Ο σεχταρισμός είναι η πολιτική λογική που μετατρέπει μια ιδεολογική διαφωνία σε ρήξη ταυτότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πολιτικοί αντίπαλοι δεν αντιμετωπίζονται ως διαφορετικές εκδοχές ενός κοινού χώρου, αλλά ως φορείς ασύμβατων «αληθειών». Η συνέπεια είναι ότι η πολιτική αντιπαράθεση δεν οργανώνεται γύρω από προγράμματα και στρατηγικές, αλλά γύρω από το ερώτημα του ποιος έχει το δικαίωμα να ανήκει σε έναν χώρο και ποιος έχει απομακρυνθεί από αυτόν.
Στην ελληνική Αριστερά, αυτή η λογική αποκτά σήμερα μια ιδιαίτερη ένταση μέσα από μια τριγωνική σχέση: τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Νέα Αριστερά και το υπό διαμόρφωση πολιτικό εγχείρημα που του Αλέξη Τσίπρα, την ΕΛ.Α.Σ.
Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο με ένα νέο κομματικό σχήμα λειτουργεί ως καταλύτης σε ένα ήδη κατακερματισμένο πεδίο. Δεν προσθέτει απλώς έναν ακόμη παίκτη. Αναδιατάσσει το ίδιο το ερώτημα της εκπροσώπησης: ποιος εκφράζει σήμερα την Αριστερά, με ποια κοινωνική αναφορά και με ποια στρατηγική κατεύθυνση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις διαδοχικές εκλογικές ήττες και την αλλαγή ηγεσίας, επιχείρησε και κατάφερε να σταθεροποιηθεί ως αξιωματική αντιπολίτευση με νέα οργανωτική και πολιτική ταυτότητα για να χάσει αυτή τη θέση μετά τη διάσπασή του. Η Νέα Αριστερά, που προέκυψε από αποχώρηση στελεχών του, συγκρότησε μια διαφορετική εκδοχή του ίδιου ιστορικού χώρου, με έμφαση στην ιδεολογική καθαρότητα και σε μια πιο κριτική απόσταση από τις επιλογές της προηγούμενης περιόδου. Το νέο εγχείρημα που συνδέεται με τον Τσίπρα έρχεται να παρεμβληθεί ανάμεσά τους, όχι ως απλή συνέχεια, αλλά ως διεκδίκηση επανασυγκόλλησης ενός ακροατηρίου που έχει διασπαστεί. Πράγμα που όπως δείχνουν οι πρώτες δημοσκοπήσεις δείχνει να το καταφέρνει.
Σε αυτό το τρίγωνο, ο σεχταρισμός εμφανίζεται όχι μόνο ως σύγκρουση, αλλά ως τρόπος ορισμού της ταυτότητας. Ο κάθε πόλος τείνει να συγκροτείται μέσα από την απόστασή του από τους άλλους δύο. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο θεσμικά σταθερός εκφραστής της προοδευτικής αντιπολίτευσης. Η Νέα Αριστερά ως η πιο συνεπής ιδεολογική συνέχεια μιας ριζοσπαστικής Αριστεράς που δεν συμβιβάστηκε. Το εγχείρημα Τσίπρα ως μια προσπάθεια επανασύνθεσης και επανανομιμοποίησης του ευρύτερου χώρου, με νέα πολιτική αρχιτεκτονική.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ύπαρξη διαφορετικών στρατηγικών. Βρίσκεται στη διαρκή μετατόπιση της σύγκρουσης από το επίπεδο της πολιτικής πρότασης στο επίπεδο της «γνησιότητας». Κάθε πόλος δεν διεκδικεί μόνο ψήφους. Διεκδικεί την ερμηνεία του τι σημαίνει σήμερα Αριστερά. Και σε αυτή τη διαδικασία, οι άλλοι δύο συχνά αντιμετωπίζονται ως εκδοχές εκτροπής ή ανεπαρκούς εκπροσώπησης.
Η λογική αυτή παράγει έναν ιδιότυπο φαύλο κύκλο. Όσο εντείνεται η ανάγκη διαφοροποίησης, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η πολιτική σύγκλιση. Και όσο απομακρύνεται η σύγκλιση, τόσο περισσότερο ενισχύεται η ρητορική της αποκλειστικότητας. Έτσι, το πεδίο δεν λειτουργεί ως χώρος σύνθεσης, αλλά ως πεδίο συνεχούς ανακαθορισμού ορίων.
Η παρουσία του εγχειρήματος Τσίπρα εντείνει αυτό το φαινόμενο, καθώς επαναφέρει στο κέντρο του πολιτικού συστήματος μια προσωπική και ιστορική αναφορά που παραμένει ισχυρή στο εκλογικό σώμα της Αριστεράς. Αυτό αναγκάζει τόσο τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και τη Νέα Αριστερά να επανατοποθετηθούν όχι μόνο απέναντι σε ένα νέο κόμμα, αλλά απέναντι σε μια πολιτική μνήμη που εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς και διαφωνίας. Τη ίδια στιγμή που φαίνεται να συρρικνώνονται δημοσκοπικά.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πεδίο όπου η πολιτική αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο το μέλλον, αλλά και την ερμηνεία του παρελθόντος. Ποιος διαχειρίστηκε σωστά την κυβερνητική εμπειρία. Ποιος κράτησε την ιδεολογική συνέπεια. Ποιος ενσάρκωσε τη στρατηγική προσαρμογή. Αυτά τα ερωτήματα δεν απαντώνται απλώς πολιτικά. Μετατρέπονται σε εργαλεία οριοθέτησης ταυτότητας.
Σε αυτή τη συνθήκη, ο σεχταρισμός δεν εμφανίζεται ως εξαίρεση ή παθολογία. Εμφανίζεται ως δομικό χαρακτηριστικό ενός χώρου που δυσκολεύεται να διαχειριστεί την πολυκεντρικότητα χωρίς να τη μετατρέψει σε ανταγωνισμό αποκλεισμού. Και όσο το τρίγωνο ΣΥΡΙΖΑ – Νέα Αριστερά – ΕΛ.Α.Σ. παραμένει ενεργό, το βασικό πολιτικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η εκλογική ισχύς του καθενός, αλλά η δυνατότητα να υπάρξει ξανά κοινός πολιτικός τόπος χωρίς όρους αμοιβαίου αποκλεισμού.
Τι είναι ο σεχταρισμός
Ο σεχταρισμός είναι η τάση μιας ομάδας (πολιτικής, θρησκευτικής ή ιδεολογικής) να απομονώνεται από τις υπόλοιπες, να θεωρεί ότι κατέχει τη «μοναδική αλήθεια» και να αντιμετωπίζει τους άλλους ως κατώτερους, εχθρικούς ή «αποκλίνοντες».
Στην πράξη, λειτουργεί σαν μια λογική περιχαράκωσης: αντί για συνεργασία ή διάλογο, κυριαρχεί η αυστηρή γραμμή «εμείς και οι άλλοι», με έντονη δυσπιστία και συχνά διάσπαση κινήσεων ή οργανώσεων.
Βασικά χαρακτηριστικά
- Απόλυτη πίστη σε μία ορθοδοξία (πολιτική ή θρησκευτική)
- Απόρριψη συμβιβασμών ή συμμαχιών
- Δαιμονοποίηση των «άλλων» ρευμάτων στον ίδιο χώρο
- Συχνή διάσπαση οργανώσεων σε μικρότερες ομάδες
- Προτεραιότητα στην «καθαρότητα» της γραμμής αντί για αποτελεσματικότητα
Παραδείγματα
1. Θρησκευτικός σεχταρισμός
Σε περιοχές όπως η Βόρεια Ιρλανδία ή ο Λίβανος, καθολικοί και προτεστάντες (ή σουνίτες και σιίτες αντίστοιχα) έχουν συγκροτήσει ισχυρές κοινότητες που, σε περιόδους έντασης, λειτουργούν ανταγωνιστικά ή και βίαια μεταξύ τους. Εκεί ο σεχταρισμός εκφράζεται ως ταύτιση θρησκείας με πολιτική και κοινωνική ταυτότητα.
2. Πολιτικός σεχταρισμός στην Αριστερά
Σε αρκετές περιπτώσεις αριστερών κινημάτων, μικρές οργανώσεις αρνούνται κάθε συνεργασία μεταξύ τους επειδή διαφωνούν σε ζητήματα «γραμμής» ή στρατηγικής. Το αποτέλεσμα είναι πολλαπλές διασπάσεις και αδυναμία κοινής δράσης, ακόμη και όταν υπάρχουν κοινά αιτήματα.
3. Σεχταρισμός σε κόμματα ή κινήματα γενικά
Ένα κόμμα μπορεί να διασπάται σε φατρίες που αρνούνται να συνεργαστούν, όχι λόγω ουσιαστικών διαφορών πολιτικής, αλλά λόγω εσωτερικών συγκρούσεων για την «καθαρότητα» της ιδεολογίας ή τον έλεγχο της ηγεσίας.
Κεντρική ιδέα
Ο σεχταρισμός δεν αφορά μόνο το «διαφωνώ», αλλά το «αρνούμαι να συνυπάρξω με όποιον διαφωνεί». Αυτό τον κάνει συχνά καταστροφικό για συλλογικά εγχειρήματα, γιατί διαλύει τη δυνατότητα ενιαίας δράσης.





