Η φωτογραφία από την ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ, τον Ιανουάριο του 2025, έμοιαζε να αποτυπώνει τη νέα κατανομή ισχύος στην Αμερική.
Ο Έλον Μασκ, ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ και ο Τζεφ Μπέζος, στην πρώτη σειρά, δίπλα στον νέο πρόεδρο, συμβόλιζαν τη συμμαχία του Λευκού Οίκου με τους ισχυρότερους επιχειρηματίες της Silicon Valley. Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, η ίδια εικόνα αποκτά διαφορετικό νόημα. Μετά τη σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές και την κατάκτηση της πλειοψηφίας τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, οι τεχνολογικοί δισεκατομμυριούχοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια νέα πολιτική πραγματικότητα.
Η επιστροφή των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο απειλεί να ανατρέψει τις ισορροπίες που διαμορφώθηκαν κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία του Τραμπ. Οι εταιρείες που επένδυσαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στην πολιτική επικράτηση των Ρεπουμπλικανών, εξασφάλισαν προνομιακή πρόσβαση στην κυβέρνηση και επωφελήθηκαν από την απορρύθμιση της αγοράς, καλούνται τώρα να αντιμετωπίσουν αυξημένο κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Η πρώτη αντίδραση ήρθε από τις αγορές. Η μετοχή της Tesla υποχώρησε σχεδόν 5% στις πρώτες συναλλαγές μετά την εκλογική ανατροπή, ενώ απώλειες κατέγραψε και η SpaceX. Η πτώση δεν αφορούσε, ωστόσο, ολόκληρη τη μεγάλη τεχνολογία. Η Wall Street έκλεισε με σημαντική άνοδο, καθώς Amazon, Microsoft, Alphabet και Meta κινήθηκαν ανοδικά. Αντίθετα, οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται άμεσα στην κατασκευή και λειτουργία κέντρων δεδομένων, καθώς και αρκετοί προμηθευτές ημιαγωγών, δέχθηκαν ισχυρές πιέσεις.
Το πολιτικό μήνυμα ήταν σαφέστερο από τη χρηματιστηριακή αντίδραση: η εποχή κατά την οποία η τεχνολογική βιομηχανία μπορούσε να θεωρεί δεδομένη την πολιτική προστασία της κυβέρνησης Τραμπ ενδέχεται να πλησιάζει στο τέλος της.
Ο λογαριασμός της πολιτικής επένδυσης στον Τραμπ
Η Silicon Valley είχε ποντάρει πολλά στην επιστροφή του Τραμπ. Ο Έλον Μασκ επένδυσε σχεδόν μισό δισεκατομμύριο δολάρια στην υποστήριξη Ρεπουμπλικανών υποψηφίων, ενώ άλλοι κορυφαίοι επιχειρηματίες, όπως ο Ζάκερμπεργκ και ο επικεφαλής της OpenAI Σαμ Άλτμαν, επιδίωξαν να διαμορφώσουν προνομιακές σχέσεις με τον Λευκό Οίκο.
Η επιλογή αυτή είχε συγκεκριμένα ανταλλάγματα. Η κυβέρνηση Τραμπ υιοθέτησε μια πολιτική περιορισμού των κανονιστικών παρεμβάσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, διευκόλυνε την ανάπτυξη νέων τεχνολογικών υποδομών και άνοιξε τον δρόμο για ευρύτερη συνεργασία μεταξύ του ιδιωτικού τομέα και του αμερικανικού κράτους.
Η τεχνητή νοημοσύνη έγινε ο βασικός άξονας αυτής της σχέσης. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν ανακοινώσει επενδύσεις τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε υπολογιστική ισχύ, εργοστάσια ημιαγωγών και κέντρα δεδομένων. Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετώπισε την ταχεία επέκταση της τεχνητής νοημοσύνης ως ζήτημα οικονομικής και γεωπολιτικής υπεροχής των ΗΠΑ.
Ο ίδιος ο πρόεδρος έχει αναλάβει ενεργό ρόλο στην προώθηση αυτής της στρατηγικής. Σε πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, διαβεβαίωσε ότι δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να ανακόψει την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. «Έχετε δίκιο, κύριε Πρόεδρε. Δεν θα επιτρέψουμε να συμβεί αυτό», απάντησε ο Χουάνγκ.
Η σχέση αυτή δεν περιορίζεται στην πολιτική υποστήριξη. Αφορά και την πρόσβαση σε κρατικά συμβόλαια, την αμυντική βιομηχανία, τις διαβαθμισμένες στρατιωτικές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης και τη διαμόρφωση των κανόνων που θα διέπουν την επόμενη τεχνολογική επανάσταση.
Η πολιτική συμμαχία του Τραμπ με τους δισεκατομμυριούχους της τεχνολογίας είχε αποτυπωθεί και στις δημόσιες παρεμβάσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος έθεσε το ζήτημα της οικονομικής επιρροής του Μασκ στις αμερικανικές εκλογές.
Ο Μασκ, ο Ζάκερμπεργκ και ο Άλτμαν αντιμέτωποι με το Κογκρέσο
Ο Έλον Μασκ βρίσκεται αναμφίβολα στην πιο δύσκολη θέση. Η προσωπική του ταύτιση με τον Τραμπ και η ενεργός συμμετοχή του στην κυβέρνηση μέσω του DOGE τον καθιστούν προφανή στόχο της νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Οι Δημοκρατικοί έχουν ήδη προαναγγείλει ότι θα εξετάσουν τις δραστηριότητες του υπουργείου Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας, τις αποφάσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του και ενδεχόμενα οικονομικά οφέλη που μπορεί να αποκόμισαν επιχειρήσεις συνδεδεμένες με τον Μασκ.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και η σχέση των εταιρειών του με το αμερικανικό Δημόσιο. Η SpaceX έχει εξασφαλίσει συμβάσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων από κρατικούς οργανισμούς, ενώ η xAI, η εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης του Μασκ, έχει συνάψει στρατιωτική σύμβαση ύψους 200 εκατομμυρίων δολαρίων με το Πεντάγωνο.
Οι Δημοκρατικοί αναμένεται επίσης να εξετάσουν τη σχέση της NASA με τη SpaceX, ιδιαίτερα μετά την τοποθέτηση του Τζάρεντ Άιζακμαν στην ηγεσία της διαστημικής υπηρεσίας. Ο Άιζακμαν διατηρεί στενές σχέσεις με τον Μασκ, ενώ η εταιρεία του τελευταίου αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αναδόχους της NASA.
Στο μικροσκόπιο μπορεί να βρεθεί και η Palantir, η οποία έχει εξασφαλίσει σύμβαση με το αμερικανικό κράτος που μπορεί να φτάσει τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Η εταιρεία βρίσκεται στην καρδιά της αναπτυσσόμενης συνεργασίας μεταξύ τεχνολογικών επιχειρήσεων και στρατιωτικών υπηρεσιών.
Ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ γνωρίζει καλά τι σημαίνει μια τέτοια κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Ο επικεφαλής της Meta είχε βρεθεί επανειλημμένα στο Κογκρέσο τα προηγούμενα χρόνια, αντιμετωπίζοντας ερωτήσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, την παραπληροφόρηση και την επίδραση των κοινωνικών δικτύων στους ανηλίκους.
Η πολιτική μετατόπιση της Meta προς τη συντηρητική κατεύθυνση κατά τη δεύτερη θητεία Τραμπ, η εγκατάλειψη προγραμμάτων διαφορετικότητας και οι αλλαγές στην πολιτική ελέγχου περιεχομένου ενδέχεται να επαναφέρουν την εταιρεία στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Διαφορετική είναι η στρατηγική που φαίνεται να ακολουθεί ο Σαμ Άλτμαν. Ο επικεφαλής της OpenAI επιχειρεί να διαχωρίσει τη θέση του από την ανεπιφύλακτη υποστήριξη της τεχνολογικής απορρύθμισης, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη της υπερευφυούς τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να συνοδεύεται από κανόνες που θα προστατεύουν την ανθρώπινη αυτονομία και τον κοινωνικό έλεγχο.
Η στάση αυτή δεν είναι άσχετη με τη νέα πολιτική πραγματικότητα. Οι επιχειρήσεις που μέχρι πρόσφατα επένδυαν στην πολιτική προστασία του Τραμπ αναζητούν πλέον τρόπους να διατηρήσουν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με τη Δημοκρατική πλειοψηφία.
Τα κέντρα δεδομένων γίνονται πολιτικό πρόβλημα
Η σημαντικότερη σύγκρουση, ωστόσο, μπορεί να εκδηλωθεί γύρω από τις υποδομές της τεχνητής νοημοσύνης.
Τα τεράστια κέντρα δεδομένων αποτελούν τη βάση της νέας ψηφιακής οικονομίας. Χρειάζονται τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και νερού, καταλαμβάνουν μεγάλες εκτάσεις και δημιουργούν αυξανόμενες πιέσεις στα τοπικά ενεργειακά δίκτυα.
Για τις τεχνολογικές εταιρείες, η κατασκευή τους αποτελεί προϋπόθεση για να συνεχιστεί η κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης. Για τις τοπικές κοινωνίες, όμως, το ζήτημα έχει αρχίσει να συνδέεται με τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, την κατανάλωση νερού και την επιβάρυνση του περιβάλλοντος.
Η δυσαρέσκεια αυτή μετατράπηκε σε εκλογικό όπλο για τους Δημοκρατικούς. Στο Τέξας, η Τζίνα Ινοχόσα κέρδισε την εκλογή στην κυβερνητική θέση υποσχόμενη προσωρινή αναστολή των εγκρίσεων για νέα κέντρα δεδομένων, μέχρι να θεσπιστούν κανόνες που θα προστατεύουν τις τοπικές κοινότητες.
Αντίστοιχες δεσμεύσεις διατυπώθηκαν και σε άλλες πολιτείες. Το ζήτημα απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς οι ψηφοφόροι αντιλαμβάνονται όλο και περισσότερο ότι το κόστος της τεχνολογικής ανάπτυξης δεν επιβαρύνει αποκλειστικά τις ίδιες τις εταιρείες.
Η νέα πολιτική δυναμική δημιουργεί ένα πρόβλημα για τις επιχειρήσεις τεχνητής νοημοσύνης. Ακόμη και αν ο Τραμπ διατηρεί την εκτελεστική εξουσία, οι Δημοκρατικοί ελέγχουν πλέον το Κογκρέσο, ενώ η εκλογική τους επικράτηση σε σημαντικές πολιτείες τούς δίνει τη δυνατότητα να επηρεάσουν και τις αποφάσεις για τις τοπικές υποδομές.
Η εκλογική νίκη της Ινοχόσα στο Τέξας έχει επομένως σημασία πολύ πέρα από τα όρια της πολιτείας. Η πολιτική αντιπαράθεση για την τεχνητή νοημοσύνη μεταφέρεται από τα εργαστήρια και τις αίθουσες των εταιρικών διοικητικών συμβουλίων στην καθημερινότητα των πολιτών.
Έρευνες, κλητεύσεις και νέοι κανόνες για την τεχνητή νοημοσύνη
Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δίνει στους Δημοκρατικούς τη δυνατότητα να ανοίξουν έρευνες, να καλέσουν διευθύνοντες συμβούλους σε ακροάσεις και να απαιτήσουν έγγραφα για τις σχέσεις των εταιρειών με την κυβέρνηση.
Οι πρώτες κινήσεις έχουν ήδη αρχίσει. Επιστολές προς επιχειρήσεις όπως η Nvidia και η Amazon έχουν ζητήσει τη διατήρηση εγγράφων και επικοινωνιών ενόψει πιθανών μελλοντικών ερευνών.
Στην ατζέντα βρίσκονται αρκετά ζητήματα:
- Η διαφάνεια των αλγορίθμων που χρησιμοποιούν οι μεγάλες πλατφόρμες.
- Η προστασία των ανηλίκων από τις επιπτώσεις των κοινωνικών δικτύων.
- Η συγκέντρωση οικονομικής και τεχνολογικής ισχύος σε εταιρείες όπως η Meta και η Google.
- Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης σε στρατιωτικές εφαρμογές και συστήματα επιτήρησης.
- Η φορολογική μεταχείριση και οι κρατικές ενισχύσεις για την κατασκευή κέντρων δεδομένων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση για τη δημιουργία μιας Ομοσπονδιακής Ψηφιακής Επιτροπής, η οποία θα έχει αρμοδιότητα εποπτείας των μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών και των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης. Η πρωτοβουλία αποτυπώνει την πρόθεση μιας σημαντικής μερίδας των Δημοκρατικών να περάσουν από τις αποσπασματικές παρεμβάσεις σε ένα περισσότερο ολοκληρωμένο πλαίσιο ελέγχου της ψηφιακής οικονομίας.
Οι δυνατότητες, πάντως, της νέας πλειοψηφίας έχουν όρια. Ο Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα του προεδρικού βέτο και οι Δημοκρατικοί θα χρειαστούν ευρύτερες πλειοψηφίες για να υπερβούν τα εμπόδια σε σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες. Μπορούν όμως να ασκήσουν κοινοβουλευτικό έλεγχο, να δημιουργήσουν πολιτικό κόστος και να εμποδίσουν την ανεμπόδιστη προώθηση της ατζέντας του Λευκού Οίκου.
Η Silicon Valley απέναντι στην κοινωνική δυσαρέσκεια
Υπάρχει, ωστόσο, μια βαθύτερη διάσταση στην εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών. Η αντίδραση απέναντι στους τεχνολογικούς δισεκατομμυριούχους δεν αφορά αποκλειστικά τη σχέση τους με τον Τραμπ. Συνδέεται με την αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στη συγκέντρωση πλούτου και εξουσίας σε έναν μικρό αριθμό επιχειρηματιών.
Ο γερουσιαστής των Δημοκρατικών Τζον Όσοφ, ο οποίος επανεξελέγη στη Τζόρτζια, έδωσε το στίγμα αυτής της αντιπαράθεσης στην επινίκια ομιλία του. Επικρίνοντας τους ισχυρούς της Silicon Valley, υπογράμμισε ότι οι δισεκατομμυριούχοι κατασκευάζουν καταφύγια για τους ίδιους, ενώ προειδοποιούν για τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης που αναπτύσσουν.
Από την πλευρά του, ο Δημοκρατικός βουλευτής Γκρεγκ Κασάρ υποστήριξε ότι οι ψηφοφόροι απέρριψαν τους Ρεπουμπλικανούς εν μέρει επειδή θεωρούν ότι έχουν εξαγοραστεί από τους δισεκατομμυριούχους της τεχνητής νοημοσύνης. Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία, υπογράμμισε, οφείλει να τους καταστήσει υπόλογους και να μην επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος.
Η αντίφαση είναι εμφανής. Οι επικεφαλής των μεγαλύτερων τεχνολογικών εταιρειών προειδοποιούν για τους κινδύνους της ανεξέλεγκτης τεχνητής νοημοσύνης, αλλά ταυτόχρονα επενδύουν τεράστια ποσά στην επιτάχυνση της ανάπτυξής της. Οι ίδιοι ζητούν λιγότερους περιορισμούς, ενώ επιδιώκουν να διαμορφώσουν τους κανόνες που θα καθορίσουν την αγορά στην οποία κυριαρχούν.
Η πολιτική ήττα του Τραμπ δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η Silicon Valley θα χάσει την επιρροή της στην Ουάσιγκτον. Οι εταιρείες διαθέτουν οικονομική ισχύ, τεχνογνωσία και πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές, στοιχεία που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αγνοήσει. Ούτε οι Δημοκρατικοί είναι απαλλαγμένοι από την επιρροή των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων.
Το επόμενο διάστημα, όμως, θα είναι διαφορετικό. Η Silicon Valley θα πρέπει να υπερασπιστεί δημόσια τις σχέσεις της με την κυβέρνηση, τις κρατικές συμβάσεις της και το μοντέλο ανάπτυξης που προωθεί. Και οι Δημοκρατικοί θα κριθούν από το κατά πόσο θα μετατρέψουν τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις σε πραγματικό έλεγχο.
Η φωτογραφία των δισεκατομμυριούχων δίπλα στον Τραμπ μπορεί να αποδειχθεί τελικά ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα της περιόδου που κλείνει. Εκείνοι που πίστεψαν ότι η πολιτική ισχύς του προέδρου θα τους εξασφάλιζε ένα σταθερό περιβάλλον ανεμπόδιστης ανάπτυξης ανακαλύπτουν ότι η δημοκρατική εναλλαγή μπορεί να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού. Και αυτή τη φορά, το διακύβευμα δεν αφορά μόνο τις μετοχές τους, αλλά και το ποιος θα έχει τον έλεγχο της τεχνολογίας που αλλάζει την αμερικανική οικονομία και κοινωνία.






