Η συζήτηση για το Brexit επιστρέφει στο κέντρο της βρετανικής πολιτικής, δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα που οδήγησε στην έξοδο της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ δήλωσε στο BBC ότι η κυβέρνησή του θα εξετάσει όλες τις διαθέσιμες επιλογές για τη μελλοντική σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρώπη, χωρίς να αποκλείει ακόμη και την πλήρη επιστροφή στην ΕΕ.
Brexit: Δέκα χρόνια μετά, η Βρετανία αντιμέτωπη με τη διάψευση και την πολιτική κρίση
Μιλώντας την Τετάρτη στο BBC, ο Μπέρναμ περιέγραψε για πρώτη φορά τόσο συγκεκριμένα το εύρος των επιλογών που βρίσκονται στο τραπέζι: από τη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος μέχρι μια τελωνειακή ένωση με την ΕΕ, την επιστροφή στην ενιαία αγορά ή ακόμη και την επανένταξη της Βρετανίας στο ευρωπαϊκό μπλοκ.
Άντι Μπέρναμ: Περισσότερος δημόσιος έλεγχος σε ενέργεια, νερό και στέγαση
«Θα μπορούσαμε να μείνουμε όπως είμαστε. Αυτό είναι σίγουρα μια επιλογή», είπε, προσθέτοντας ότι θα μπορούσε να εξεταστεί η πρόταση του πρώην υπουργού Οικονομικών των Συντηρητικών Τζορτζ Όσμπορν για τελωνειακή ένωση ή η θέση των Φιλελεύθερων Δημοκρατών για επιστροφή στην ενιαία αγορά. «Ή θα μπορούσαμε να πάμε μέχρι τέλους», ανέφερε, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο πλήρους επανένταξης.
Άντι Μπέρναμ: Η νίκη στο Μέικερφιλντ που αλλάζει τους συσχετισμούς στους Εργατικούς
Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς μετακινεί τη συζήτηση από τη βελτίωση των σχέσεων Λονδίνου – Βρυξελλών στην ανοιχτή εξέταση της ίδιας της αρχιτεκτονικής του Brexit. Ο Μπέρναμ έχει ήδη δηλώσει ότι η έξοδος από την ΕΕ «έκανε περισσότερο κακό παρά καλό» και υποστηρίζει ότι η Βρετανία δεν μπορεί να αφήσει το ζήτημα μετέωρο για ακόμη μία δεκαετία.
Από το «make Brexit work» στην επανεξέταση του Brexit
Η αλλαγή είναι εμφανής σε σχέση με τη γραμμή των Εργατικών στις εκλογές του 2024. Το τότε πρόγραμμα του κόμματος απέκλειε την επιστροφή στην τελωνειακή ένωση και την ενιαία αγορά, καθώς και την επαναφορά της ελεύθερης κυκλοφορίας.
Ο Μπέρναμ, ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι η σημερινή κυβέρνηση θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της για την τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο. Η συζήτηση που ανοίγει αφορά την επόμενη φάση και κυρίως τη σχέση που θα επιδιώξει να έχει η Βρετανία με την Ευρώπη μετά τις επόμενες εκλογές.
Στόχος του είναι να αξιολογηθούν οι διαφορετικές επιλογές με βάση το τι είναι πολιτικά και πρακτικά εφικτό, αλλά και τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους. Για τον ίδιο, το κρίσιμο ερώτημα είναι πού θέλει να βρίσκεται η Βρετανία απέναντι στην Ευρώπη την επόμενη δεκαετία.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Μπέρναμ έχει προαναγγείλει ότι η συζήτηση θα συνδεθεί με τη μελλοντική σύνοδο Ηνωμένου Βασιλείου – ΕΕ, η οποία αναμένεται να πραγματοποιηθεί αργότερα μέσα στη χρονιά.
Τρία ενδιάμεσα βήματα και η επιλογή της πλήρους επιστροφής
Η τελωνειακή ένωση θα αποτελούσε το πρώτο σημαντικό βήμα επαναπροσέγγισης. Θα έφερνε τη Βρετανία πιο κοντά στην ΕΕ σε ό,τι αφορά το εμπόριο αγαθών, χωρίς όμως να σημαίνει επιστροφή στην ενιαία αγορά ή αποκατάσταση της ελεύθερης κυκλοφορίας.
Η επιστροφή στην ενιαία αγορά θα ήταν σαφώς βαθύτερη αλλαγή, καθώς θα απαιτούσε πολύ μεγαλύτερη ευθυγράμμιση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Θα περιόριζε έτσι ένα μέρος της κανονιστικής αυτονομίας που αποτέλεσε βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών του Brexit.
Η πλήρης επανένταξη στην ΕΕ θα αποτελούσε διαφορετικής κλίμακας πολιτική επιλογή. Θα απαιτούσε νέα διαπραγμάτευση με τα κράτη-μέλη και θα έθετε ζητήματα που αφορούν τη συμμετοχή στους θεσμούς και στις κοινές πολιτικές της Ένωσης.
Γι’ αυτό και ο Μπέρναμ δεν παρουσίασε την επιστροφή στην ΕΕ ως κυβερνητική απόφαση. Την ενέταξε στο σύνολο των επιλογών που πρέπει να εξεταστούν.
Αντιδράσεις από Συντηρητικούς και Reform UK
Η τοποθέτηση του πρωθυπουργού προκάλεσε άμεσα αντιδράσεις στο βρετανικό πολιτικό σκηνικό. Οι Συντηρητικοί τον κατηγορούν ότι επαναφέρει μια συζήτηση την οποία είχε δεσμευθεί να μην ανοίξει ξανά, ενώ το Reform UK υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να οδηγήσει τη χώρα σε επιστροφή στις Βρυξέλλες.
Η αντιπαράθεση έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς το Brexit εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βαθύτερες πολιτικές τομές της σύγχρονης Βρετανίας. Η νέα κυβέρνηση των Εργατικών επιχειρεί πλέον να μετατρέψει τη συζήτηση από το ερώτημα αν το Brexit μπορεί να «διορθωθεί» στο ερώτημα ποια σχέση με την Ευρώπη εξυπηρετεί τη χώρα τα επόμενα χρόνια.
Την ίδια ώρα, η φιλοευρωπαϊκή πτέρυγα των Εργατικών πιέζει για μεγαλύτερη προσέγγιση με την ΕΕ, ενώ οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες έχουν ήδη ταχθεί υπέρ της επιστροφής στην ενιαία αγορά.
Μακρόν: «Welcome back» – Σάντσεθ: «Με ανοιχτές αγκάλες»
Το μήνυμα από την Ευρώπη ήταν άμεσο. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι θα αποτελούσε «εξαιρετική είδηση» και «καλή απόφαση» μια βρετανική επιστροφή στην ΕΕ, ενώ απευθυνόμενος στους Βρετανούς χρησιμοποίησε στα αγγλικά τη φράση «Welcome back».
Από τη Μαδρίτη, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ δήλωσε ότι η Ισπανία θα υποδεχόταν τη Βρετανία «με ανοιχτές αγκάλες».
Οι δηλώσεις των δύο ηγετών έγιναν την ίδια ημέρα που ο Μπέρναμ έκανε το επόμενο βήμα στη συζήτηση για το Brexit. Δεν αποτελούν, βεβαίως, διαπραγματευτική πρόταση της ΕΕ, αποτυπώνουν όμως τη διάθεση Παρισιού και Μαδρίτης απέναντι σε μια πιθανή αλλαγή της βρετανικής πορείας.
Στις Βρυξέλλες, μια επιστροφή θα συνεπαγόταν διαπραγμάτευση των όρων συμμετοχής και όχι απλή επαναφορά του καθεστώτος που ίσχυε πριν από το Brexit. Το ζήτημα της ελεύθερης κυκλοφορίας, η εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων και οι υποχρεώσεις που συνοδεύουν την ιδιότητα του κράτους-μέλους θα αποτελούσαν βασικά σημεία μιας τέτοιας διαδικασίας.
Το Brexit επιστρέφει ως ζήτημα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης
Ο Μπέρναμ δεν συνδέει την αλλαγή με άμεση κυβερνητική πρωτοβουλία. Η πολιτική του στόχευση φαίνεται να είναι η διαμόρφωση μιας νέας θέσης των Εργατικών, η οποία θα μπορούσε στη συνέχεια να τεθεί στην κρίση των ψηφοφόρων στις επόμενες γενικές εκλογές, που πρέπει να πραγματοποιηθούν το αργότερο έως τις 15 Αυγούστου 2029.
Έτσι, το Brexit αποκτά ξανά θέση στον πυρήνα της βρετανικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Αυτή τη φορά, όμως, το ερώτημα δεν είναι αν η Βρετανία θα φύγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι ποια απόσταση από την Ευρώπη θέλει να διατηρήσει μετά την έξοδο και αν, τελικά, θα θελήσει να αντιστρέψει την απόφαση του 2016.
Η κυβέρνηση Μπέρναμ ανοίγει τη συζήτηση χωρίς να προαναγγέλλει το αποτέλεσμά της. Το επόμενο κρίσιμο βήμα θα είναι η διαμόρφωση των συγκεκριμένων επιλογών που θα παρουσιαστούν στο πλαίσιο της σχέσης Λονδίνου – Βρυξελλών και, στη συνέχεια, η πολιτική μάχη για το ποια από αυτές θα πρέπει να αποτελέσει την επόμενη βρετανική στρατηγική απέναντι στην Ευρώπη.






