15 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • ALCO για Flash: Οκτώ κόμματα στη Βουλή, 15,7% οι αναποφάσιστοι και βαθιά δυσπιστία για την «ιατρική» των social media

ALCO για Flash: Οκτώ κόμματα στη Βουλή, 15,7% οι αναποφάσιστοι και βαθιά δυσπιστία για την «ιατρική» των social media

Image

Γιώργος Φιλολάου
Γιώργος Φιλολάου

Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πρώτη θέση με 23,8% στην πρόθεση ψήφου, αλλά η δημοσκόπηση της ALCO για τον Flash καταγράφει μια πολιτική εικόνα με σημαντικές εκκρεμότητες για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται στο 13,8% και το ΠΑΣΟΚ στο 11,2%, ενώ το 15,7% των πολιτών παραμένει αναποφάσιστο. Την ίδια στιγμή, το 63% προκρίνει την πολιτική αλλαγή, το 85% θεωρεί ότι η ακρίβεια συνεχίζεται αμείωτη και το 90% εκτιμά ότι οι πολίτες δεν προστατεύονται επαρκώς από παραπλανητικές διαφημίσεις υπηρεσιών υγείας.

Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από τις 8 έως τις 13 Οκτωβρίου σε πανελλαδικό δείγμα 1.000 ατόμων, αποτυπώνει τρεις παράλληλες τάσεις: τη διατήρηση της πρωτιάς της Νέας Δημοκρατίας χωρίς σαφή ένδειξη ανάκαμψης, την αναζήτηση εναλλακτικής πολιτικής διακυβέρνησης και την έντονη κοινωνική ανησυχία για το κόστος ζωής και την αξιοπιστία των υπηρεσιών υγείας.

Η ΝΔ πρώτη, αλλά με απώλειες – Τι δείχνει η οκτακομματική Βουλή

Η Νέα Δημοκρατία υποχωρεί κατά μισή μονάδα σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση της ίδιας εταιρείας και βρίσκεται στο 23,8%. Η ΕΛ.Α.Σ. χάνει 0,6 μονάδες και καταγράφεται στο 13,8%, ενώ το ΠΑΣΟΚ παραμένει σταθερό στο 11,2%. Η διαφορά των 10 μονάδων μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, αλλά η εικόνα της κυβέρνησης επηρεάζεται από την κοινωνική δυσαρέσκεια.

Η σύγκριση με τις προηγούμενες μετρήσεις της ALCO δείχνει ότι η ΝΔ δεν έχει καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει την πρώτη θέση της σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια παραμένει κυρίαρχο πρόβλημα. Η δημοσκοπική πρωτιά δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε κοινωνική αποδοχή της κυβερνητικής πολιτικής.

Τα ποσοστά των κομμάτων και η μάχη για την είσοδο στη Βουλή

Στην πρόθεση ψήφου επί των εγκύρων, η κατάταξη διαμορφώνεται ως εξής:

  • Νέα Δημοκρατία: 23,8%
  • ΕΛ.Α.Σ.: 13,8%
  • ΠΑΣΟΚ: 11,2%
  • ΚΚΕ: 7,1%
  • Ελληνική Λύση: 5,6%
  • Συμμαχία Ελλήνων: 4%
  • Πλεύση Ελευθερίας: 3,5%
  • Ελπίδα για τη Δημοκρατία: 3%

Εφόσον τα ποσοστά αυτά επιβεβαιώνονταν στην κάλπη, η Βουλή θα ήταν οκτακομματική. Η Συμμαχία Ελλήνων, την οποία δηλώνει ότι υποστηρίζει ο καταδικασθείς Ηλίας Κασιδιάρης, εμφανίζεται στο 4%, πάνω από το όριο του 3% για την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

Εκτός Βουλής, σύμφωνα με την ίδια μέτρηση, βρίσκονται το ΜέΡΑ25 με 2,4%, ο ΣΥΡΙΖΑ με 1,9%, η ΝΙΚΗ με 1,8%, η Φωνή Λογικής με 1,5% και οι Δημοκράτες με 0,7%.

Η είσοδος ή ο αποκλεισμός κομμάτων κοντά στο όριο του 3% μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την κατανομή των εδρών. Όσο μικρότερο είναι το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που μένουν εκτός Βουλής, τόσο δυσκολότερη μπορεί να γίνει η εξασφάλιση αυτοδυναμίας για το πρώτο κόμμα. Αντίστροφα, η αύξηση των εκτός Βουλής ποσοστών μπορεί να μειώσει τον πήχη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η τελική έκβαση, ωστόσο, εξαρτάται από τα αποτελέσματα της κάλπης και την εφαρμογή του εκλογικού νόμου.

Το 15,7% των αναποφάσιστων και η αδυναμία συσπείρωσης

Το υψηλό ποσοστό των αναποφάσιστων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας. Με το 15,7% να μην έχει καταλήξει στην εκλογική του επιλογή, παραμένει ανοιχτό ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος, ικανό να μεταβάλει τις σημερινές ισορροπίες.

Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει συσπείρωση περίπου 60%. Παράλληλα, το 21,9% των ψηφοφόρων της κατευθύνεται προς τους αναποφάσιστους, ενώ το 7,5% δηλώνει ότι θα επιλέξει άλλο κόμμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, σημαντικό μέρος αυτής της τελευταίας κατηγορίας θα μπορούσε να στραφεί σε ένα πιθανό νέο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η κυβερνητική παράταξη εξακολουθεί να διαθέτει σαφές προβάδισμα, αλλά δεν έχει ανακτήσει πλήρως την εκλογική της βάση. Η δυνατότητα επαναπροσέγγισης των ψηφοφόρων που έχουν απομακρυνθεί θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για την πορεία της προς τις εκλογές.

Το ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά και τα όρια της απήχησής του

Η δυνητική επιρροή ενός νέου κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά εμφανίζεται περιορισμένη. Το 10% δηλώνει ότι θα μπορούσε να το ψηφίσει, ποσοστό μειωμένο κατά μία μονάδα σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση του Ιουνίου. Αντίθετα, το 74% απαντά ότι δεν θα το ψήφιζε καθόλου.

Το εύρημα δεν αποκλείει την εμφάνιση ενός νέου πολιτικού σχηματισμού, αποτυπώνει όμως τα όρια της σημερινής εκλογικής του απήχησης. Η δεξαμενή δυσαρεστημένων ψηφοφόρων της ΝΔ δεν ταυτίζεται αυτομάτως με μια σταθερή εκλογική βάση για τον πρώην πρωθυπουργό.

Για την κυβέρνηση, το ζήτημα είναι αν οι απώλειες προς ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά θα παραμείνουν περιορισμένες ή αν θα αποκτήσουν μεγαλύτερη έκταση. Για τον ίδιο τον πρώην πρωθυπουργό, η απόσταση μεταξύ δυνητικής και πραγματικής ψήφου παραμένει καθοριστική.

Το 63% ζητά πολιτική αλλαγή – Προβάδισμα για τις κυβερνήσεις συνεργασίας

Η απόσταση μεταξύ εκλογικής πρωτιάς και πολιτικής αποδοχής αποτυπώνεται καθαρά στο ερώτημα για τη συνέχεια ή την αλλαγή διακυβέρνησης. Μόλις το 23% προτιμά τη συνέχιση της σημερινής πολιτικής κατάστασης, ενώ το 63% τάσσεται υπέρ της πολιτικής αλλαγής. Το 14% δεν εκφράζει συγκεκριμένη άποψη.

Η δυσαρέσκεια αυτή δεν μεταφράζεται σε ενιαία εκλογική επιλογή. Η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη, ενώ κανένα από τα κόμματα που ακολουθούν τη ΝΔ δεν εμφανίζεται, με βάση τα συγκεκριμένα στοιχεία, σε θέση να αμφισβητήσει άμεσα την πρωτιά της.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση απέναντι στο μοντέλο διακυβέρνησης. Το 48% θεωρεί ότι η οικονομική σταθερότητα διασφαλίζεται καλύτερα από μια κυβέρνηση συνεργασίας, ενώ το 34% προτιμά μια αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Το εύρημα υποδηλώνει ότι το επιχείρημα της πολιτικής σταθερότητας δεν οδηγεί αυτομάτως σε προτίμηση για μονοκομματική διακυβέρνηση. Για τη ΝΔ, η πρόκληση είναι να πείσει ότι μπορεί να εξασφαλίσει αποτελεσματική διακυβέρνηση, ενώ για την αντιπολίτευση να μετατρέψει την επιθυμία αλλαγής σε πειστική εναλλακτική πρόταση.

Ακρίβεια: Το 85% δεν βλέπει αποκλιμάκωση των τιμών

Η οικονομία παραμένει το βασικό πεδίο κοινωνικής πίεσης. Το 85% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η ακρίβεια συνεχίζεται αμείωτη, ενώ μόλις το 10% αντιλαμβάνεται αποκλιμάκωση των τιμών.

Η εικόνα αυτή έχει άμεση πολιτική σημασία. Ακόμη και όταν ορισμένοι δείκτες πληθωρισμού υποχωρούν, οι καταναλωτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το αυξημένο επίπεδο τιμών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Η αποκλιμάκωση του ρυθμού αύξησης των τιμών δεν σημαίνει επιστροφή στις προηγούμενες τιμές ούτε αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης.

Η δυσαρέσκεια αποκτά μεγαλύτερη ένταση ενόψει του χειμώνα. Το 62% εκφράζει φόβους ότι θα αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες στην κάλυψη του κόστους θέρμανσης, ενώ το 33% αναμένει δυσκολίες αντίστοιχες με εκείνες του προηγούμενου χειμώνα.

Η συνδυασμένη πίεση από τρόφιμα, ενέργεια και θέρμανση περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα και επηρεάζει την αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής. Η οικονομική καθημερινότητα παραμένει, επομένως, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα καθορίσουν τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων.

Οι γιατροί των social media και η κρίση εμπιστοσύνης

Η δημοσκόπηση καταγράφει επίσης έντονη επιφυλακτικότητα απέναντι στις διαφημίσεις και στις συμβουλές υγείας που προβάλλονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα στοιχεία αναδεικνύουν ένα ζήτημα δημόσιας πολιτικής που αφορά την προστασία των πολιτών, τη δεοντολογία της ιατρικής ενημέρωσης και την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών.

Στην ερώτηση για την εμπιστοσύνη στις διαφημίσεις για γιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα και άλλες υπηρεσίες υγείας, το 79% απαντά «λίγο» ή «καθόλου». Μόλις το 18% δηλώνει ότι τις εμπιστεύεται αρκετά ή πολύ.

Η παρουσία ενός γιατρού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αυξάνει αυτομάτως την αξιοπιστία του. Το 46% δηλώνει ότι τα σχετικά βίντεο δεν επηρεάζουν την εμπιστοσύνη του, ενώ το 28% απαντά ότι η εκτίμησή του για τον γιατρό μειώνεται. Αντίθετα, το 13% αναφέρει ότι η επιρροή του γιατρού αυξάνεται.

Επιπλέον, το 86% δηλώνει ότι δεν έχει επιλέξει γιατρό επειδή παρακολούθησε κάποιο βίντεό του στα social media. Μόλις το 10% αναφέρει ότι το περιεχόμενο αυτό αποτέλεσε κριτήριο επιλογής.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ψηφιακή προβολή δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση αξιοπιστίας. Η προβολή ιατρικών υπηρεσιών μέσα από διαφημίσεις, χορηγούμενες αναρτήσεις και βίντεο μπορεί να αυξήσει την αναγνωρισιμότητα ενός επαγγελματία, αλλά δεν υποκαθιστά την επιστημονική τεκμηρίωση, την επαγγελματική δεοντολογία και τον έλεγχο των ισχυρισμών που προβάλλονται.

Το 90% θεωρεί ανεπαρκή την προστασία των πολιτών

Η δυσπιστία επεκτείνεται και στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί. Το 90% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι οι πολίτες δεν προστατεύονται επαρκώς από παραπλανητικές διαφημίσεις ή υπερβολικές υποσχέσεις για υπηρεσίες υγείας. Μόλις το 3% θεωρεί ότι υπάρχει επαρκής προστασία.

Παράλληλα, το 81% δεν εμπιστεύεται ότι οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν αποτελεσματικά τις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, ενώ το 10% δηλώνει ικανοποιημένο από τους ελέγχους.

Ως προς το ποιος πρέπει να αναλάβει την εποπτεία, το 57% προκρίνει τη δημιουργία ειδικής ανεξάρτητης αρχής για τους ελέγχους στα ιατρεία. Το 26% θεωρεί ότι οι έλεγχοι πρέπει να εξακολουθήσουν να πραγματοποιούνται από τους Ιατρικούς Συλλόγους.

Η μεγάλη απόσταση μεταξύ των δύο ποσοστών καταγράφει ένα σαφές αίτημα για ισχυρότερους μηχανισμούς εποπτείας. Το ζητούμενο αφορά την αξιολόγηση των διαφημιστικών ισχυρισμών, τη διαφάνεια στις παρεχόμενες υπηρεσίες και τη δυνατότητα των πολιτών να διακρίνουν την τεκμηριωμένη ιατρική ενημέρωση από την εμπορική προώθηση.

Το πολιτικό μήνυμα της έρευνας

Η δημοσκόπηση της ALCO για τον Flash αποτυπώνει μια σύνθετη εικόνα. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πρώτη θέση και σημαντική απόσταση από τους αντιπάλους της, αλλά η συσπείρωσή της παραμένει περιορισμένη, ενώ η πλειονότητα των ερωτηθέντων προτιμά την πολιτική αλλαγή.

Το 15,7% των αναποφάσιστων, η δυνητική επιρροή νέων κομμάτων και η συζήτηση για κυβερνήσεις συνεργασίας διατηρούν ανοιχτό το εκλογικό τοπίο. Την ίδια στιγμή, η ακρίβεια και το κόστος θέρμανσης αναδεικνύονται σε βασικούς παράγοντες δυσαρέσκειας.

Η έρευνα καταγράφει, τέλος, ένα ευρύτερο έλλειμμα εμπιστοσύνης στους μηχανισμούς προστασίας των πολιτών στον χώρο της υγείας. Από την οικονομική καθημερινότητα έως την αξιοπιστία των υπηρεσιών, τα ευρήματα δείχνουν ότι η πολιτική αντιπαράθεση θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα των κομμάτων να απαντήσουν σε συγκεκριμένα προβλήματα.

Ταυτότητα της έρευνας

Η δημοσκόπηση πραγματοποιήθηκε από την ALCO για λογαριασμό του Flash από τις 8 έως τις 13 Οκτωβρίου, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις σε πανελλαδικό, αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.000 ατόμων.

Δείτε επίσης