Εκατό ημέρες συμπληρώνονται σήμερα από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, με την αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν να εξακολουθεί να επηρεάζει βαθιά τις διεθνείς αγορές, τις τιμές της ενέργειας και τις οικονομικές προοπτικές πολλών χωρών.
Παρά τις επαναλαμβανόμενες εκεχειρίες και τις διπλωματικές επαφές ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη, μια συνολική συμφωνία ειρήνευσης παραμένει μακριά. Οι δύο πλευρές συνεχίζουν να εκπέμπουν αντιφατικά μηνύματα, ενώ οι κατά διαστήματα στρατιωτικές επιθέσεις υπενθυμίζουν ότι η κρίση μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναζωπυρωθεί.
Η Wall Street αγνοεί τον πόλεμο
Στις πρώτες ημέρες μετά τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν, τα διεθνή χρηματιστήρια κατέγραψαν σημαντικές απώλειες. Ωστόσο, η εικόνα άλλαξε γρήγορα, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο δείκτης S&P 500 όχι μόνο ανέκτησε τις απώλειες, αλλά κατέγραψε και νέα ιστορικά υψηλά επίπεδα. Οι επενδυτές φαίνεται να ποντάρουν στην ανθεκτικότητα των αμερικανικών επιχειρήσεων και κυρίως στη δυναμική που δημιουργεί η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Οι εταιρείες ημιαγωγών και οι τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν εξελιχθεί στους μεγάλους κερδισμένους της περιόδου, καθώς η αυξανόμενη ζήτηση για υπολογιστική ισχύ τροφοδοτεί νέα επενδυτικά κύματα.
Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές αγορές εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές, καθώς η εξάρτηση της ηπείρου από τις ενεργειακές εισαγωγές καθιστά τις οικονομίες της πιο ευάλωτες στις διακυμάνσεις των τιμών.
Το πετρέλαιο παραμένει η μεγάλη απειλή
Το Στενό του Ορμούζ, από το οποίο διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου, έχει παραμείνει ουσιαστικά εκτός κανονικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.
Παρότι οι τιμές του πετρελαίου έχουν υποχωρήσει από τα υψηλά που καταγράφηκαν αμέσως μετά το ξέσπασμα των εχθροπραξιών, παραμένουν αισθητά υψηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα. Το Brent εξακολουθεί να κινείται περίπου 36% υψηλότερα, ενώ το αμερικανικό αργό καταγράφει άνοδο σχεδόν 50%.
Οι ζημιές σε ενεργειακές υποδομές και οι δυσκολίες στις μεταφορές έχουν περιορίσει την προσφορά, αναγκάζοντας πολλές χώρες να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Η αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών πετρελαίου έχει λειτουργήσει ως βαλβίδα αποσυμπίεσης. Ωστόσο, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι αν τα παγκόσμια αποθέματα συνεχίσουν να μειώνονται, δεν αποκλείεται μια νέα εκτίναξη των τιμών ακόμη και πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Ο πληθωρισμός επιστρέφει
Η ενεργειακή κρίση αρχίζει πλέον να αποτυπώνεται στα επίσημα οικονομικά στοιχεία.
Οι αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και των καυσίμων μεταφορών επηρεάζουν το κόστος ζωής σε πολλές χώρες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο ετήσιος πληθωρισμός έφθασε τον Απρίλιο στο 3,8%, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν τριών ετών.
Ανάλογες πιέσεις παρατηρούνται και σε άλλες οικονομίες, με ορισμένες κυβερνήσεις να αναγκάζονται να προχωρήσουν σε παρεμβάσεις προκειμένου να περιορίσουν τις επιπτώσεις στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Η επιστροφή του πληθωρισμού δημιουργεί νέα διλήμματα για τις κεντρικές τράπεζες, οι οποίες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης της ανάπτυξης και στη διατήρηση της νομισματικής σταθερότητας.
Οι αγορές ομολόγων προειδοποιούν
Ενώ οι μετοχικές αγορές εμφανίζονται αισιόδοξες, τα κρατικά ομόλογα στέλνουν διαφορετικό μήνυμα.
Οι αποδόσεις των αμερικανικών και ευρωπαϊκών τίτλων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, αντανακλώντας τους φόβους για επίμονο πληθωρισμό, χαμηλότερη ανάπτυξη και παρατεταμένη αβεβαιότητα.
Η διατήρηση υψηλών επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αυξάνει το κόστος δανεισμού για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, περιορίζοντας τα περιθώρια οικονομικής ανάκαμψης.
Κανείς δεν θέλει έναν πόλεμο χωρίς τέλος
Παρά την ανθεκτικότητα που επιδεικνύουν οι αγορές, η κόπωση είναι πλέον εμφανής. Η στήριξη της αμερικανικής κοινής γνώμης προς τη συνέχιση της εμπλοκής υποχωρεί, ενώ και οι δύο πλευρές αναζητούν μια διέξοδο που θα επιτρέψει έναν συμβιβασμό χωρίς πολιτικό κόστος.
Οι επενδυτές φαίνεται να προεξοφλούν ότι ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη επιθυμούν μια παρατεταμένη σύγκρουση. Ωστόσο, όσο η οριστική λύση καθυστερεί, η διεθνής οικονομία θα συνεχίσει να κινείται πάνω σε ένα λεπτό σχοινί.
Εκατό ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου, η μεγαλύτερη ανησυχία δεν είναι πλέον το ενδεχόμενο ενός ξαφνικού σοκ. Είναι η προσαρμογή του κόσμου σε μια νέα κανονικότητα, όπου η γεωπολιτική αστάθεια μετατρέπεται σε μόνιμο οικονομικό παράγοντα.






