Από τη Γαλλία και την Ιταλία έως το Βέλγιο, την Πορτογαλία και την Αλβανία, οι δρόμοι γεμίζουν ξανά με διαδηλωτές.
Οι αφορμές διαφέρουν, τα αιτήματα δεν είναι ενιαία και δεν υπάρχει ένα κοινό, οργανωμένο ευρωπαϊκό κίνημα. Επανέρχονται, ωστόσο, οι ίδιες αγωνίες: η ακρίβεια, τα απλησίαστα ενοίκια, η υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης, οι ανεπαρκείς μισθοί και η αίσθηση ότι η οικονομική προσπάθεια δεν εγγυάται πλέον μια καλύτερη ζωή. Στο φόντο, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνει τα σχέδια ενίσχυσης της άμυνας, ανοίγοντας μια δύσκολη πολιτική συζήτηση για τις προτεραιότητες και την κοινωνική συνοχή της.
Γαλλία: Από τις σχολικές ελλείψεις στη γενικευμένη δυσαρέσκεια
Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο του νέου κύματος κινητοποιήσεων. Στις διαδηλώσεις του Σαββάτου 17 Οκτωβρίου συμμετείχαν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρχών και των συνδικάτων, από 550.000 έως 800.000 άνθρωποι σε περίπου 110 πορείες σε όλη τη χώρα. Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν με αιτήματα για τις ελλείψεις εκπαιδευτικών, την κατάσταση των σχολικών εγκαταστάσεων και τη χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης, αλλά γρήγορα συνδέθηκαν με το κόστος ζωής, τις τιμές των καυσίμων και την αγοραστική δύναμη.
Στους δρόμους βρέθηκαν μαθητές, φοιτητές, συνδικάτα, εργαζόμενοι και μέλη του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων». Σε Παρίσι, Λυών, Μασσαλία, Μπορντό και άλλες πόλεις σημειώθηκαν συγκρούσεις, εμπρησμοί και λεηλασίες. Οι συλλήψεις ξεπέρασαν τις 400, σύμφωνα με τις πρώτες αναφορές, ενώ οι αρχές ξεκίνησαν έρευνες για περιστατικά αστυνομικής βίας.
Η συμμετοχή διαφορετικών κοινωνικών ομάδων είναι το στοιχείο που δίνει στις κινητοποιήσεις ευρύτερη πολιτική διάσταση. Η δυσαρέσκεια για την εκπαίδευση συναντά την οικονομική ανασφάλεια εργαζομένων και οικογενειών, δημιουργώντας ένα πεδίο κοινών διεκδικήσεων χωρίς να εξαλείφονται οι διαφορές μεταξύ τους.
Πηγές: Associated Press – Οι διαδηλώσεις στη Γαλλία
Ιταλία: «Περισσότερα χρήματα για τα σχολεία, λιγότερα για τον πόλεμο»
Στην Ιταλία, οι μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις της 16ης Οκτωβρίου, με σύνθημα «No Meloni Day», έφεραν στο προσκήνιο τις δημόσιες δαπάνες, τις συνθήκες στα σχολεία και τις στρατιωτικές επενδύσεις. Διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στη Ρώμη, στο Μιλάνο, στο Τορίνο, στη Γένοβα, στη Φλωρεντία και σε άλλες πόλεις.
Τα συνθήματα «Χρήματα για τα σχολεία, όχι για τον πόλεμο» και «Λιγότερα όπλα, περισσότερα δικαιώματα» συμπυκνώνουν την πολιτική διάσταση της διαμαρτυρίας. Οι νέοι ζητούν περισσότερους πόρους για τη δημόσια εκπαίδευση, καλύτερες υποδομές, ουσιαστική στήριξη των μαθητών και πολιτικές που να αντιμετωπίζουν το αυξανόμενο κόστος ζωής.
Στο Μιλάνο, η πορεία του Σαββάτου κατά της ακρίβειας και των πολέμων ξεκίνησε ειρηνικά, αλλά εξελίχθηκε σε βίαια επεισόδια. Ομάδες κουκουλοφόρων συγκρούστηκαν με την αστυνομία, προκάλεσαν πυρκαγιές και λεηλάτησαν καταστήματα. Ο πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι καταδίκασε τη βία, ενώ ο δήμαρχος της πόλης Τζουζέπε Σάλα αναγνώρισε τη νομιμότητα των κοινωνικών αιτημάτων, απορρίπτοντας τις καταστροφές.
Το ιταλικό παράδειγμα αναδεικνύει μια αντιπαράθεση που αναμένεται να απασχολήσει και άλλες ευρωπαϊκές χώρες: πόσο χώρο μπορούν να διεκδικούν οι αμυντικές δαπάνες σε μια περίοδο κατά την οποία η δημόσια εκπαίδευση και οι κοινωνικές υπηρεσίες αντιμετωπίζουν σημαντικές πιέσεις;
Πηγές: ANSA – Οι μαθητικές κινητοποιήσεις στην Ιταλία, Associated Press – Τα επεισόδια στο Μιλάνο.
Βέλγιο: Η πρόσβαση στην εκπαίδευση γίνεται πεδίο σύγκρουσης
Στο Βέλγιο, οι φοιτητές αντιδρούν στις αυξήσεις του κόστους σπουδών και σε μεταρρυθμίσεις που, σύμφωνα με τις οργανώσεις τους, δυσκολεύουν την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση. Στις Βρυξέλλες, εκατοντάδες νέοι συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις, ενώ ανάλογες διαμαρτυρίες πραγματοποιήθηκαν και στη Λιέγη.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα δίδακτρα. Οι φοιτητικές οργανώσεις συνδέουν τις αυξήσεις με το κόστος στέγασης, τη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων και τις περικοπές σε προγράμματα στήριξης. Η δυνατότητα ενός νέου να σπουδάσει χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα την οικογένειά του μετατρέπεται σε βασικό κοινωνικό ζήτημα.
Η βελγική περίπτωση δείχνει πώς μια συγκεκριμένη διεκδίκηση μπορεί να ενταχθεί σε μια ευρύτερη συζήτηση για τις ανισότητες και τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.
Πηγή: The Brussels Times – Οι φοιτητικές διαμαρτυρίες στις Βρυξέλλες.
Πορτογαλία: Η στεγαστική κρίση μετατρέπει το ενοίκιο σε πολιτικό ζήτημα
Στην Πορτογαλία, το επίκεντρο των κινητοποιήσεων είναι η κατοικία. Χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν το προηγούμενο διάστημα στη Λισαβόνα και στο Πόρτο, ζητώντας προσιτά ενοίκια, καλύτερους μισθούς και ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών. Το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, διαδηλωτές έστησαν σκηνές στην πλατεία Ρόσιο της Λισαβόνας, επιχειρώντας να αναδείξουν το πρόβλημα της πρόσβασης στη στέγη.
Η πίεση προκύπτει από τον συνδυασμό υψηλών τιμών κατοικιών, αυξημένων ενοικίων και μισθών που δυσκολεύονται να ακολουθήσουν το κόστος ζωής. Για πολλούς νέους εργαζομένους, η ανεξάρτητη διαβίωση γίνεται ολοένα δυσκολότερη, ακόμη και όταν διαθέτουν εργασία.
Το στεγαστικό έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας αγοράς που αφορά μόνο ιδιοκτήτες και ενοικιαστές. Επηρεάζει την κινητικότητα των εργαζομένων, την πρόσβαση στην εκπαίδευση, τη δημιουργία οικογένειας και τη δυνατότητα των νέων να παραμείνουν στις πόλεις όπου βρίσκονται οι περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες.
Πηγές: Euronews – Διαδηλώσεις για τη στέγη και το κόστος ζωής στην Πορτογαλία, AFP – Οι κινητοποιήσεις για τη στέγη στη Λισαβόνα.
Αλβανία: Η κοινωνική δυσαρέσκεια συναντά την πολιτική κρίση
Στην Αλβανία, οι κινητοποιήσεις έχουν αποκτήσει σαφώς πολιτικό χαρακτήρα. Χιλιάδες νέοι διαδήλωσαν στα Τίρανα ζητώντας την παραίτηση του πρωθυπουργού Έντι Ράμα, ενώ οι κινητοποιήσεις επεκτάθηκαν και σε άλλες πόλεις. Οι διαδηλωτές καταγγέλλουν διαφθορά, ανεργία, προβλήματα στη δημόσια εκπαίδευση και περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές.
Οι συγκρούσεις με την αστυνομία κλιμακώθηκαν τις τελευταίες ημέρες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν στις 17 Οκτωβρίου, 167 άνθρωποι είχαν συλληφθεί σε διάστημα πέντε ημερών και 132 αστυνομικοί είχαν τραυματιστεί. Επτά αστυνομικοί τέθηκαν σε διαθεσιμότητα εν αναμονή έρευνας για καταγγελίες υπέρβασης εξουσίας. Η αστυνομία έκανε χρήση δακρυγόνων, υδροφόρων οχημάτων και πλαστικών σφαιρών.
Η κρίση συνδέεται και με την αντιπαράθεση για σχέδιο πολυτελούς τουριστικής ανάπτυξης στις νότιες ακτές της χώρας, στο οποίο συνδέονται επενδυτικά συμφέροντα του Τζάρεντ Κούσνερ. Η υπόθεση έχει τροφοδοτήσει καταγγελίες για αδιαφάνεια και για τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται αποφάσεις που επηρεάζουν τις τοπικές κοινωνίες.
Η αλβανική περίπτωση διαφέρει από τις κινητοποιήσεις στη Γαλλία ή στην Πορτογαλία, καθώς η αμφισβήτηση της κυβέρνησης και οι καταγγελίες διαφθοράς βρίσκονται στον πυρήνα της. Ωστόσο, η έλλειψη προοπτικών για τη νέα γενιά αποτελεί κοινό στοιχείο.
Πηγές: Reuters – Οι διαδηλώσεις κατά του Έντι Ράμα, Al Jazeera – Η κλιμάκωση των κινητοποιήσεων στην Αλβανία,
Ισπανία: Το στεγαστικό είχε ήδη βγάλει χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους
Στην Ισπανία, οι μεγάλες διαδηλώσεις για την κατοικία προηγήθηκαν του τελευταίου κύματος κινητοποιήσεων. Οι διαμαρτυρίες επικεντρώθηκαν στις αυξήσεις των ενοικίων, στην έλλειψη προσιτών κατοικιών και στις επιπτώσεις της τουριστικοποίησης σε πόλεις όπου οι μισθοί δεν συμβαδίζουν με τις τιμές της αγοράς.
Η ισπανική εμπειρία ενισχύει την εκτίμηση ότι η στέγη εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά ζητήματα της Ευρώπης. Η κατοικία δεν αποτελεί απλώς καταναλωτική δαπάνη: είναι προϋπόθεση για την οικονομική ανεξαρτησία και την κοινωνική συμμετοχή.
Η κοινή βάση: Ακρίβεια, ανασφάλεια και κρίση προσδοκιών
Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν σημαίνει επιστροφή στις τιμές πριν από την ενεργειακή κρίση. Όταν ο ρυθμός αύξησης των τιμών μειώνεται, το κόστος ζωής εξακολουθεί να είναι υψηλό· απλώς αυξάνεται με βραδύτερο ρυθμό. Για τα νοικοκυριά που δαπανούν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους σε ενοίκιο, τρόφιμα, ενέργεια και μετακινήσεις, η διαφορά αυτή είναι καθοριστική.
Στη στεγαστική πίεση προστίθεται η αβεβαιότητα για την εργασία και η δυσκολία πρόσβασης σε δημόσια αγαθά. Οι νέοι καλούνται να επενδύσουν χρόνο και χρήματα στην εκπαίδευση, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν εισόδημα ικανό να τους επιτρέψει να φύγουν από το πατρικό σπίτι ή να δημιουργήσουν οικογένεια.
Έτσι, η οικονομική δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε κρίση προσδοκιών. Η μεταπολεμική υπόσχεση της κοινωνικής ανόδου —ότι κάθε γενιά θα μπορεί να ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη— δεν μοιάζει πλέον αυτονόητη για μεγάλα τμήματα της νεολαίας.
Δεν υπάρχει ένας κοινός μηχανισμός που να εξηγεί όλες τις κινητοποιήσεις. Στη Γαλλία κυριαρχούν η εκπαίδευση και το κόστος ζωής, στην Πορτογαλία η στέγη, στο Βέλγιο η πρόσβαση στις σπουδές, στην Ιταλία οι δημόσιες δαπάνες και στην Αλβανία η διαφθορά και η πολιτική εκπροσώπηση. Οι ομοιότητες, ωστόσο, δείχνουν ότι οι κοινωνικές πιέσεις δεν είναι μεμονωμένες.
Το παράδοξο των εξοπλισμών: Πού βρίσκεται ο δημοσιονομικός χώρος;
Η κοινωνική ανασφάλεια συμπίπτει με μια μεγάλη αλλαγή στις ευρωπαϊκές προτεραιότητες. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ΕΕ έχει επιταχύνει τον σχεδιασμό για την ενίσχυση της αμυντικής της ικανότητας. Το σχέδιο Readiness 2030 προβλέπει τη δυνατότητα κινητοποίησης έως 800 δισ. ευρώ για την άμυνα, κυρίως μέσω αυξημένων εθνικών δαπανών και δημοσιονομικής ευελιξίας. Παράλληλα, το χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE προβλέπει δάνεια 150 δισ. ευρώ για αμυντικές επενδύσεις.
Οι αριθμοί αυτοί δεν αντιστοιχούν σε έναν ενιαίο κοινοτικό προϋπολογισμό που έχει ήδη δαπανηθεί. Δείχνουν, όμως, την πολιτική προτεραιότητα που έχει αποκτήσει η άμυνα και την προσπάθεια δημιουργίας νέων χρηματοδοτικών εργαλείων.
Εδώ αναδύεται το κρίσιμο ερώτημα: γιατί η Ευρώπη μπορεί να οργανώνει νέα εργαλεία για τις αμυντικές δαπάνες, ενώ για την κατοικία, την εκπαίδευση, την ενέργεια και τις δημόσιες υπηρεσίες η συζήτηση συχνά επιστρέφει στους δημοσιονομικούς περιορισμούς;
Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι οι αμυντικές ανάγκες είναι ανύπαρκτες ή ότι οι κοινωνικές δαπάνες μπορούν να χρηματοδοτηθούν χωρίς κόστος. Η ασφάλεια της Ευρώπης αποτελεί πραγματική πρόκληση. Το πολιτικό ζήτημα είναι πώς θα κατανεμηθούν οι διαθέσιμοι πόροι και πώς θα αποφευχθεί η δημιουργία μιας κοινωνίας που αισθάνεται ότι καλείται να επωμιστεί τις συνέπειες των κρίσεων χωρίς να συμμετέχει στα οφέλη της ανάπτυξης.
Η συζήτηση αφορά επίσης τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, την Κοινή Αγροτική Πολιτική, τα ταμεία Συνοχής και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υποδομών. Οι επιλογές αυτές θα καθορίσουν αν η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας θα συνοδευτεί από αντίστοιχη προσπάθεια για την κοινωνική ανθεκτικότητα.
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Readiness 2030 και SAFE.
Η κρίση εμπιστοσύνης και το κενό πολιτικής εκπροσώπησης
Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι οι θεσμοί δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους, η δυσαρέσκεια μπορεί να μεταφερθεί έξω από τα παραδοσιακά κανάλια πολιτικής εκπροσώπησης. Οι μαθητικές και φοιτητικές οργανώσεις, τα συνδικάτα, οι τοπικές συλλογικότητες και τα ψηφιακά δίκτυα διευκολύνουν τη γρήγορη κινητοποίηση, χωρίς να απαιτείται η καθοδήγηση από ένα κόμμα ή μια κεντρική ηγεσία.
Η ψηφιακή δικτύωση, μέσω πλατφορμών όπως το TikTok, το Instagram και το Discord, βοηθά στη διάδοση των καλεσμάτων και των εικόνων από τις κινητοποιήσεις. Δεν υποκαθιστά, ωστόσο, την ανάγκη για συνελεύσεις, οργανωμένα δίκτυα αλληλεγγύης και σταθερές δομές που μπορούν να μετατρέψουν την οργή σε συγκεκριμένες διεκδικήσεις.
Αυτή είναι και η μεγάλη αβεβαιότητα του νέου κύματος: αν οι κινητοποιήσεις θα παραμείνουν επιμέρους εκρήξεις ή αν θα αποκτήσουν κοινό πολιτικό ορίζοντα. Η συμμετοχή διαφορετικών κοινωνικών ομάδων μπορεί να διευρύνει την πίεση προς τις κυβερνήσεις. Δεν εγγυάται, όμως, ότι θα προκύψει ένα ενιαίο κίνημα ή ότι τα αιτήματα θα οδηγήσουν σε κοινό πρόγραμμα.
Υπάρχει, παράλληλα, ο κίνδυνος η κοινωνική απογοήτευση να αξιοποιηθεί από εθνικιστικές και ακροδεξιές δυνάμεις, οι οποίες υπόσχονται εύκολες απαντήσεις σε σύνθετα προβλήματα. Η πολιτική έκβαση δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των κυβερνήσεων να δώσουν απαντήσεις, αλλά και από το αν οι κοινωνικές διεκδικήσεις θα αποκτήσουν διάρκεια και οργανωτική υπόσταση.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη βρίσκεται και στο εσωτερικό της
Οι φωτιές, οι λεηλασίες και οι συγκρούσεις δεν εξηγούν από μόνες τους το εύρος των διαδηλώσεων. Η βία πρέπει να αντιμετωπίζεται και οι καταστροφές έχουν πραγματικές συνέπειες. Η αποκλειστική, όμως, εστίαση στα επεισόδια αφήνει στο περιθώριο τα αιτήματα των ειρηνικών διαδηλωτών και τις κοινωνικές συνθήκες που τροφοδοτούν τη δυσαρέσκεια.
Η αστυνομική καταστολή μπορεί να περιορίσει μια κινητοποίηση, αλλά δεν μειώνει το ενοίκιο, δεν καλύπτει τα κενά στα σχολεία και δεν δημιουργεί αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας. Αντίστοιχα, η αναγνώριση των κοινωνικών αιτημάτων δεν δικαιολογεί επιθέσεις και λεηλασίες.
Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η πρόκληση είναι διπλή: να προστατεύσουν τη δημόσια ασφάλεια και να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Αυτό απαιτεί μετρήσιμες παρεμβάσεις στην κατοικία, στην εκπαίδευση, στην εργασία και στις δημόσιες υπηρεσίες, μαζί με διαφανείς αποφάσεις για την κατανομή των δημοσιονομικών πόρων.
Η Ευρώπη μπορεί να ενισχύσει την αμυντική της βιομηχανία και να επενδύσει περισσότερο στην ασφάλεια. Αν, όμως, ένα αυξανόμενο τμήμα των κοινωνιών της αισθάνεται ότι δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο, να καλύψει τις βασικές ανάγκες του ή να εξασφαλίσει καλύτερες προοπτικές για τα παιδιά του, τότε η κοινωνική συνοχή παραμένει ευάλωτη.
Το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη χρειάζεται ασφάλεια. Είναι αν μπορεί να οικοδομήσει στρατηγική ασφάλεια χωρίς να ενισχύει την οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια στο εσωτερικό της.
Το νέο κύμα διαδηλώσεων δεν συνιστά ακόμη μια ενιαία ευρωπαϊκή εξέγερση. Αποτελεί, όμως, προειδοποίηση ότι η υπόσχεση της κοινωνικής προόδου έχει χάσει μέρος της αξιοπιστίας της. Και η απάντηση σε αυτή την κρίση δεν μπορεί να περιοριστεί στην αποκατάσταση της τάξης στους δρόμους.






