Γιατί ο Τραμπ και ο Μασκ είναι παιδιά μίας εξέγερσης που ανανέωσε τον καπιταλισμό
Το 1968 ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, ο Κόκκινος Ντανί, φώναζε «απαγορεύεται να απαγορεύεται» στα λιθόστρωτα του Παρισιού. Ο Έλον Μασκ αγνοεί κάθε απαγόρευση το Twitter για να «ελευθερώσει» τον λόγο, χτίζει την αυτοκρατορία της Space X και γίνεται ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος. Λίγα χρόνια πριν ο Ντόναλντ Τραμπ, που σήμερα γίνεται 80 ετών, ξεκινάει την προεκλογική του εκστρατεία ως υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ κηρύσσοντας τον πόλεμο στην «ελίτ» που, κατά την αφήγησή του, ελέγχει τους θεσμούς, τα ΜΜΕ και το πολιτικό σύστημα από το παρασκήνιο.
Ανάμεσά τους μεσολαβούν μισός αιώνας και δύο φαινομενικά διαφορετικοί κόσμοι. Τους ενώνει όμως μια κοινή πολιτική γραμματική: η αντι-εξουσία ως ιδεολογική ταυτότητα και η ελευθερία ως εργαλείο επιβολής του ισχυρότερου απέναντι σε κάθε τι που θεωρείται εμπόδιο.
Στο κέντρο αυτής της διαδρομής βρίσκεται ο Μάης του ’68 ως ιστορικό γεγονός, αλλά και ως περιεχόμενο. Κάτι που πρώτος τόλμησε να επισημάνει ο Μισέλ Κλουζκάρ. Ο Γάλλος φιλόσοφος διατύπωσε μια θέση που, όσο περνούν τα χρόνια, μοιάζει λιγότερο θεωρητική και περισσότερο περιγραφική του τι συμβαίνει σήμερα στη Δύση: ότι ο Μάης του ’68 δεν ανέτρεψε τον καπιταλισμό, αλλά τον ανανέωσε εκ των έσω.
Ο Μισέλ Κλουζκάρ και η μεγάλη ανατροπή της ερμηνείας του ’68
Ο Μισέλ Κλουζκάρ δεν ανήκει στους διανοούμενους που έμειναν στη σφαίρα της θεωρίας και των συνθημάτων. Στα έργα του, και κυρίως στον «Καπιταλισμό της γοητείας», είχε προτείνει μια ριζική αντιστροφή της κυρίαρχης αφήγησης για τον Μάη του ’68. Το κεντρικό του επιχείρημα είναι ότι η εξέγερση δεν αποτέλεσε ρήξη με τον καπιταλισμό, αλλά την επιτάχυνση του μετασχηματισμού του.
Η φράση που συνοψίζει τη σκέψη του είναι ότι ο καπιταλισμός, υποστηρίζει, «έστριψε αριστερά σε πολιτισμικό επίπεδο και δεξιά σε οικονομικό». Δηλαδή, ενσωμάτωσε στο λεξιλόγιό του την ατομική ελευθερία, την αμφισβήτηση και την προσωπική αυτοπραγμάτωση, ενώ ταυτόχρονα ενίσχυσε τη λογική της αγοράς, της απορρύθμισης, της ανισότητας και την εναντίωση με την αστική δημοκρατία.
Για τον Κλουζκάρ, ο Μάης δεν ήταν το τέλος του παλιού κόσμου, αλλά η ανακαίνισή του.
Ο καπιταλισμός της προ-’68 εποχής στηριζόταν στην πειθαρχία, στην ιεραρχία και στις απαγορεύσεις. Ο καπιταλισμός που προέκυψε μετά, στηρίζεται στην επιθυμία και την επικοινωνία. Δεν λέει πλέον «μη». Λέει «θέλεις αυτό που σου πουλάω». Και αυτή η μετατόπιση, σύμφωνα με τον Κλουζκάρ, είναι η πιο αποτελεσματική και «αταξική» μορφή κοινωνικού ελέγχου.
Η «οργανωμένη ματαίωση» και η οικονομία της επιθυμίας
Στο θεωρητικό του σχήμα, ο Κλουζκάρ εισάγει μια έννοια-κλειδί: την «οργανωμένη ματαίωση». Πρόκειται για τη διαδικασία μέσω της οποίας το σύστημα απελευθερώνει την επιθυμία, αλλά ταυτόχρονα ρυθμίζει αυστηρά τους όρους ικανοποίησής της.
Η λογική είναι απλή: όσο περισσότερο επιθυμείς, τόσο περισσότερο καταναλώνεις· και όσο περισσότερο καταναλώνεις, τόσο περισσότερο εξαρτάσαι από τους μηχανισμούς που ρυθμίζουν την επιθυμία σου.
Η ελευθερία δεν καταργείται. Γίνεται διαχειρίσιμη. Και βέβαια, επικερδής.
Ο Κλουζκάρ βλέπει εδώ μια θεμελιώδη μετατόπιση του καπιταλισμού από το πεδίο της παραγωγής στο πεδίο της υποκειμενικότητας. Δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τι πραγματικά είσαι (εργάτης, υπάλληλος, μικρομεσαίος, δεξιός ή αριστερός), αλλά για το τι θέλεις να είσαι.
Ο Μάης του ’68 ως πολιτισμική ενσωμάτωση, όχι ρήξη
Στο πιο προκλητικό σημείο της ανάλυσής του, ο Κλουζκάρ υποστηρίζει ότι οι πολιτισμικές επαναστάσεις μετά το 1968 λειτούργησαν ως μηχανισμοί ενσωμάτωσης της ίδιας της εξέγερσης. Η γλώσσα της απελευθέρωσης, της σεξουαλικής χειραφέτησης και της ατομικής έκφρασης μετατράπηκε σε κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.
Η αγορά δεν αντιστάθηκε στην αντικουλτούρα. Την απορρόφησε.
Αυτό που παλαιότερα θα θεωρούνταν αντικαπιταλιστική κριτική —η απόρριψη της ιεραρχίας, η ρευστότητα των ταυτοτήτων, η έμφαση στην προσωπική εμπειρία— έγινε σταδιακά τμήμα του ίδιου του συστήματος.
Ο Κλουζκάρ δεν βλέπει εδώ μια συνωμοσία, αλλά μια ιστορική σύγκλιση: ο καπιταλισμός απέκτησε την ικανότητα να μετατρέπει την αμφισβήτηση σε καύσιμο ανάπτυξης.
Από τον Κλουζκάρ στη Silicon Valley: η αισθητικοποίηση της αγοράς
Αν η ανάλυση του Κλουζκάρ ακουγόταν κάποτε θεωρητική, η εξέλιξη της τεχνολογικής οικονομίας την προσγειώνει βίαια στην πραγματικότητα. Η Silicon Valley ενσάρκωσε αυτό που ο ίδιος περιέγραφε ως «καπιταλισμό της γοητείας»: ένα σύστημα που δεν επιβάλλει προϊόντα και υπηρεσίες, αλλά τρόπους ζωής.
Το «κάνε ό,τι θέλεις» έγινε προϊόν UX. Η αυτοέκφραση έγινε social μιντιακές πλατφόρμες. Η ελευθερία έγινε ένα interface όπου μπορείς να αναρτάς την άποψή σου μέσα σε ένα echo chamber.
Ο Έλον Μασκ και οι γύρω του δεν εμφανίζονται ως αντίπαλοι του συστήματος, αλλά ως η πιο ακραία εκδοχή του: ένα σύστημα που υπόσχεται απόλυτη ελευθερία μέσα από τον απόλυτο τεχνολογικό έλεγχο.
Από αυτή τη σκοπιά, ο Κλουζκάρ μοιάζει να έχει περιγράψει εκ των προτέρων το ιδεολογικό DNA της ψηφιακής εποχής.
Ο Τραμπ και η πολιτική εκδοχή της ίδιας λογικής
Η μετάβαση από την οικονομία στην πολιτική δεν είναι άλμα. Είναι η λογική συνέχεια.
Ο Ντόναλντ Τραμπ αξιοποιεί μια ρητορική που στηρίζεται στην ίδια αρχή που περιγράφει ο Κλουζκάρ: την αποδόμηση των θεσμών μέσω της γλώσσας της ελευθερίας, της ελευθεροστομίας, του λέω ο,τι μου κατέβει, όποτε μου κατέβει. Το κράτος παρουσιάζεται ως εμπόδιο, τα ΜΜΕ ως μηχανισμός χειραγώγησης, η γραφειοκρατία ως εχθρός του επιχειρείν.
Η πολιτική γίνεται πεδίο απελευθέρωσης από «ψεύτικες δομές».
Αυτό όμως που διαφέρει από το 1968 είναι η θέση του υποκειμένου. Εκεί όπου οι φοιτητές του Παρισιού αμφισβητούσαν την εξουσία χωρίς να την κατέχουν, ο Τραμπ αμφισβητεί την εξουσία από την κορυφή της. Και ο Έλον πάνω από τα δισεκατομμύριά του.
Η αντι-εξουσία γίνεται κρατική εξουσία.
Ο Κλουζκάρ και το παράδοξο της ελευθερίας χωρίς όρια
Η πιο βαθιά συμβολή του Κλουζκάρ δεν είναι η ιστορική του ανάλυση, αλλά η φιλοσοφική του διαίσθηση: ότι η ελευθερία, όταν αποσυνδέεται από συλλογικά όρια, ταξική συνείδηση και θεσμικές δεσμεύσεις, μετατρέπεται σε μηχανισμό επέκτασης της ισχύος.
Στον κόσμο που περιγράφει, το «όλα επιτρέπονται» δεν οδηγεί σε χειραφέτηση, αλλά σε ασυμμετρία. Όποιος έχει περισσότερους πόρους, περισσότερη τεχνολογία ή μεγαλύτερη πρόσβαση στην πληροφορία, μπορεί να μετατρέψει την ελευθερία σε πλεονέκτημα.
Η απελευθέρωση δεν εξισώνει. Επιταχύνει και βαθαίνει τις ανισότητες. Χωρίς μάλιστα οι αδύναμοι να το πάρουν χαμπάρι.
Από την απελευθέρωση στην εμπορευματοποίηση της επιθυμίας
Σε αυτό το σημείο, η σκέψη του Κλουζκάρ συναντά την εμπειρία της σύγχρονης καθημερινότητας. Η επιθυμία δεν καταπιέζεται πλέον. Καλλιεργείται.
Τα κοινωνικά δίκτυα, η ψηφιακή κατανάλωση, η οικονομία της προσοχής λειτουργούν ως μηχανισμοί συνεχούς παραγωγής επιθυμίας. Η ελευθερία δεν είναι απουσία περιορισμών, αλλά πολλαπλασιασμός επιλογών που παράγουν νέα εξάρτηση.
Αυτό που ο Κλουζκάρ περιέγραφε ως «οργανωμένη ματαίωση» έχει γίνει τεχνολογική υποδομή όπου η όποια διαμαρτυρία εκτονώνεται στην πλατφόρμα ενώ ταυτόχρονα επιβραβεύεται από likes και smiles.
Η μεγάλη ειρωνεία: οι αρνητές του ’68 ως προϊόντα του
O Μάηw του ’68, o Μασκ και o Τραμπ δεν συνδέονται με μία ευθεία γραμμή. Η σύνδεσή τους είναι δομική.
Ο Μάης άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε την εξουσία, την ελευθερία και το άτομο. Ο Κλουζκάρ υποστήριξε ότι αυτή η αλλαγή δεν οδήγησε έξω από τον καπιταλισμό, αλλά βαθύτερα μέσα του.
Οι σημερινοί πολιτικοί και τεχνολογικοί «αντι-συστημικοί» δεν αρνούνται αυτό το πλαίσιο. Το αξιοποιούν.
Η ελευθερία που κηρύχθηκε το 1968 δεν εξαφανίστηκε. Έγινε life style, τηλεπαιχνίδι, τηλεοπτικό πρωινάδικο, περιοδικά όπως το ΚΛΙΚ και στη συνέχεια κοινό νόμισμα.
Ο κόσμος μετά τον Κλουζκάρ
Η σημασία του Μισέλ Κλουζκάρ δεν βρίσκεται μόνο στο ότι αμφισβήτησε τον μύθο του ’68. Βρίσκεται στο ότι έδειξε πως οι μεγάλες πολιτισμικές ρήξεις δεν τελειώνουν όταν καταλαγιάζει η σύγκρουση, αλλά όταν ενσωματωθούν.
Ο Μάης του ’68 δεν έληξε με ήττα ή νίκη. Μετατράπηκε σε γλώσσα που μπορεί να μιλήσει ο καπιταλισμός, η τεχνολογία και ο λαϊκισμός ταυτόχρονα.
Και σε αυτή τη γλώσσα, η ελευθερία δεν είναι ο στόχος. Είναι εργαλείο.
Ο Κλουζκάρ το είχε διατυπώσει πριν γίνει προφανές: η επανάσταση δεν χρειάζεται να κατασταλεί για να ηττηθεί. Αρκεί να ενσωματωθεί.






