Η φετινή τριήμερη συνάντηση του Κύκλου Ιδεών, υπό τον Βαγγέλη Βενιζέλο, ήρθε να λειτουργήσει ως καθρέφτης μιας πολιτικής συγκυρίας που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και ένταση.
Με κεντρικό θέμα ένα «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας», το συνέδριο τοποθετήθηκε χρονικά σε μια περίοδο όπου το πολιτικό σύστημα δείχνει να αναδιατάσσεται: το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας ανέδειξε υπόγειους τριγμούς στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης, ενώ η αντιπολίτευση κινείται ανάμεσα σε ανασύνθεση και διάσπαση, με τον χώρο της Κεντροαριστεράς να επηρεάζεται από την προοπτική νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα και τις ανακατατάξεις στον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά. Την ίδια στιγμή, η πολιτική ατζέντα φορτίζεται από την κοινωνική οργή που αποτυπώνεται και στην προοπτική συγκρότησης του κόμματος Καρυστιανού.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η παρουσίαση της πανελλαδικής έρευνας της Metron Analysis από τον Στράτο Φαναρά και τον Γιάννη Μπαλαμπανίδη έδωσε ποσοτικά χαρακτηριστικά σε ένα ήδη ορατό κλίμα: δυσπιστία, κόπωση και αποστασιοποίηση από τις κυρίαρχες πολιτικές αφηγήσεις.
Η οικονομία ως καθημερινή πίεση και το έλλειμμα εμπιστοσύνης στη διακυβέρνηση
Τα δεδομένα της έρευνας αποτυπώνουν μια κοινωνία που βιώνει έντονη οικονομική πίεση. Το 74% των πολιτών θεωρεί ότι η ακρίβεια και η εισοδηματική ανεπάρκεια αποτελούν το βασικότερο πρόβλημα. Το 38% δηλώνει ότι ο μισθός δεν επαρκεί έως το τέλος του μήνα, ενώ μόλις 16% καταφέρνει να αποταμιεύσει. Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται από το γεγονός ότι μόνο 46% δηλώνει πως καλύπτει τις υποχρεώσεις του οριακά.
Η λεγόμενη «επιστροφή στην κανονικότητα» δεν φαίνεται να λειτουργεί ως πειστικό αφήγημα. Μόλις 38% θεωρεί ότι η χώρα κινείται σε σταθερή πορεία, με την αποδοχή να περιορίζεται κυρίως σε τμήματα της Κεντροδεξιάς και σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Αντίθετα, η πλειονότητα καταγράφει αίσθηση στασιμότητας ή οπισθοδρόμησης.
Παράλληλα, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς εμφανίζει έντονη διάβρωση. Στις μεγάλες δικαστικές υποθέσεις των τελευταίων ετών – Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές – ποσοστά που αγγίζουν το 80% εκτιμούν ότι δεν θα υπάρξει απονομή δικαιοσύνης. Η εικόνα αυτή ενισχύει ένα γενικευμένο αίσθημα θεσμικής δυσπιστίας που υπερβαίνει τις κομματικές ταυτότητες.
Η κρίση αντιπροσώπευσης και η «καχυποψία απέναντι στο αφήγημα»
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Βαγγέλης Βενιζέλος διατύπωσε μια από τις πιο αιχμηρές πολιτικές αναγνώσεις της συγκυρίας, περιγράφοντας μια κοινωνία «ανασφαλή, δυσαρεστημένη, φοβισμένη και καχύποπτη». Το κρίσιμο στοιχείο, όπως ανέδειξε, δεν αφορά μόνο την οικονομική πίεση ή τη θεσμική δυσλειτουργία, αλλά τη δυσπιστία απέναντι στο ίδιο το πολιτικό αφήγημα.
Η αναφορά στην «επιστροφή στην κανονικότητα» λειτουργεί πλέον ως περιορισμένης εμβέλειας ερμηνευτικό σχήμα. Το πρόβλημα μετατοπίζεται σε ένα βαθύτερο επίπεδο: στην κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης. Η κοινωνία δεν αμφισβητεί απλώς επιμέρους πολιτικές επιλογές, αλλά την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να παράγει αξιόπιστες αφηγήσεις.
Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά στο ερώτημα περί ηγεσίας σε συνθήκες κρίσης, όπως είχε διατυπωθεί από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, με το ποιος θα απαντούσε σε ένα τηλεφώνημα κρίσης στις τρεις τα ξημερώματα. Η αντιστροφή αυτού του ερωτήματος αναδεικνύει τη ρευστότητα της εμπιστοσύνης: δεν αφορά μόνο το ποιος κυβερνά, αλλά το ποιοι θεωρούνται πραγματικά αξιόπιστοι δρώντες σε ένα διεθνές περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας.
Πολιτικός κατακερματισμός και αναδιάταξη του κομματικού χάρτη
Η δυσπιστία αυτή δεν μένει θεωρητική. Μεταφράζεται ήδη σε πολιτική κινητικότητα και ανασύνθεση. Η προοπτική ενός νέου πολιτικού φορέα από τον Αλέξη Τσίπρα αναδιατάσσει τον χώρο της Κεντροαριστεράς, την ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά αναζητούν νέο σημείο ισορροπίας.
Παράλληλα, η πιθανή συγκρότηση πολιτικού σχηματισμού γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού λειτουργεί ως έκφραση μιας κοινωνικής δυναμικής που δεν εντάσσεται εύκολα στα παραδοσιακά ιδεολογικά σχήματα. Πρόκειται για ένα ρεύμα που συγκροτείται περισσότερο γύρω από το αίτημα δικαιοσύνης και θεσμικής λογοδοσίας παρά γύρω από κλασικές πολιτικές ταυτότητες.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή ενός συστήματος αυξημένης πολυδιάσπασης, όπου η πολιτική εμπιστοσύνη δεν κατανέμεται σταθερά αλλά μετακινείται, συχνά με ασταθή και συγκυριακό τρόπο.
Γεωπολιτική ανασφάλεια και μεταβολή των διεθνών αντιλήψεων
Η κρίση εμπιστοσύνης επεκτείνεται και στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Η έρευνα δείχνει ότι 82% των πολιτών θεωρεί μη δικαιολογημένη τη σύγκρουση ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, στοιχείο που αποτυπώνει μετατόπιση της κοινής γνώμης σε ζητήματα διεθνούς νομιμοποίησης ισχύος.
Παράλληλα, η αντίληψη για το διεθνές σύστημα είναι πολυκεντρική: οι ΗΠΑ διατηρούν την υπεροχή στη στρατιωτική ισχύ, αλλά η Κίνα αναγνωρίζεται ως πρωτοπόρος στην τεχνολογία και την ανάπτυξη. Η Ευρώπη, αντίθετα, ταυτίζεται περισσότερο με αξίες – δημοκρατία και δικαιώματα – παρά με σκληρή ισχύ.
Η αναφορά στο διεθνές σύστημα επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα στρατηγικών επιλογών. Όπως σημειώθηκε στη συζήτηση, η εξωτερική πολιτική των συμμαχιών και των ευθυγραμμίσεων δεν αξιολογείται πλέον μόνο θεσμικά, αλλά και μέσα από το φίλτρο της κοινωνικής εμπιστοσύνης.
Ένα σύστημα σε αναζήτηση νέου κοινωνικού συμβολαίου
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τα ευρήματα και τις πολιτικές παρεμβάσεις δείχνει ένα σύστημα σε φάση επαναπροσδιορισμού. Η κοινωνική δυσπιστία δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση ή την αντιπολίτευση, αλλά το σύνολο του πολιτικού μηχανισμού.
Η αναφορά του Βαγγέλη Βενιζέλου στην ανάγκη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου συμπυκνώνει αυτή τη συνθήκη, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζει τις δυσκολίες εφαρμογής του σε ένα περιβάλλον έντασης και χαμηλής εμπιστοσύνης.
Το πολιτικό ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η διαχείριση της καθημερινότητας, αλλά η ανασυγκρότηση της σχέσης ανάμεσα σε κοινωνία και θεσμούς. Σε αυτό το πεδίο, η καχυποψία απέναντι στο «επιβεβλημένο αφήγημα» λειτουργεί ως το πιο σταθερό δεδομένο της εποχής.






