Ο Τραμπ λέει ότι η Ρωσία «τα έχει πάει καλά» στην Ουκρανία
Του Πολ Κρούγκμαν
Σε άρθρο του στους New York Times, ο Ντέιβιντ Σάνγκερ αναδεικνύει την έκταση της προσπάθειας του Ντόναλντ Τραμπ να στηρίξει τον επιθετικό πόλεμο του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία:
Η εντεινόμενη προσπάθεια του προέδρου Τραμπ τις τελευταίες εβδομάδες να αποκαταστήσει τη διεθνή εικόνα της Ρωσίας και να επαναφέρει τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Β. Πούτιν στους κόλπους της διπλωματικής κοινότητας είναι αξιοσημείωτη για την ταχύτητά της, για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι ως το βασικό εμπόδιο για την ειρήνη, αλλά και για την απροκάλυπτη άρνησή της να αναγνωρίσει ότι η Ρωσία συνεχίζει τον πόλεμο που, σύμφωνα με τον ίδιο τον Τραμπ, προσπαθεί να τερματίσει.
«Η Ρωσία, για να είμαι ειλικρινής, τα έχει πάει καλά στην Ουκρανία», δήλωσε ο Τραμπ τη Δευτέρα, μιλώντας σε δημοσιογράφους έξω από τον Λευκό Οίκο, καθώς αναχωρούσε για προεκλογική συγκέντρωση. «Δεν έχουν κάνει και πολλά», πρόσθεσε, χωρίς να αναφέρει τους ρωσικούς πυραύλους και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη με κινητήρες τζετ που πλήττουν πολυκατοικίες στο Κίεβο και το εναπομείναν ηλεκτρικό δίκτυο της Ουκρανίας.
Αντιθέτως, υποστήριξε: «Εμείς έχουμε δώσει πολλά στην Ουκρανία. Εκείνοι δεν μας έχουν δώσει τίποτα. Να το θυμάστε αυτό».
Όπως επισημαίνει ο Σάνγκερ, η υποστήριξη που παρέχει ο Τραμπ στον Πούτιν δεν έχει προηγούμενο στην αμερικανική ιστορία. Προηγούμενες κυβερνήσεις έχουν συνάψει συμφωνίες με πρώην αντιπάλους, όπως έκανε ο Ρίτσαρντ Νίξον με την Κίνα, ενώ έχουν εγκαταλείψει τη στήριξη συμμάχων που βρίσκονταν σε αδιέξοδο, όπως συνέβη με τις ΗΠΑ στο Βιετνάμ και το Αφγανιστάν. Ποτέ, όμως, στο παρελθόν δεν είχαμε αλλάξει τόσο απροκάλυπτα στρατόπεδο, πόσο μάλλον να υποστηρίζουμε έναν επιτιθέμενο και ταυτόχρονα να διαβάλλουμε το θύμα της επίθεσής του.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή καθιστά τη στάση του Τραμπ το γεγονός ότι, σύμφωνα με πολλές εκτιμήσεις, η Ρωσία παρέχει ενεργή βοήθεια στο Ιράν εναντίον των ΗΠΑ στον πόλεμο που ξεκίνησε ο ίδιος ο Τραμπ. Ποιος το υποστηρίζει αυτό; Μεταξύ άλλων, ο Νταν Κέιν, πρόεδρος του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ. Και η βοήθεια δεν περιορίζεται στην ανταλλαγή πληροφοριών, η οποία έχει συμβάλει στην ιρανική στοχοποίηση αμερικανικών δυνάμεων. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η Ρωσία έχει επίσης προμηθεύσει το Ιράν με εκρηκτικά και εξαρτήματα όπλων.
Τι θα έλεγαν οι Ρεπουμπλικανοί αν ένας Δημοκρατικός πρόεδρος υποστήριζε έναν ξένο δικτάτορα, την ώρα που εκείνος βοηθούσε μια άλλη χώρα να σκοτώνει Αμερικανούς στρατιώτες; Θα κραύγαζαν ότι πρόκειται για «προδοσία». Για τον Τραμπ, όμως, όλα αυτά φαίνεται πως είναι απολύτως «εντάξει».
Τι συμβαίνει, λοιπόν; Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι, όπως τεκμηριώνει ο Φίλιπς Ο’Μπράιεν, ο Τραμπ δεν άλλαξε ξαφνικά πορεία, εγκαταλείποντας την Ουκρανία για να στραφεί προς τη Ρωσία. Υποστήριζε τον Πούτιν εξαρχής.
Όταν, λοιπόν, ο Τραμπ λέει «Εμείς έχουμε δώσει πολλά στην Ουκρανία», ποιον ακριβώς εννοεί με το «εμείς»; Διέκοψε κάθε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία αμέσως μόλις ανέλαβε την προεδρία. Ακολουθεί η συνολική στήριξη προς την Ουκρανία ανά χώρα από τον Ιανουάριο του 2025.
Είναι αλήθεια ότι οι ΗΠΑ συνέχισαν να ανταλλάσσουν στρατιωτικές πληροφορίες με την Ουκρανία, επέτρεψαν στη χώρα να χρησιμοποιεί το δορυφορικό δίκτυο Starshield του Έλον Μασκ και έδωσαν τη δυνατότητα σε ευρωπαϊκές χώρες να μεταφέρουν στην Ουκρανία ορισμένα αμερικανικά όπλα. Ωστόσο, αυτές οι ενέργειες δεν κόστισαν τίποτα στις ΗΠΑ. Το περισσότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι, μέχρι πρόσφατα, ο Τραμπ απέφευγε να υπονομεύσει ενεργά την ικανότητα της Ουκρανίας να αμυνθεί.
Τώρα, όμως, έχει εγκαταλειφθεί ακόμη και αυτή η αυτοσυγκράτηση. Σύμφωνα με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, η ανταλλαγή πληροφοριών από τις ΗΠΑ είχε διακοπεί «για κάποιο χρονικό διάστημα», αν και φαίνεται ότι προς το παρόν έχει αποκατασταθεί. Η πρόσβαση της Ουκρανίας στο Starshield έχει περιοριστεί. Και, σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, οι ΗΠΑ καθυστερούν τις μεταφορές πυραύλων Patriot προς την Ουκρανία από ευρωπαϊκές χώρες.
Εδώ προκύπτουν δύο ερωτήματα. Πρώτον, γιατί ο Τραμπ αγαπά τον Πούτιν και μισεί τον Ζελένσκι; Δεύτερον, γιατί τις τελευταίες εβδομάδες έβγαλε τη μάσκα και πέρασε πλέον ανοιχτά στο φιλορωσικό στρατόπεδο;
Στο πρώτο ερώτημα, ο Ζελένσκι έδωσε μια ευθεία απάντηση σε πρόσφατη συνέντευξή του στους Financial Times. Ο Τραμπ, υποστήριξε, έχει μια ενστικτώδη συμπάθεια προς τους αυταρχικούς ηγέτες και τους υπερπλούσιους: «Μιλά ανοιχτά για το ότι αγαπά τέτοιους ανθρώπους και τους σέβεται». Και σε αυτό έχει προφανώς δίκιο.
Θα πρόσθετα τρία ακόμη σημεία.
Πρώτον, ο Τραμπ και ο στενός του κύκλος δεν αγαπούν απλώς τους αυταρχικούς ηγέτες. Απεχθάνονται τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου — πράγμα που σημαίνει ότι απεχθάνονται την ίδια την Αμερική και τις αξίες της.
Δεύτερον, η λατρεία του Πούτιν ήταν διαδεδομένη στην αυταρχική δεξιά πολύ πριν εμφανιστεί ο Τραμπ στο προσκήνιο. Πολλοί θαύμαζαν τη Ρωσία για την αντίθεσή της στην «κουλτούρα της πολιτικής ορθότητας» και για τον ανδρισμό που της απέδιδαν. Αξιοσημείωτο είναι ότι η εξιδανίκευση της υποτιθέμενης ρωσικής σκληρότητας επιβίωσε παρά τις επανειλημμένες στρατιωτικές ταπεινώσεις της Ρωσίας. Ο Τραμπ, επομένως, ακολουθεί έναν δρόμο που έχει ήδη διανοιχθεί.
Τέλος, ό,τι κι αν μπορεί να προσάψει κανείς στον Ζελένσκι, πρόκειται για έναν πραγματικό ήρωα, ο οποίος επέδειξε μεγάλο προσωπικό θάρρος παραμένοντας στο Κίεβο όταν εισέβαλε η Ρωσία. Και ο Τραμπ ασφαλώς δυσανασχετεί με το γεγονός ότι ο Ζελένσκι ενσαρκώνει όλα όσα ο ίδιος δεν είναι.
Το δεύτερο ερώτημα είναι γιατί τώρα. Γιατί επέλεξε ο Τραμπ αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή για να περάσει από την υπόγεια, συγκαλυμμένη και αρνήσιμη υποστήριξη προς τον Πούτιν στην ανοιχτή και ρητή υιοθέτηση της ρωσικής πλευράς;
Όπως υποστήριξα χθες, η απάντηση βρίσκεται ακριβώς στην κατάρρευση της πολιτικής του στήριξης στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Τίποτα από όσα κάνει τώρα δεν φαίνεται ικανό να αποτρέψει μια εκλογική καταστροφή για τους Ρεπουμπλικανούς στις ενδιάμεσες εκλογές. Ρεπουμπλικανοί πολιτικοί καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να αποφύγουν να εμφανίζονται μαζί του στην προεκλογική εκστρατεία. Παράλληλα, στελέχη της κυβέρνησής του έχουν ήδη αρχίσει να προετοιμάζονται νομικά για τις έρευνες που θα ξεκινήσει ένα Κογκρέσο με δημοκρατική πλειοψηφία.
Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, ο Τραμπ ουσιαστικά δεν έχει πλέον τίποτα να χάσει στο πολιτικό πεδίο. Η πολιτική του χρεοκοπία τον έχει απελευθερώσει, επιτρέποντάς του να εκδηλώσει τις χειρότερες πλευρές του εαυτού του και να κάνει αυτό που πάντα επιθυμούσε: να ικανοποιεί τις προσωπικές του διαθέσεις, ακόμη κι όταν αυτό σημαίνει ότι στηρίζει διεφθαρμένους και δολοφονικούς δικτάτορες.
Και θα ακολουθήσουν πολλά ακόμη ανάλογα.
Ο Τραμπ δεν μπορεί και δεν πρόκειται να κάνει ξανά την Αμερική μεγάλη. Μπορεί, όμως, να προδώσει όλα όσα αντιπροσωπεύει η Αμερική. Και αυτό ακριβώς κάνει αυτή τη στιγμή.






