πρωθυπουργός διέταξε έρευνα και απομάκρυνε τον στρατιωτικό διοικητή της περιοχής, επιχειρώντας να δείξει ότι η ιρακινή κυβέρνηση αντιμετωπίζει το ζήτημα ως παραβίαση της εθνικής της κυριαρχίας και ως απειλή για τις σχέσεις της με τη Σαουδική Αραβία.
Για το Ριάντ, όμως, το ζήτημα έχει μεγαλύτερο βάθος. Η Σαουδική Αραβία έχει κατηγορήσει και στο παρελθόν φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ για επιθέσεις εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεών της. Η νέα επίθεση επαναφέρει έτσι το ερώτημα κατά πόσο το ιρακινό έδαφος μπορεί να χρησιμοποιείται ως βάση για επιθέσεις εναντίον κρίσιμων υποδομών ενός γειτονικού κράτους.
Το γεγονός ότι η σαουδαραβική πλευρά επέλεξε, προς το παρόν, να μην προχωρήσει σε αντίποινα έχει ιδιαίτερη σημασία. Η επικοινωνία με τον Ιρακινό πρωθυπουργό και η στήριξη στις προσπάθειες της Βαγδάτης να αποτρέψει νέες επιθέσεις δείχνουν ότι το Ριάντ επιδιώκει να περιορίσει το συγκεκριμένο μέτωπο πριν εξελιχθεί σε ανοικτή αντιπαράθεση.
Η προειδοποίηση, ωστόσο, ότι διατηρεί το δικαίωμα να λάβει «όλα τα αναγκαία μέτρα» αφήνει ανοικτή την πόρτα για σκληρότερη αντίδραση σε περίπτωση επανάληψης των επιθέσεων.
Οι Χούθι ανοίγουν δεύτερο διάδρομο πίεσης
Την ίδια στιγμή, στη νότια πλευρά της Αραβικής Χερσονήσου, οι εξελίξεις στην Υεμένη δημιουργούν μια δεύτερη πηγή κινδύνου.
Η προέλαση των Χούθι και ο έλεγχος σημαντικών τμημάτων της ακτογραμμής της Ερυθράς Θάλασσας, μαζί με τη στρατηγική σημασία του Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ενισχύουν την πίεση σε μία από τις σημαντικότερες εμπορικές αρτηρίες μεταξύ Ασίας και Ευρώπης.
Η κατάληψη της Μόκα αποκτά ιδιαίτερο βάρος ακριβώς επειδή βρίσκεται κοντά σε αυτόν τον θαλάσσιο διάδρομο. Η πόλη δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία εδαφική κατάκτηση στον εμφύλιο της Υεμένης. Η θέση της επηρεάζει την ασφάλεια της ακτογραμμής και τη δυνατότητα ελέγχου μιας περιοχής που συνδέεται άμεσα με την Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ.
Οι κυβερνητικές δυνάμεις απάντησαν με επιθέσεις κατά θέσεων των Χούθι στη Μόκα και στις επαρχίες Ταΐζ και Ιμπ, γεγονός που δείχνει ότι η στρατιωτική αντιπαράθεση στην Υεμένη περνά σε νέα φάση.
Από το Ορμούζ έως το Μπαμπ ελ Μαντέμπ
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι κάθε εξέλιξη μεμονωμένα, αλλά η ταυτόχρονη πίεση σε διαφορετικά σημεία του ενεργειακού και εμπορικού χάρτη.
Στα ανατολικά, η ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών της Σαουδικής Αραβίας συνδέεται με το Ιράκ, το Ιράν και το Ορμούζ. Στα νότια, η Υεμένη και οι Χούθι επηρεάζουν την πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Αν προστεθούν οι ήδη υπάρχουσες εντάσεις στην περιοχή, δημιουργείται ένα περιβάλλον όπου μια νέα επίθεση μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις από το άμεσο στρατιωτικό της αποτέλεσμα.
Για τις αγορές πετρελαίου, το κρίσιμο μέγεθος είναι η διάρκεια. Μια σύντομη διακοπή σε έναν αγωγό μπορεί να απορροφηθεί. Μια αλυσίδα επιθέσεων που περιορίζει ταυτόχρονα παραγωγή, μεταφορά και εξαγωγές είναι πολύ διαφορετική υπόθεση.
Το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια
Η υπέρβαση των 100 δολαρίων το βαρέλι για πρώτη φορά από τον Ιούλιο αποτυπώνει ακριβώς αυτόν τον φόβο. Η αγορά δεν τιμολογεί μόνο τη σημερινή απώλεια προσφοράς. Τιμολογεί τον κίνδυνο μιας μεγαλύτερης διαταραχής.
Τα περιθώρια απορρόφησης νέων κραδασμών εμφανίζονται ήδη περιορισμένα. Εάν οι επιθέσεις συνεχιστούν και επηρεαστούν περισσότερες ενεργειακές υποδομές ή θαλάσσιες διαδρομές, η τιμή των 120 δολαρίων το βαρέλι δεν θα αποτελεί πλέον ακραίο σενάριο.
Το πρόβλημα για τις οικονομίες που εισάγουν ενέργεια είναι ότι η άνοδος του πετρελαίου μεταφέρεται γρήγορα σε μεταφορές, παραγωγή και κόστος αγαθών. Μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα μπορούσε επομένως να αναζωπυρώσει πληθωριστικές πιέσεις σε μια περίοδο κατά την οποία οι οικονομίες προσπαθούν να διατηρήσουν την ανάπτυξη χωρίς νέα άνοδο του κόστους.
Το πραγματικό στοίχημα για το Ριάντ
Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, πρέπει να προστατεύσει τις ενεργειακές υποδομές της και να δείξει ότι οι επιθέσεις δεν μπορούν να επαναλαμβάνονται χωρίς κόστος. Από την άλλη, μια στρατιωτική απάντηση στο Ιράκ θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο μέτωπο και να μετατρέψει μια επίθεση σε κρίση μεταξύ κρατών.
Η επιλογή της αυτοσυγκράτησης στην παρούσα φάση δείχνει ότι το Ριάντ αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Δεν σημαίνει όμως ότι το περιθώριο υπομονής είναι απεριόριστο.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι εάν η επίθεση στον αγωγό θα παραμείνει ένα μεμονωμένο περιστατικό ή θα αποτελέσει την αρχή μιας ευρύτερης εκστρατείας εναντίον ενεργειακών και εμπορικών υποδομών. Στη δεύτερη περίπτωση, η Μέση Ανατολή δεν θα έχει απλώς ακόμη μία εστία στρατιωτικής έντασης. Θα έχει ένα πρόβλημα άμεσης παγκόσμιας οικονομικής επίδρασης, με το πετρέλαιο, τις θαλάσσιες μεταφορές και το κόστος ενέργειας στο επίκεντρο.






