Αργά γυρνώντας σπίτι μουένιωσα τον ήχο απ’ τις αρχαίες γκάιντεςκάτω από την ανταριασμένη άσφαλτο του άδειου δρόμουσε κάθε χτύπο άνοιγε και μια μεγάλη οπήκατάμαυρη ο ήχος λευτερωνότανε και μες τη νύχτα γινόταν άσπρη σκόνηπου με τύλιγε ίδια με τύψη ανομολόγητημιας…