Metron Analysis: Η μάχη για τη δεύτερη θέση, η δυσαρέσκεια για την οικονομία και το αδιέξοδο στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία
Η δημοσκόπηση του Οκτωβρίου από τη Metron Analysis για το MEGA καταγράφει μια μικρή αλλά αξιοσημείωτη μεταβολή στον πολιτικό συσχετισμό: το ΠΑΣΟΚ βελτιώνει τις επιδόσεις του και περιορίζει την απόσταση από την ΕΛΑΣ, ενώ η Νέα Δημοκρατία παραμένει καθηλωμένη κοντά στο 30% στην εκτίμηση ψήφου. Η οικονομία εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα για την κυβέρνηση, η δυσαρέσκεια για τους θεσμούς παραμένει ισχυρή και το 61% των πολιτών ζητά πολιτική αλλαγή. Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει έδαφος ως αξιωματική αντιπολίτευση, χωρίς όμως να έχει πείσει ότι διαθέτει εναλλακτική πρόταση εξουσίας με επικεφαλής τον Νίκο Ανδρουλάκη.
Η μάχη για τη δεύτερη θέση περνά στο κέντρο
Στην πρόθεση ψήφου, η ΝΔ καταγράφει 24,9%, έναντι 25,1% τον Σεπτέμβριο. Η ΕΛΑΣ υποχωρεί στο 12,4% από 13,1%, ενώ το ΠΑΣΟΚ ανεβαίνει στο 10,8% από 10,5%. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα περιορίζεται από τις 2,6 στις 1,6 μονάδες.
Η μεταβολή είναι μικρή και δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει ανατροπή των συσχετισμών. Η κατεύθυνση, ωστόσο, έχει πολιτική σημασία για τη Χαριλάου Τρικούπη, η οποία αναζητεί εδώ και μήνες έναν τρόπο να μετατρέψει τη θέση της ως αξιωματικής αντιπολίτευσης σε ισχυρότερη εκλογική παρουσία.
Στην εκτίμηση ψήφου, η ΝΔ συγκεντρώνει 30%, η ΕΛΑΣ 15% και το ΠΑΣΟΚ 13%. Τα διαστήματα εμπιστοσύνης της ΕΛΑΣ και του ΠΑΣΟΚ επικαλύπτονται, γεγονός που σημαίνει ότι η διαφορά τους δεν μπορεί να θεωρηθεί στατιστικά ασφαλής με βάση τη συγκεκριμένη μέτρηση.
Η πολιτική σημασία βρίσκεται και στη γεωγραφία των ψηφοφόρων. Στους κεντρώους, το ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνει 17,9%, πίσω από τη ΝΔ με 25,5%, αλλά πολύ μπροστά από την ΕΛΑΣ με 9,1%. Στους κεντροαριστερούς, αντίθετα, η ΕΛΑΣ προηγείται με 34,3%, έναντι 28,7% του ΠΑΣΟΚ.
Το κέντρο αποτελεί, επομένως, το πεδίο στο οποίο το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει το καθαρότερο συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι της ΕΛΑΣ. Για να αξιοποιήσει αυτή τη θέση, θα πρέπει να προσελκύσει ψηφοφόρους που αναζητούν πολιτική αλλαγή, χωρίς να περιοριστεί στην αναμέτρηση για τη δεύτερη θέση.
Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει ως αντιπολίτευση, ο Ανδρουλάκης μένει πίσω ως πρωθυπουργός
Το ισχυρότερο εύρημα για το ΠΑΣΟΚ αφορά την αξιολόγησή του ως αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οι θετικές γνώμες αυξάνονται από 12% τον Σεπτέμβριο σε 15,9% τον Οκτώβριο, ενώ οι αρνητικές υποχωρούν από το 82% του Ιουνίου στο 75,6%.
Πρόκειται για την καλύτερη επίδοση του κόμματος από τον Απρίλιο και για μια ανάκαμψη που αποτυπώνεται και στην εικόνα του Νίκου Ανδρουλάκη. Οι θετικές γνώμες για τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τα καθήκοντά του ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης φτάνουν το 18%, από 16% τον Σεπτέμβριο και 13% τον Ιούνιο.
Η βελτίωση, όμως, σταματά όταν η ερώτηση αφορά την πρωθυπουργία. Ο Ανδρουλάκης συγκεντρώνει μόλις 5,6% στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός, ποσοστό σχεδόν αμετάβλητο σε σχέση με τον Απρίλιο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται με 27,7%, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας καταγράφει 12,1%. Το «κανένας» συγκεντρώνει 25,7%.
Η απόσταση ανάμεσα στο 13% της εκτίμησης ψήφου για το ΠΑΣΟΚ και στο 5,6% της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία αποτυπώνει το βασικό πολιτικό πρόβλημα του κόμματος. Ένα τμήμα του εκλογικού σώματος φαίνεται να αντιμετωπίζει θετικότερα την αντιπολιτευτική του παρουσία, χωρίς να έχει καταλήξει ότι μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη κυβερνητική εναλλακτική.
Η ανάκαμψη είναι πραγματική ως δημοσκοπική τάση, αλλά δεν ισοδυναμεί ακόμη με διεύρυνση της πολιτικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ σε επίπεδο εξουσίας.
Η κυβέρνηση διατηρεί το 30%, αλλά η οικονομία διαβρώνει την εικόνα της
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται καθαρά, χωρίς να εμφανίζει σημάδια ουσιαστικής διεύρυνσης της εκλογικής της βάσης. Στην εκτίμηση ψήφου βρίσκεται στο 30%, από 30,2% τον Σεπτέμβριο. Η θετική αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου περιορίζεται στο 27,8%, ενώ η αρνητική φτάνει το 67,3%.
Η εικόνα του πρωθυπουργού είναι ελαφρώς καλύτερη από εκείνη της κυβέρνησης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 31,2% θετικές και 65% αρνητικές γνώμες. Παραμένει περίπου στα ίδια επίπεδα τους τελευταίους τέσσερις μήνες, χωρίς να καταφέρνει να ανακτήσει την πολιτική δυναμική που θα του επέτρεπε να διευρύνει την απήχησή του.
Το πρόβλημα αποτυπώνεται καθαρότερα στην αξιολόγηση των επιμέρους κυβερνητικών πολιτικών. Στην εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις, οι θετικές γνώμες φτάνουν το 36% και οι αρνητικές το 47%. Στην καθημερινότητα, το ισοζύγιο υποχωρεί στις -41 μονάδες. Στους θεσμούς, τη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, φτάνει τις -52 μονάδες.
Στην οικονομία η εικόνα είναι ακόμη δυσμενέστερη: μόλις το 15% αξιολογεί θετικά την κυβερνητική πολιτική, έναντι 77% που την κρίνει αρνητικά. Το ισοζύγιο διαμορφώνεται στις -62 μονάδες.
Η ακρίβεια αναδεικνύεται σε πρώτο πρόβλημα των πολιτών, με 52%, ενώ η οικονομία συνολικά ακολουθεί με 34%. Η κρίση των θεσμών αναφέρεται από το 15% και η διαφθορά από το 11%.
Η απόσταση ανάμεσα στις προτεραιότητες των πολιτών και στις κυβερνητικές επιδόσεις είναι καθοριστική. Η οικονομία βρίσκεται στην κορυφή των ανησυχιών και ταυτόχρονα αποτελεί το πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση καταγράφει τη χειρότερη αξιολόγηση. Η σχετικά καλύτερη εικόνα της στην εξωτερική πολιτική δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τη δυσαρέσκεια που προκαλούν οι τιμές, οι μισθοί και η φορολογία.
Το 61% ζητά αλλαγή, αλλά δεν διαμορφώνεται ακόμη εναλλακτική εξουσίας
Το αίτημα πολιτικής αλλαγής παραμένει στο 61%, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, σταθερό επί έξι μήνες. Την ίδια στιγμή, το 69% εκτιμά ότι μετά τις εκλογές θα χρειαστεί νέα προσφυγή στις κάλπες, ενώ μόλις το 28% θεωρεί πιθανό να σχηματιστεί κυβέρνηση.
Η εικόνα παραπέμπει σε ένα εκλογικό σώμα που εμφανίζεται δυσαρεστημένο με την κυβερνητική πορεία, χωρίς να έχει συγκλίνει γύρω από έναν σαφή διάδοχο. Η ΝΔ απέχει σημαντικά από την αυτοδυναμία, καθώς η εκτίμηση ψήφου τής δίνει 119 έδρες, έναντι 151 που απαιτούνται για κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Σε αυτό το περιβάλλον, η δεύτερη θέση αποκτά αυξημένη πολιτική σημασία. Με 44 έδρες στην εκτίμηση κατανομής, η ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ με 38 έδρες θα μπορούσαν να διαδραματίσουν διαφορετικό ρόλο σε ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο. Η αριθμητική, πάντως, δεν αρκεί για να προεξοφλήσει τις μετεκλογικές συνεργασίες, οι οποίες θα εξαρτηθούν από τα τελικά ποσοστά και τις πολιτικές επιλογές των κομμάτων.
Για το ΠΑΣΟΚ, το ζητούμενο είναι να μετατρέψει τη βελτίωση της αντιπολιτευτικής του εικόνας σε πειστική πρόταση διακυβέρνησης. Για την ΕΛΑΣ, η πρόκληση είναι να διατηρήσει τη θέση της απέναντι σε μια αξιωματική αντιπολίτευση που δείχνει σημάδια ανάκαμψης.
Το κόμμα Σαμαρά και τα όρια της δεξιάς διαρροής
Η δημοσκόπηση δεν καταγράφει διεύρυνση της δυνητικής εκλογικής επιρροής ενός κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Το 5,1% δηλώνει ότι είναι πολύ πιθανό να το ψηφίσει, ενώ το 9,5% απαντά «αρκετά πιθανό». Συνολικά, το 14,6% αφήνει ανοιχτό ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αλλά το ποσοστό αυτό δεν αποτελεί πρόβλεψη εκλογικής επίδοσης.
Σχεδόν το 85% εμφανίζεται αρνητικό ή επιφυλακτικό απέναντι στην προοπτική ψήφου σε ένα νέο κόμμα με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό. Ο σταθερός πυρήνας του 5% θα μπορούσε να αποτελέσει βάση εισόδου στη Βουλή, εφόσον η πρόθεση μετατρεπόταν σε πραγματική ψήφο. Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι υπάρχει ευρύτερη δυναμική ανάπτυξης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η δυνητική απήχηση του εγχειρήματος δεν περιορίζεται στους δεξιούς ψηφοφόρους. Στους κεντρώους, το 19,5% δηλώνει ότι θα μπορούσε να εξετάσει μια τέτοια επιλογή, έναντι 17,2% στους κεντροδεξιούς και 22% στους δεξιούς.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση μπορεί να δημιουργεί περιθώριο για διαφορετικές πολιτικές επιλογές. Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι οι κεντρώοι ψηφοφόροι θα μετακινηθούν τελικά προς τον Σαμαρά.
Παράλληλα, τα κόμματα δεξιά της ΝΔ συγκεντρώνουν συνολικά αξιόλογη εκλογική δύναμη. Η Ελληνική Λύση, η Φωνή Λογικής και μικρότερα σχήματα έχουν ήδη διαμορφώσει παρουσία στον χώρο. Ένα νέο κόμμα θα έπρεπε να ανταγωνιστεί αυτές τις επιλογές για να διευρύνει το ακροατήριό του. Το γεγονός ότι ο Σαμαράς συγκεντρώνει μόλις 2,3% στην αυθόρμητη ερώτηση για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό δείχνει επίσης τα όρια της προσωπικής του απήχησης.
Τραμπ και Ευρωπαϊκή Ένωση χάνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών
Η έρευνα καταγράφει έντονα αρνητική εικόνα τόσο για τον Ντόναλντ Τραμπ όσο και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και οι δύο περιπτώσεις έχουν διαφορετική πολιτική σημασία.
Ο Αμερικανός πρόεδρος συγκεντρώνει 13,7% θετικές γνώμες και 81,4% αρνητικές. Η μικρή βελτίωση σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες δεν μεταβάλλει τη συνολική εικόνα. Ο Τραμπ παραμένει το πιο αρνητικά αξιολογούμενο πρόσωπο της έρευνας.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι θετικές γνώμες περιορίζονται στο 30,4% και οι αρνητικές φτάνουν το 63,3%. Τον Μάρτιο του 2025, οι θετικές γνώμες ήταν 45% και οι αρνητικές 48%. Η μεταβολή μέσα σε ενάμιση χρόνο αποτυπώνει σημαντική επιδείνωση της εικόνας της ΕΕ στην ελληνική κοινή γνώμη.
Η οικονομική διάσταση είναι κρίσιμη. Όταν η ακρίβεια αποτελεί το βασικό πρόβλημα για περισσότερο από τους μισούς ερωτώμενους, η ευρωπαϊκή πολιτική αξιολογείται και με βάση την ικανότητά της να επηρεάζει το κόστος ζωής, την ενέργεια και την αγοραστική δύναμη.
Η αρνητική εικόνα της ΕΕ δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι πολίτες απορρίπτουν την ευρωπαϊκή συμμετοχή της χώρας. Δείχνει, ωστόσο, ότι η θετική αξιολόγηση των ευρωπαϊκών θεσμών δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η δοκιμασία του Νοεμβρίου
Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της Λιβύης στις 20 Οκτωβρίου, την τελευταία ημέρα της δημοσκόπησης, δημιουργεί ένα νέο δεδομένο για την επόμενη μέτρηση. Η έρευνα δεν είχε τον χρόνο να καταγράψει ολοκληρωμένα τις αντιδράσεις των πολιτών και την επίδραση των πολιτικών χειρισμών της Αθήνας.
Η εξωτερική πολιτική αποτελεί τον τομέα στον οποίο η κυβέρνηση συγκεντρώνει τις λιγότερο αρνητικές αξιολογήσεις. Οι θετικές γνώμες κινούνται από τον Απρίλιο μεταξύ 35% και 39%, προσφέροντας στη ΝΔ ένα πεδίο σχετικής ανθεκτικότητας.
Το ερώτημα είναι αν η εξέλιξη στη Λιβύη θα επηρεάσει αυτή την εικόνα. Εάν οι πολίτες θεωρήσουν ότι οι κυβερνητικοί χειρισμοί δεν απέδωσαν, η εξωτερική πολιτική μπορεί να χάσει μέρος του συγκριτικού της πλεονεκτήματος. Εάν, αντίθετα, η εξέλιξη εκληφθεί κυρίως ως αποτέλεσμα των επιλογών της Τουρκίας και της Λιβύης, μπορεί να ενισχυθεί η συσπείρωση γύρω από την κυβέρνηση.
Για το ΠΑΣΟΚ, η εξέλιξη δημιουργεί μια πρόσθετη δοκιμασία. Η ανάκαμψή του πρέπει να αποκτήσει διάρκεια και να αποτυπωθεί και σε ζητήματα εθνικής στρατηγικής, πέρα από την κριτική στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης.
Η επόμενη μέτρηση θα δείξει αν υπάρχει πραγματική μετατόπιση
Η δημοσκόπηση του Οκτωβρίου αποτυπώνει μια κυβέρνηση που διατηρεί την πρώτη θέση, αλλά δυσκολεύεται να διευρύνει την εκλογική της επιρροή. Η ΝΔ παραμένει στο 30% της εκτίμησης ψήφου, με την αρνητική αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής και την ακρίβεια να περιορίζουν τα περιθώρια ανάκαμψης.
Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει βελτίωση τόσο στην εκλογική καταγραφή όσο και στην αξιολόγησή του ως αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η διαφορά του από την ΕΛΑΣ περιορίζεται, ιδιαίτερα στο κέντρο, όπου έχει σαφέστερο πλεονέκτημα. Δεν έχει καταφέρει, ωστόσο, να μετατρέψει αυτή την πρόοδο σε αντίστοιχη αύξηση της αποδοχής του Νίκου Ανδρουλάκη ως υποψήφιου πρωθυπουργού.
Την ίδια στιγμή, το αίτημα πολιτικής αλλαγής παραμένει ισχυρό, χωρίς να διαμορφώνεται καθαρή εναλλακτική κυβερνητική πλειοψηφία. Η δυσπιστία προς τους θεσμούς, η αρνητική αξιολόγηση της οικονομίας και η υποχώρηση της θετικής εικόνας της ΕΕ συνθέτουν ένα περιβάλλον γενικευμένης πολιτικής δυσαρέσκειας.
Η βασική εκκρεμότητα για τον Νοέμβριο είναι αν η άνοδος του ΠΑΣΟΚ θα αποκτήσει συνέχεια και αν η κυβέρνηση θα μπορέσει να διατηρήσει το σχετικό πλεονέκτημα που εξακολουθεί να διαθέτει στην εξωτερική πολιτική. Η δεύτερη θέση παραμένει ανοιχτή. Η προοπτική αλλαγής κυβέρνησης, όμως, θα κριθεί από το αν η δυσαρέσκεια θα μετατραπεί σε σταθερή επιλογή υπέρ μιας συγκεκριμένης πολιτικής εναλλακτικής.






