Ο πρώην υπαρχηγός της Χρυσής Αυγής, καταδικασμένος και σε δεύτερο βαθμό για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης Ηλίας Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε. Ήταν μια ευκαιρία για τον ίδιο, και φυσικό για τα ΜΜΕ να φέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της συμμετοχής του στις βουλευτικές εκλογές, όπου θα δοκιμαστούν για τρίτη φορά οι ρυθμίσεις που αποσκοπούν να αποτρέψουν την παρουσία της ακροδεξιάς στην εκλογική αναμέτρηση.
Της Ιφιγένειας Καμτσίδου*
Ο ίδιος δηλώνει παρών, παρότι ο εκλογικός νόμος (άρθρο 32 π.δ. 26/2012) είναι απερίφραστος: Τα πολιτικά κόμματα, που τα μέλη της δεδηλωμένης ή της υποκρυπτόμενης ηγεσίας τους έχουν καταδικασθεί σε οποιονδήποτε βαθμό σε κάθειρξη για τα ορισμένα σοβαρά αδικήματα του Ποινικού και του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, στερούνται της δυνατότητας κατάρτισης συνδυασμών στις εκλογές. Επιπλέον, προβλέπεται ότι μια κρίση του αρμόδιου Τμήματος Α1 του ΑΠ περί του ότι η δράση του πολιτικού κόμματος δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, εκφέρεται μόνο εφόσον υφίσταται καταδίκη σε οποιονδήποτε βαθμό υποψηφίων βουλευτών ή ιδρυτικών μελών ή διατελεσάντων προέδρων για τα αδικήματα των άρθρων 134, 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα.
Η αναντίρρητη διατύπωση των σχετικών διατάξεων επιτρέπει σε καθένα να συμπεράνει, ότι η συμπερίληψη του Ηλία Κασιδιάρη σε συνδυασμό κόμματος θα έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό του τελευταίου από τις εκλογές. Η καταδίκη του για διεύθυνση μιας εγκληματικής οργάνωσης που διέπραξε τις ανθρωποκτονίες από πρόθεση του Παύλου Φύσα και του Shazad Luqman και αρκετές απόπειρες ανθρωποκτονίας, που σκόρπισε τον τρόμο σε Κυψέλη και Αγ. Παντελεήμονα και προκάλεσε επικίνδυνες σωματικές βλάβες σε συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ και σε βάρος αλλοδαπών εργατών στην Ιεράπετρα της Κρήτης, φαίνεται σαφώς να καλεί σε εφαρμογή την απαγόρευση συμμετοχής του κόμματος που «φιλοξενεί» την υποψηφιότητά του, έστω ως συνεργαζόμενου.
Πρόκειται για απαγόρευση που διαρκεί καθ’όλο το χρονικό διάστημα της ποινής των 13 ετών που επιβλήθηκε στον αποφυλακισθέντα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η έκτισή της (ολική ή μερική) και φτάνει μέχρι το 2033. Βέβαια, ο κ. Κασιδιάρης έχει το δικαίωμα να εμφανιστεί ως ανεξάρτητος σε οποιαδήποτε εκλογική περιφέρεια της χώρας, καθώς το Σύνταγμα απαιτεί αμετάκλητη απόφαση προκειμένου κάποιος να στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα (άρθρο 51 Συντ.). Ωστόσο, για να εκλεγεί ως ανεξάρτητος θα πρέπει ο αριθμός των ψήφων του να ξεπερνά το ποσοστό 3% του συνόλου των ψηφισάντων, μια προοπτική εξαιρετικά ασθενική.
Επομένως, οι δηλώσεις του και οι ισχυρισμοί της υπεράσπισής του ότι έχει βρεθεί νομική φόρμουλα για να παρακαμφθεί το νομικό πλαίσιο είναι κινήσεις εντυπωσιασμού, ενώ η αναφορά τους σε έκθεση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) που φέρεται να επισημαίνει πλημμέλειες στους προγενέστερους αποκλεισμούς δεν έχει καμιά νομική σημασία: το Α1 Τμήμα του ΑΠ και στην συνέχεια το ΑΕΔ, έκριναν σύμφωνη με το Σύνταγμα την επίμαχη εκλογική νομοθεσία.
Παρότι οι ισχύουσες ρυθμίσεις δημιουργούν ορισμένες εντάσεις με τα φιλελεύθερα χαρακτηριστικά της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας και οι επ’αυτών κρίσεις των δικαστικών σχηματισμών είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενες , το πρόβλημα της παρουσίας του κ. Κασιδιάρη στην πολιτική ζωή δεν είναι κυρίως νομικό. Τα επόμενα 7 χρόνια, ο αποφυλακισμένος δεν έχει καμιά βάσιμη πιθανότητα να εκλεγεί βουλευτής και να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στο κοινοβούλιο.
Το πρόβλημα είναι πολιτικοθεσμικό και καταρχάς εντοπίζεται στην στάση της κυβέρνησης απέναντι στους οπαδούς του κ. Κασιδιάρη και της Χρυσής Αυγής. Με πρόσφατες παρεμβάσεις τους, κορυφαία στελεχών της, όπως ο Υπουργός Προστασίας του πολίτη που δήλωσε άγνοια για το ζήτημα ή ο Υπουργός Υγείας που εξέφρασε την βεβαιότητά του ότι ο κ. Κασιδιάρης μπορεί να είναι υποψήφιος στις εκλογές , απευθύνθηκαν στο ακροδεξιό ακροατήριο, δείχνοντας πρόθυμα να ανοίξουν ένα παράθυρο στην πολιτική συμμετοχή του αποφυλακισμένου.
Ιδίως, όμως, το πρόβλημα γεννιέται από την παράλληλη συστηματική προσπάθεια να διαδοθεί και να εμπεδωθεί η ιδεολογία του νεοφιλελεύθερου κρατισμού του φόβου και της ασφάλειας.
Η επίσημη ρητορική, που προβάλλει την λατρεία της ισχύος του κράτους, ικανού να αποκρούει τους κινδύνους που προέρχονται από τους «ξένους» ή τους «διαφορετικούς», ρητορική που ενσωματώνεται ακόμη και σε διαφημιστικές εκστρατείες των σωμάτων ασφαλείας, για παράδειγμα στο τηλεοπτικό μήνυμα του Λιμενικού, μπορεί να τροφοδοτήσει την ιδεολογία του φασισμού.
Οι πολίτες και κυρίως οι νέοι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν την ιστορία του φασισμού, εκπαιδεύονται να ενταχθούν σε μια πραγματικότητα, όπου αντίδοτο στις γεννημένες από την ανίκητη αγορά ανισότητες είναι η περιχαράκωση σε μια εθνική κοινότητα, προστατευμένη από ένα ακαταμάχητο και ανέλεγκτο Λεβιάθαν. Αυτή η πολιτική πρακτική είναι ο πραγματικός κίνδυνος για την δημοκρατία μας.
*Ομ. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ






