Η Τζόρτζια Μελόνι και η Μέτε Φρεντέρικσεν, οι δύο γυναίκες πρωθυπουργοί της ΕΕ, επιχειρούν να συγκροτήσουν κοινή πολιτική γραμμή στο μεταναστευτικό, ζητώντας αυστηρότερη αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης, δημιουργία κέντρων επαναπατρισμού εκτός Ευρώπης και μεγαλύτερη έμφαση στην προστασία της ευρωπαϊκής κοινωνικής και πολιτιστικής ταυτότητας.
Από τη Ρώμη και την Κοπεγχάγη ένα κοινό μήνυμα
Σε κοινή γραπτή δήλωσή τους, η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι και η Δανή ομόλογός της Μέτε Φρεντέρικσεν υιοθετούν ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα για το μεταναστευτικό, επιχειρώντας να μεταφέρουν τη συζήτηση από τη διαχείριση των προσφυγικών ροών στο ζήτημα της ασφάλειας και της κοινωνικής συνοχής.
Οι δύο πρωθυπουργοί υποστηρίζουν ότι κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τις αρνητικές συνέπειες της παράτυπης μετανάστευσης στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Συνδέουν, μάλιστα, την ανεξέλεγκτη μετανάστευση με αύξηση της εγκληματικότητας, μεγαλύτερη πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες και υποχώρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Η επιλογή των δύο ηγετών να δημοσιοποιήσουν από κοινού το μήνυμα έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η Μελόνι εκπροσωπεί τη δεξιά εθνικοσυντηρητική πτέρυγα της ευρωπαϊκής πολιτικής, ενώ η Φρεντέρικσεν, παρότι προέρχεται από τη σοσιαλδημοκρατία, έχει υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια μια από τις αυστηρότερες μεταναστευτικές πολιτικές μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών.
Το μεταναστευτικό γίνεται ξανά ζήτημα ασφάλειας
Η κοινή δήλωση αποτυπώνει μια ευρύτερη μετατόπιση στην ευρωπαϊκή πολιτική.
Για τις δύο πρωθυπουργούς, η αντιμετώπιση της μετανάστευσης δεν αφορά μόνο τη φύλαξη των εξωτερικών συνόρων ή την καταπολέμηση των διακινητών. Αφορά πλέον ευθέως το μοντέλο κοινωνίας που θέλει να διατηρήσει η Ευρώπη.
«Χρέος» των κυβερνήσεων, υποστηρίζουν, είναι να συνεχίσουν τις προσπάθειες με αποφασιστικότητα, προσφέροντας συγκεκριμένες απαντήσεις στους πολίτες, ιδιαίτερα στους πιο ευάλωτους, με στόχο μεγαλύτερη ασφάλεια και προστασία.
Η διατύπωση αυτή απευθύνεται και σε ένα κοινό που αισθάνεται ότι το μεταναστευτικό συνδέεται με την καθημερινότητα: την ασφάλεια, την πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες και την κοινωνική εμπιστοσύνη.
Κέντρα επαναπατρισμού εκτός Ευρώπης
Το πιο συγκεκριμένο στοιχείο της πρότασής τους αφορά τη δημιουργία κέντρων επαναπατρισμού σε τρίτες χώρες.
Μελόνι και Φρεντέρικσεν ζητούν από την Ευρώπη να εξετάσει «καινοτόμες λύσεις» εκτός ευρωπαϊκού εδάφους, επιδιώκοντας να καταστήσουν αποτελεσματικότερη την επιστροφή ανθρώπων που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής.
Πρόκειται για μια ιδέα που βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης, καθώς αρκετές κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους ώστε οι αποφάσεις επιστροφής να μην παραμένουν, στην πράξη, ανεφάρμοστες.
Το πολιτικό πρόβλημα είναι ότι η εφαρμογή τέτοιων σχεδίων προσκρούει σε σοβαρά νομικά και πρακτικά ζητήματα: από τις συνθήκες στις τρίτες χώρες μέχρι την τήρηση του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου και την προστασία των δικαιωμάτων των ανθρώπων που επιστρέφονται.
«Σεβασμός στις αξίες μας»
Το δεύτερο σκέλος της κοινής παρέμβασης είναι ακόμη πιο πολιτικό.
Οι δύο πρωθυπουργοί δηλώνουν υπερήφανες για την πολιτιστική και χριστιανική κληρονομιά της Ευρώπης και υποστηρίζουν ότι επιθυμούν να την προστατεύσουν.
Το μήνυμα που απευθύνουν στους μετανάστες είναι ότι όσοι επιλέγουν να κάνουν την Ευρώπη σπίτι τους οφείλουν να σέβονται τις αξίες των κοινωνιών υποδοχής και να μην επιχειρούν να επιβάλουν πρότυπα ζωής που οι ίδιες οι κοινωνίες δεν συμμερίζονται.
Εδώ η συζήτηση περνά από τη μεταναστευτική πολιτική στην πολιτική της ενσωμάτωσης. Και οι δύο πλευρές της εξίσωσης αποκτούν μεγαλύτερη σημασία: τι απαιτεί η Ευρώπη από όσους φτάνουν σε αυτήν, αλλά και τι είναι διατεθειμένη να προσφέρει σε όσους ζουν νόμιμα μέσα στις κοινωνίες της.
Η νέα ευρωπαϊκή γραμμή
Η συμμαχία Μελόνι – Φρεντέρικσεν είναι ενδεικτική μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής εξέλιξης: το μεταναστευτικό έχει πάψει να είναι αποκλειστικά υπόθεση της δεξιάς.
Η Δανή σοσιαλδημοκράτισσα πρωθυπουργός έχει εδώ και χρόνια επιλέξει μια πολιτική αυστηρών περιορισμών, ενώ η Μελόνι έχει κάνει τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών κεντρικό στοιχείο της πολιτικής της.
Η σύγκλιση των δύο δείχνει ότι η πίεση για αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική διαπερνά πλέον τα παραδοσιακά όρια Αριστεράς και Δεξιάς.
Το κρίσιμο ερώτημα για την Ευρώπη δεν είναι πλέον αν θα γίνει αυστηρότερη. Η κατεύθυνση αυτή έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται. Το πραγματικό ερώτημα είναι μέχρι πού θα φτάσει η αυστηροποίηση χωρίς να μετατραπεί η προστασία των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε υποχώρηση των ίδιων των κανόνων δικαίου που η Ευρώπη υποστηρίζει ότι υπερασπίζεται.






