Η Ουάσιγκτον εξετάζει μια σημαντική αναδιάταξη της στρατιωτικής της παρουσίας στο πλαίσιο των επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, σε μια κίνηση που θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες ασφαλείας στην ήπειρο. Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, το οποίο επικαλείται δύο ανώτερους Ευρωπαίους αξιωματούχους, οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν να περιορίσουν τον αριθμό των αεροσκαφών και των πολεμικών πλοίων που διαθέτουν για τις ανάγκες της Συμμαχίας. Αν και δεν υπάρχει ακόμη επίσημη επιβεβαίωση από την αμερικανική κυβέρνηση, οι πληροφορίες ενισχύουν την αίσθηση ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου θα κληθεί να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της δικής της άμυνας.
Τι προβλέπει το αμερικανικό σχέδιο
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται το Reuters, το υπό εξέταση σχέδιο περιλαμβάνει σημαντικές περικοπές σε κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες του ΝΑΤΟ στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Ειδικότερα, προβλέπεται:
- μείωση των μαχητικών αεροσκαφών F-16 και F-15E που διατίθενται στο ΝΑΤΟ από περίπου 150 σε 100,
- περιορισμός των αεροσκαφών ναυτικής επιτήρησης από 26 σε 15,
- πλήρης απόσυρση των οκτώ αεροσκαφών εναέριου ανεφοδιασμού που μέχρι σήμερα ήταν διαθέσιμα για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις,
- επανατοποθέτηση ενός υποβρυχίου εκτόξευσης πυραύλων και ενός αεροπλανοφόρου, μαζί με πολεμικά πλοία συνοδείας και δεκάδες αεροσκάφη που υποστηρίζουν τις αποστολές τους,
- πιθανή μεταφορά σε άλλη περιοχή ενός από τα δύο συγκροτήματα στρατηγικών βομβαρδιστικών που είχαν ανατεθεί στην ευρωπαϊκή άμυνα.
Εφόσον υλοποιηθούν, οι αλλαγές αυτές θα περιορίσουν τις δυνατότητες της Συμμαχίας σε τομείς όπως οι επιχειρήσεις μεγάλης ακτίνας δράσης, η συλλογή πληροφοριών και η επιτήρηση.
Η στρατηγική στροφή της Ουάσιγκτον
Η συζήτηση για περιορισμό της αμερικανικής στρατιωτικής συμβολής στο ΝΑΤΟ δεν είναι νέα. Από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η αμερικανική διοίκηση έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι ευρωπαϊκές χώρες επωφελούνται δυσανάλογα από την αμερικανική προστασία, χωρίς να επενδύουν επαρκώς στις δικές τους αμυντικές δυνατότητες.
Η Ουάσιγκτον έχει ζητήσει από τους συμμάχους να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες έως και στο 3,5% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας τον υφιστάμενο στόχο του 2%.
Παράλληλα, αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ επιθυμούν να ανακατανείμουν στρατιωτικούς πόρους προς άλλες περιοχές στρατηγικού ενδιαφέροντος, με κυριότερη την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού και την αντιμετώπιση της αυξανόμενης επιρροής της Κίνας.
Η Ευρώπη μπροστά σε ένα νέο δίλημμα
Οι εξελίξεις αναμένεται να εντείνουν τη συζήτηση για τη λεγόμενη «στρατηγική αυτονομία» της Ευρώπης. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είχε ήδη οδηγήσει πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε σημαντικές αυξήσεις των αμυντικών προϋπολογισμών τους. Ωστόσο, η πιθανότητα περιορισμού της αμερικανικής συνεισφοράς αναδεικνύει τα κενά που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Ιδιαίτερα ευαίσθητοι τομείς, όπως ο εναέριος ανεφοδιασμός, η στρατηγική επιτήρηση και οι ναυτικές επιχειρήσεις υψηλής έντασης, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένοι από τις αμερικανικές δυνατότητες.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη εξακολουθεί να αναζητά κοινό βηματισμό στον τομέα της άμυνας. Οι διαφορετικές προτεραιότητες μεταξύ των κρατών-μελών και οι δυσκολίες στην ανάπτυξη κοινών εξοπλιστικών προγραμμάτων καταδεικνύουν ότι η οικοδόμηση μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής παραμένει σύνθετη υπόθεση.
Αναμονή για επίσημες διευκρινίσεις
Μέχρι στιγμής, ούτε το ΝΑΤΟ ούτε το αμερικανικό Πεντάγωνο έχουν σχολιάσει επισήμως τις πληροφορίες των New York Times. Το Reuters σημειώνει ότι δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα το περιεχόμενο του δημοσιεύματος.
Ωστόσο, η αμερικανική Ευρωπαϊκή Διοίκηση είχε ήδη κάνει λόγο τις προηγούμενες ημέρες για «αναπροσαρμογή» της συνεισφοράς των ΗΠΑ στο μοντέλο δυνάμεων του ΝΑΤΟ, χωρίς να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες.
Το βέβαιο είναι ότι η συζήτηση έχει πλέον ανοίξει. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και οι γεωπολιτικές εντάσεις πολλαπλασιάζονται, η προοπτική μιας λιγότερο παρούσας Αμερικής στην ευρωπαϊκή άμυνα αναγκάζει τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να επανεξετάσουν τις δυνατότητες, τις προτεραιότητες και τις ευθύνες τους.






